Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 16 Ιουνίου 2019
Πολιτισμός Παραδοσιακές διατηρητέες οικίες και κτίσματα Ηπείρου Μέτσοβο Ήπειρος Ιωάννινα

Τυπικές καλύβες στο δρόμο Ιωαννίνων – ʼρτας.
Εσωτερικό καθιστικό στο ισόγειο αρχοντικού
Φούρνος μέσα στο μαγειρείο.
Παράδειγμα τοπικής επίπλωσης καθιστικού.
Χώρος υποδοχής σε αρχοντικό
Σπίτι, όπου το κεπέγκι στην εξέλιξή του επεκτάθηκε σ’ ολόκληρη πλευρά και η στήριξή του μεταμορφώθηκε σε «πομπώδεις» κυματισμούς.
Τυπικό εσωτερικό καθιστικού, όπου το φως του φεγγίτη του τζαμιού.
Τοιχοποιία με ξυλοδεσιές.
Τρόπος κατασκευής στέγης με πελεκητή ξυλεία και επικάλυψη από σχιστόπλακες.
Εσωτερικές χαμηλές πόρτες.
Τυπική διάταξη τζακιού με το χαρακτηριστικό φεγγίτη του μεταξύ δύο παραθύρων.
Πλακοσκεπή παραδοσιακή στέγη.
Πρόσοψη με αρμολογημένη τοιχοποιία
Τζάκι με φεγγίτη
Αρχοντικό στο κέντρο του οικισμού, με χαγιάτι στον όροφο και προεξοχές που θυμίζουν αστικά σπίτια της περιοχής. Αποτελεί τύπο νεώτερο.
Αυλόπορτα σπιτιού
Καλαρρύτες. Τρίχωρο σπίτι, όπου η πέτρα αποτελεί το μοναδικό σχεδόν υλικό κατασκευής με ανάλογη επεξεργασία.
Τύπος σπιτιού που δε συναντιέται στο Μέτσοβο, αλλά είναι ευρύτερα διαδομένος στην Ήπειρο.
Παράδειγμα τρίχωρου πλατυμέτωπου σπιτιού με παραδοσιακό κεπέγκι.

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Παλιά Γιάννινα
Ιωαννίνων Εγκώμιον
Μέτσοβο
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Μέτσοβο: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

14/07/2008
Τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά

Βασίλης Αν. Χαρίσης

© Δήμος Ιωαννιτών
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Στο Μέτσοβο απαντούμε δύο τύπους σπιτιών, το τρίχωρο πλατυμέτωπο- λαϊκό, και το τετράχωρο-αρχοντικό, πέρα από τη μονόχωρη καλύβα πού χρησιμοποιείται ως χώρος διαμονής στους τόπους σταβλισμου των κοπαδιών.
Οι καλύβες με σχήμα ορθογώνιο, στέγη δίρριχτη ή τετράρριχτη και τζάκι-εστία στο κέντρο κατασκευάζονταν από σκελετό με βέργες οξιάς και καλύπτονταν με οχυρά. Πέρα από τούς δύο αυτούς τύπους του τρίχωρου και τετράχωρου, βιβλιογραφικά αναφέρεται και ο τύπος του δίχωρου στενομέτωπου, του oποίου δεν είναι γνωστή ή λειτουργική διάρθρωση. Πάντως ήταν λίθινο με στέγη από χόρτα ή πιθανότατα πλακοσκεπή τετράρριχτη.
Ο τύπος του τρίχωρου σπιτιού είναι διώροφος με χώρους διαμονής στον όροφο και βοηθητικά στο υπόγειο, όπως στάβλο, κελάρι κτλ. Οι χώροι διαμονής είναι:
α) Το σαράι, ο χώρος εισόδου, πρώτης υποδοχής και επικοινωνίας με το υπόγειο-ισόγειο. Είναι προσανατολισμένο προς το νότο και κατά την πλευρά αύτή προεξέχει από 0.80 μέχρι 1.00 μ., σχηματίζοντας το κεπέγκι. Στην προεξοχή αύτή ο χώρος είναι τζαμωτός με δάπεδο συνήθως υπερυψωμένο κατά 0.20 μ. περίπου και φέρει πάντα μπάσι ντυμένο με πολύχρωμα υφαντά και μαξιλάρια. Τέλος η οροφή του είναι απλό ταβάνι το όποίο κατά την προεξοχή συνήθως τονίζεται ιδιαίτερα.
β) Ο όντάς πού βρίσκεται στα δεξιά της εισόδου - νοτιοδυτικά - και αποτελεί το χειμωνιάτικο καθιστικό, αλλά και χώρο ύπνου και μαγειρέματος. Στη νότια πλευρά του, και πάντα ανάμεσα από δύο παράθυρα, βρίσκεται το τζάκι. Δεξιά και αριστερά του τζακιού μπαίνουν δύο μεγάλα μπάσια, διαστάσεων περίπου 1.50χ2.00 μ., υπερυψωμένα κατά 0.20 μ. περίπου και στρωμένα με βαριά βαθύχρωμα και πολύχρωμα υφαντά. . Η οροφή του είναι απλό ή λιτά κοσμημένο ταβάνι.
γ) . Ο χωτζιαρές που βρίσκεται στα αριστερά της εισόδου -βορειοανατολικά- και αποτελεί τον καλοκαιρινό χώρο διαμονής, αλλά κυρίως το χώρο υποδοχής. Ο χώρος αυτός έχει τα περισσότερα παράθυρα και κατά τις τρεις πλευρές φέρει μπάσι πλάτους περίπου 0.60-0.80 μ., υπερυψωμένο παλιότερα κατά 0,10μ. και αργότερα κατά 0.30-0.40 μ., πού είναι στρωμένο με πολύχρωμα ανοιχτόχρωμα υφαντά και πολλά μαξιλάρια. Τέλος, η οροφή του είναι το πιο φροντισμένο ταβάνι του σπιτιού.
Σημειώνεται ακόμα πώς ο τρίχωρος αυτός τύπος σπιτιού έχει πάντα μικρή η μεγάλη αυλή, η όποία περιβάλλεται από ψηλή μάντρα με τη χαρακτηριστική στεγασμένη πλακοσκεπή αυλόθυρα.
Ο τύπος του τετράχωρου αρχοντικού διαμορφώνεται από τη σταυροειδή διαίρεση, σε όλο το ύψος, τετράγωνης κάτοψης. Είναι κατά κανόνα διώροφος με τούς χώρους διαμονής στον όροφο και τα βοηθητικά στο ισόγειο-υπόγειο, όπως αποθήκες, στάβλο κτλ. Οι χώροι διαμονής του είναι:
α) Το σαράι, που αποτελεί την είσοδο και τον πρώτο χώρο υποδοχής. 'Ο προσανατολισμός του είναι νοτιοδυτικός, βλέπει προς την ανοιχτή θέα του ορίζοντα και οι εξωτερικοί τοίχοι του φέρουν συνεχή ανοίγματα, τα όποία παλιότερα ασφαλίζονταν με ξύλινα παραπετάσματα χωρίς τζαμλίκια. Κάποια οπό τις εξωτερικές πλευρές του συνήθως εξέχει και ένα τμήμα του δαπέδου του υπερυψώνεται κατά 0.30 μ. περίπου και φέρει μπάσια ντυμένα με τα καθιερωμένα υφαντά, ώστε να διαμορφώνεται στάση αναμονής και πρώτης υποδοχής. Η οροφή του είναι απλό ταβάνι, διακεκριμένα κοσμημένο κατά το τμήμα της υπερύψωσης.
β) Ο χωτζιαρές, που βρίσκεται αντίκρυ στην είσοδο - νοτιοανατολικά - και είναι ο χώρος υποδοχής. . Ο χώρος αυτός είναι διαμορφωμένος όπως και στην περίπτωση του λαϊκού σπιτιού, με σημαντικά όμως πλουσιότερο διάκοσμο, ιδιαίτερα στην οροφή, πού φέρει ξυλόγλυπτο ρόδακα στο κέντρο, φόντο διαμορφωμένο, διακοσμητικά με πηχάκια κ.α. Το εντελώς νέο στοιχείο του χώρου είναι οι φεγγίτες πάνω από τα παράθυρα πού έχουν απλή μορφή «βιτρώ».
γ) Ο όντάς πού βρίσκεται βορειοδυτικά και χρησιμεύει για χειμωνιάτικη διαμονή και υποδοχή. Ο χώρος αυτός φέρει ελάχιστα ή και καθόλου παράθυρα, τζάκι και μπασιά πλατιά, ντυμένα με βαριά βαθύχρωμα υφαντά.
δ) Το γωνιαίο ή κρυφό πού βρίσκεται στην αντιδιαμετρική γωνιά από την είσοδο, και αποτελεί τον καθαρά χώρο διαμονής. 'Η προσπέλαση σε αυτό γίνεται κυρίως μέσα από τον όντά, κάτω από χαμηλές πόρτες ύψους έως 1.60 μ., αλλά και ανάμεσα από μεσάντρες, έτσι πού δημιουργείται ή εντύπωση του απροσπέλαστου και απόκρυφου-κρυφού χώρου. Εδώ υπάρχουν απαραίτητα πλατιά μπάσια, τζάκι και ντουλάπια, ενώ ή οροφή του είναι όπλό ταβάνι.
Το τετράχωρο αρχοντικό έχει πάντα αυλή, όμοια με το λαϊκό τύπο, άλλά μεγαλύτερη.
Στον τύπο του αρχοντικού ανήκει και η παραλλαγή όπου η τετράγωνη κάτοψη τέμνεται όχι σταυρωτά, άλλά εγκάρσια, σχηματίζοντας συνολικά πέντε χώρους.. Ο τύπος αυτός απαντάται κυρίως ως ήμιτριώροφος με δέκα συνολικά χώρους διαμονής και τα βοηθητικά στο ημιυπόγειο. Εσωτερικά διατηρεί τον ίδιο εξοπλισμό, όχι όμως και την ίδια αυστηρότητα στη διάκριση των χώρων, ενώ γενικά ο διάκοσμος των οικοδομικών στοιχείων εμφανίζει μικρότερη μορφολογική αυστηρότητα.
Τυπολογικά, οι τύποι του μετσοβίτικου σπιτιού προέρχονται από δύο διαφορετικές συνθετικές αντιλήψεις του στενομέτωπου και του πλατυμέτωπου. Κατά την πρώτη, ή μονόχωρη καλύβα, επαναλαμβανόμενη παράλληλα με την κλίση του εδάφους, σχηματίζει το δίχωρο τύπο, ο όποίος επαναλαμβανόμενος επίσης κάθετα προς την κλίση δημιουργεί τον τετράχωρο τύπο. Κατά τη δεύτερη αντίληψη, ο μονόχωρος τύπος, επαναλαμβανόμενος κάθετα στις κλίσεις, δίνει τον τύπο του τρίχωρου, ο όποίος πάλι επαναλαμβανόμενος παράλληλα με την κλίση δίνει τον τύπο του πεντάχωρου αρχοντικού.



Σημειώνεται ότι ή χρήση της στενομέτωπης διάταξης είναι προσφορότερη για περιοχές μεγάλης κλίσης, επειδή δε διαμορφώνει πλατύ μέτωπο κάθετα στη ροή του νερού ούτε εστίες συγκέντρωσης χιονιού. Παρατηρείται ακόμα πώς ο τύπος του δίχωρου και τετράχωρου σπιτιού δε συναντιέται πουθενά αλλού παρά ο πρώτος στην περιοχή της Κόνιτσας και ο δεύτερος περιορισμένα στις γειτονικές περιοχές του Ζαγοριού και της Θεσσαλίας. Και το σημαντικότερο, ότι ο τύπος του δίχωρου είναι ταυτόσημος με τον τύπο του αρχαιοελληνικού μεγάρου, ενώ ο τετράχωρος είναι εκπληκτικά ταυτόσημος με τη μεγαροειδή οικία της Πριήνης, του Αγρινίου και της Ηπειρώτικης Αδριανούπολης. Αντίθετα, ο τύπος του πλατυμέτωπου τρίχωρου σπιτιού είναι διαδομένος παντού, και εκείνος του πεντάχωρου αρχοντικού συναντιέται ευρύτατα και στα αστικά κέντρα, ακόμα και με τη μορφή του νεοκλασικού. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί πώς ο τύπος του πεντάχωρου αρχοντικού πέρα από τη μειωμένη αυστηρότητα στη διάκριση της ιδιαιτερότητας των χώρων πού προηγούμενα επισημάνθηκε, εμφανίζει την ίδια αντίληψη και στη διαμόρφωση των λεπτομερειών. Παρουσιάζει επίσης και επιρροές αστικής αρχιτεκτονικής αντίληψης, όπως υπερβολικές και επαναλαμβανόμενες καμπυλότητες, ψηλές πόρτες φορτωμένες με κυμάτια, οροφές με παραστάσεις λουλουδιών κτλ.
Το συμπέρασμα πού προκύπτει είναι πώς οι τύποι του δίχωρου και τετράχωρου σπιτιού αποτελούν τα αρχιτεκτονικά αρχέτυπα της παραδοσιακής μετσοβίτικης αρχιτεκτονικής και σαφείς μαρτυρίες για τη συνέχειά της από τους χρόνους της Αρχαιότητας μέχρι σχεδόν πρόσφατα. Και πώς οι τύποι του τρίχωρου και του πεντάχωρου σπιτιού αποτελούν μορφές νεώτερες, και ειδικότερα του 18ου και 19ου αιώνα, της εποχής δηλαδή που οι Μετσοβίτες ανέπτυξαν υπερτοπικές δραστηριότητες.
Τα υλικά δόμησης και οι τρόποι κατασκευής του μετσοβίτικου σπιτιού δεν παρουσιάζουν σημαντικές ιδιαιτερότητες σε σύγκριση με τις παραδοσιακές εφαρμογές στην Ήπειρο γενικά. Τα κύρια υλικά δόμησης είναι τα φυσικά υλικά της περιοχής: η γκριζοκαφετιά ή γκριζοπράσινη πέτρα για τις τοιχοποιίες, οι γκριζοπράσινες σχιστολιθικές πλάκες για τις επικαλύψεις και δαπεδοστρώσεις και το ξύλο της άξιας, του ρόμπολου και της Πεύκης για τις ξυλοκατασκευές. Η χρήση μετάλλων παλιότερα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.
Οι τρόποι κατασκευής είναι όμοιοι με τους τυπικά παραδοσιακούς. Οι εξωτερικοί τοίχοι κατασκευάζονται σε πάχη 0.50-0.70 μ. με άσβεστο κονίαμα και ξυλοδέματα ανά 0.70 μ. περίπου και εσωτερικά μένουν ανεπίχριστοι, μόνο δε κατά την προεξοχή αποτελούν ξυλοκατασκευή. Οι εσωτερικοί τοίχοι και μερικά εξωτερικά τμήματα τού ορόφου μπορεί να είναι από μπαγδατί. Στο υπόγειο οι τοίχοι διατηρούνται ανεπίχριστοι, ενώ στον όροφο, εσωτερικά, επιχρίονται και ασβεστώνονται. Η στέγη γίνεται τετράρριχτη με κλίση περίπου 45% από ψευτοζευκτά άξιας η ρόμπολου και επικαλύπτεται με πλάκες. Οι εσωτερικές πόρτες, με ορθογώνιο πλαίσιο παλιότερα και τοξωτό, είναι ταμπλαδωτές, ενώ οι εξωτερικές είναι καρφωτές με πολύ πλατιές σανίδες. Τα άλλα ανοίγματα κλείνονται με τζαμλίκια που χωρίζονται με καίτια και ταμπλαδωτά πατζούρια η κάγκελα, τα όποία παλιότερα ήταν ξύλινα. Οι οροφές είναι ξύλινες απλές με πλατιά σανίδια ή σκαλιστές και παλιότερα σύνθετες, ανάλογα με τη χρήση του χώρου. Οι διακοσμημένες οροφές φέρουν απαραίτητα ατό κέντρο μεγάλο ρόδακα, ο οποίος αρχικά είχε μορφή θόλου, φόντο (κάμπο) γεμισμένο από σκαλιστά η όπλά πηχάκια σε διάφορους σχηματισμούς ή και μπλε χρώμα, ενώ στις γωνιές τοποθετούνται διακοσμημένα τρίγωνα. Είναι βέβαιο ότι οι οροφές συμβολίζουν τον ουρανό, δεδομένου ότι ο κοίλος ρόδακας αποκαλείται κουμπές, όπως και οι θόλοι των εκκλησιών. Τα δάπεδα στους ορόφους είναι ξύλινα από πλατιές σανίδες, ενώ στα υπόγεια και στις αυλές είναι χωμάτινα ή πλακόστρωτα. Το χρώμα συναντιέται σπάνια, εκτός από το λευκό του ασβέστη στους τοίχους, και στον κουμπέ, που χρωματιζόταν με βαθιά χρώματα. Τα ντουλάπια, εντοιχισμένα και κυρίως εξωτερικά, είναι ταμπλαδωτά όπλα, ενώ οι μεσάντρες είναι περίτεχνα κοσμημένες ή και ζωγραφισμένες. Τέλος τα τζάκια είναι κατασκευασμένα από ξύλινο σκελετό επιχρισμένο και φέρουν, μέσα στη φούσκα, μικρό Φεγγίτη με τζάμι χωρισμένο κατά το σχήμα του σταυρού. Το φαινόμενο αυτό του Φεγγίτη είναι μοναδικό.Λέγεται πώς χρησιμεύει για να βλέπουν καλύτερα κατά το μαγείρεμα στην εστία και να βλέπουν πότε θα φέξει ή μέρα, Είναι όμως βέβαιο πώς ο Φεγγίτης αυτός συμβάλλει στο να διατηρείται ή εστία πάντα φωτεινή, από τη φωτιά και από το φως της ημέρας. Αν ακόμα σκεφτούμε πώς απαραίτητο στοιχείο εξοπλισμού της εστίας είναι η τυπική μετσοβίτικη μπουχαροποδιά, όπου σύνθεση και διάκοσμος συμβολικά απεικονίζουν πάντα το φυσικό ορίζοντα, φυτά, ζώα, υποχρεωτικά το τοπικό ποτάμι του. Ασπροπόταμου και πώς η σύνθεση εμφαντικά διαιρείται σε δύο μέρη με τεθλασμένη γραμμή, όμοια με τις κορυφογραμμές του ορίζοντα, ξεχωρίζοντας τον ουρανό από τη γη, γίνεται φανερό ότι: το τζάκι του μετσοβίτικου σπιτιού, φορτισμένο συμβολικά με το «άσβεστο» φως και την παράσταση του κοσμικού «γίγνεσθαι», συγκινησιακά προσδίδει στο χώρο υπερβατικές διαστάσεις ως «ιερά εστία», όπως και στα πανάρχαια χρόνια.
Θεωρώντας, τέλος, αισθητικά τις συνθετικές αρχές του μετσοβίτικου σπιτιού παρατηρούμε ότι:
α). Εξωτερικά, γενικά, δεν εμφανίζει καμιά ιδιαίτερη μορφολογική προσπάθεια. Εκφράζεται απλά κατά τις επιταγές και τις απαιτήσεις της λειτουργίας και της κατασκευής. Τα μόνα στοιχεία πού 'εξαίρονται είναι οι μελωδικές καμινάδες και κυρίως ή χαρακτηριστική προεξοχή του σαραγιού στον όροφο η οποία, με την ελαφρότητά της, προσδίδει τη μόνη και χαρακτηριστική ιδιοτυπία. Η εξωτερική μορφή του μετσοβίτικου σπιτιού είναι λιτή και αυστηρή σαν μονόλιθος, όγκοπλαστικά και ποιοτικά. Έτσι, ο μονολιθικός του όγκος, συμπαγής όπως τα βουνά, το οξυκόρυφο της τετράρριχτης στέγης με τις καμινάδες, όμοιες με τις κορυφές και τα έλατα, αλλά και η ταύτιση των υλικών της όψης με τα υλικά της φύσης, συνθέτουν αναμφίβολα μία βαθύτερη σχέση ομολογίας μεταξύ κτίσματος και φυσικού χώρου.
β)Εσωτερικά, αντίθετα από την εξωτερική του λιτότητα, το μετσοβίτικο σπίτι διαθέτει έναν ιδιότυπο πλούσιο κόσμο πού συντίθεται από τη λειτουργικά και συγκινησιακά διάφορη συμπεριφορά των χώρων του σαραγιού, που, ως σχεδόν ημιυπαίθριος χώρος, φωτεινός και εστιακά κοσμημένος έλκει με ήπια ένταση. του χωτζιαρέ, που με τη φωτεινότητα, την

πολυχρωμία, την πλούσια διακόσμηση και την πολυκοσμία των συγκεντρώσεων προκαλεί σε εξωστρέφεια του όντα, που ως χώρος της βαρυχειμωνιάς, με την απλότητα, τη βαθύχρωμη πολυχρωμία και το λιγοστό φως γίνεται χώρος άνεσης και εσωστρέφειας και του κρυφού, που με τον απλό διάκοσμο, το μετρημένο φωτισμό, τις λειτουργικές ευκολίες του και τη δύσκολη προσπέλαση, γίνεται άνετο άδυτο της ατομικότητας
Ουσιαστική ακόμα συμβολή στη μορφοποίηση του εσωτερικού χώρου προσφέρουν οι ξύλινες διακοσμήσεις και τα υφαντά, τα οποία, πέρα από αισθητικό πλούτο, μεταφέρουν συμβολικά αρχέτυπες μνήμες.. Ο συμβολισμός του Ουρανού στο ταβάνι με τον κουμπέ ή τον ήλιο ως ρόδακα και τ' αστέρια, αλλά και ο συμβολισμός της Γης στα στρωσίδια και στα άλλα υφαντά, με τη συμβολική εικονογραφία του Ασπροπόταμου και κάθε είδους ζωντανών και λουλουδιών σε βαθιά σκούρα χρώματα, θεμελιώνουν τη συνείδηση πρωταρχικών κοσμογονικών αναφορών. Και η εστία με το αέναο φως της, που όταν δεν το δίνει η φωτιά το δίνει ο ήλιος και ο φωτεινός ουρανός μέσα από τη μικρή θυρίδα, επιβάλλει την ιερότητά της, ως σημείο σύγκλισης της οικογένειας και των Θεών.
Έτσι η εποχιακή χρήση των χώρων, η εναλλαγή του ύφους, το ιερό της εστίας και ο συμβολισμός του Ουρανού και της Γης συνθέτουν ένα χωροχρονικό σύνολο συγκινησιακά εντατικό και συμβολικά κοσμολογικό. Με άλλα λόγια, το εσωτερικό του μετσοβίτικου σπιτιού μορφοποιείται «κατ’ εικόνα και ομοίωση» του χωροχρονικού κόσμου, ως ναός, και το εξωτερικό του ως μέλος του όλου συντίθεται ομόλογα, αρμονικά, ευ – μορφα.
Το γενικό λοιπόν συμπέρασμα είναι πως το μετσοβίτικο σπίτι, ως λειτουργία και χώρος, γεννήθηκε από τον ίδιο τον τόπο και, μέσα από την αδιάκοπη εφαρμογή του, τελειώθηκε ως αρχιτεκτονικό έργο.