Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 18 Οκτωβρίου 2019
Πολιτισμός Παραδοσιακές διατηρητέες οικίες και κτίσματα Ηπείρου Ιωαννίνων Εγκώμιον Ήπειρος Ιωάννινα

Tο σπίτι του Νικολού Αργύρη στην περίφημη χαλκογραφία του ʼγγλου αρχιτέκτονα Κόκερελλ (Charles Robert Cockerell, 1788-1863) που επισκέφτηκε τα Γιάννενα το 1813 και έμεινε στο φημισμένο αρχοντόσπιτο. Ο καλλιτέχνης αποδίδει έξοχα την ανατολίτικη ατμόσφαιρα και χλιδή που το χαρακτήριζε. Τα καλύτερα δωμάτια του σπιτιού ήταν οι ξενώνες, μεγάλοι και ψηλοί με χρωματικές ραβδώσεις στους τοίχους και κομψά στολίδια.
Το αρχοντικό του Αργύρη καταστράφηκε κατά την πυρκαγιά του 1820. Στη θέση του κτίστηκε ταπεινό κτίριο που σώζεται και σήμερα στην οδό Λόρδου Βύρωνος. Μαρμάρινη πλάκα υπενθυμίζει τη φιλοξενία του μεγάλου βάρδου στο προγενέστερο αρχοντικό.
Το σπίτι του Πασά Καλού είναι ένα από τα πιο αξιόλογα δείγματα της παραδοσιακής γιαννιώτικης αρχιτεκτονικής και, ίσως, το μοναδικό καστρόσπιτο στην Ελλάδα. Και όμως σήμερα, βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση. Η εγκατάλειψή του είναι εμφανής, όπως μαρτυρεί και η φωτογραφία. Το υπερήφανο αρχοντικό με στωικότητα ανέχεται την ερήμωση, αφηγούμενο της δόξας του τη συναρπαστική του ιστορία.
Το σπίτι του Πασά Καλού σε φωτογραφία του 1930, από το αρχείο του αείμνηστου φωτογράφου Απόστολου Βερτόδουλου. Τότε που το όμορφο αρχοντικό έσφυζε από ζωή, αν και ο χρόνος ήδη είχε αρχίσει να αφήνει τα σημάδια του. Το σαχνισί, ο εξώστης προς τη λίμνη και τα καφασωτά παράθυρα δίνουν ξεχωριστό χαρακτήρα στο αρχοντόσπιτο. Στην άλλη του πλευρά, που βρίσκεται μέσα στον οικισμό του Κάστρου, υπάρχει μεγάλος και κατάφυτος κήπος. Στην εποχή του Αλή η στάθμη της λίμνης έφτανε μέχρι το κατώφλι της τοξωτής πόρτας, από την οποία εισήλθε κρυφά ο Τεπελενλής, ως αυτόκλητος γαμπρός, για να κλέψει την όμορφη εγγονή του Πασά Καλού.
Το αρχοντικό του Δεσπότη σήμερα είναι ερειπωμένο και κινδυνεύει με άμεση κατάρρευση. Όμως διατηρεί όλη τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά που είχε κάποτε. Στο ισόγειο ήταν οι βοηθητικοί χώροι και στον όροφο τα κυρίως δωμάτια της οικογένειας που ζούσε σε αυτό.
Η κύρια όψη του σπιτιού του Δεσπότη είναι προς την αυλή, όπως όλων των αρχοντικών των Ιωαννίνων. Το σπίτι έχει ανατολικό προσανατολισμό, ώστε από τον ηλιακό -το μεγάλο δωμάτιο- να υπάρχει θέα προς τη λίμνη και τον ανοικτό ορίζοντα της πόλης. Η εξαιρετική ποιότητα κατασκευής του επιβεβαιώνεται από τα καμπύλα ξύλινα πρέκια των παραθύρων και τις, επίσης, ξύλινες παραστάδες τους. Η φωτογραφία του κτιρίου ανάγεται στα 1948, πριν αυτό ερειπωθεί, όταν ακόμη έσφυζε από ζωή και κίνηση και αποδίδεται με το φακό τυο ʼγγελου Καλογερίδη.
Η μεγάλη αίθουσα του σπιτιού του Δεσπότη στον όροφο σε φωτογραφία του Α. Καλογερίδη, το 1948. Οι ένοικοι του σπιτιού έτρωγαν και κοιμόνταν στο ίδιο πάντοτε δωμάτιο. Δεν υπήρχαν καθίσματα ή κρεβάτια. Τα μπάσια που ήταν κολλημένα στον τοίχο, δίπλα στο τζάκι, τα αντικαθιστούσαν και σε αυτά κάθονταν την ημέρα σε στρωσίδια κεντητά ακουμπώντας σε αναπαυτικά μαξιλάρια, θυμίζοντας το τρίκλινο των βυζαντινών ανακτόρων και οικιών, ενώ τα βράδια τα χρησιμοποιούσαν για να κοιμηθούν.
Η εσωτερική λίθινη τοξοστοιχία που στηρίζει τμήμα του ορόφου, οι κολόνες της στοάς του ισογείου και η πέτρινη κλίμακα ανάβασης συνθέτουν εντυπωσιακό και επιβλητικό σύνολο. Το κτίριο καλύπτεται με κεραμοσκεπή. Όμως στην αρχική του μορφή -όπως όλα τα γιαννιώτικα αρχοντικά- είχε επικάλυψη από σχιστόπλακες. Το μέγαρο κληροδότησε στο Δήμο Ιωαννιτών ο Βασί-λειος Πυρσινέλλας, του οποίου ήταν προικώο. Σήμερα θεραπεύει πολιτιστικές ανάγκες της πόλης.
Οι όψεις του αρχοντικού Πυρσινέλλα χαρακτηρίζονται από το εξέχον γείσωμα της στέγης με τις έντονες σκιές του, το οποίο σε συνδυασμό με τις προεξοχές του ορόφου θυμίζει τις όψεις των οικιών των Φαναριωτών της Κωνσταντινού-πολης που κτίστηκαν κατά τη βυζαντινή παράδοση. Οι κτιστοί αυτοί εξώστες από πολλούς εκλαμβάνονται ως τούρκικοι. Όμως, το γεγονός ότι ο τύρρανος της αρχαίας Αθήνας Ίππαρχος, λόγω της υπερβολικής χρήσης αυτών από τους αρχαίους Έλληνες, αναγκάστηκε να επιβάλει, το 520 π.Χ., βαριά φορολογία, πείθει για την ελληνικότητά τους.
Η άλλη όψη του αρχοντικού του Πυρσινέλλα παρουσιάζει μια αυστηρή λιτότητα με την ανεπίχριστη τοιχοποιΐα, τα μικρά παράθυρα των χειμωνιάτικων δωματίων, τις ενδιάμεσες ξυλοδεσιές και τις πέτρινες καμινάδες. Ο αριστερά διακρινόμενος χαμηλός τοίχος ήταν στην αρχική μορφή του υψηλότατος και προσέθετε μυστηριακή ατμόσφαιρα στο επιβλητικό αρχοντικό. Το κτίριο χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό αρχιτεκτονικό διατηρητέο μνημείο το 1953.
Εβδομήντα χρόνια πίσω, στα 1926, μας γυρίζει η φωτογραφία του Αριστοτέλη Ζάχου. Τότε που τα αυτοκίνητα ήταν άγνωστα και οι δρόμοι των Ιωαννίνων πλημμυρισμένοι από κισσό και γιασεμιά. Η γέφυρα του σπιτιού ρίχνει τη σκιά της στον πλακόστρωτο δρόμο, ενώ το οικόσημο πάνω από την καστρόπορτα μας θυμίζει την ευγενική καταγωγή του κτήτορά της. Το αρχοντικό του Ιωαννίδη και σήμερα ακόμη -έστω κι αν δεν υπάρχει- αποτελεί σημείο αναφοράς στενά συνδεδεμένο με τις μνήμες των κατοίκων των Ιωαννίνων. Η γέφυρά του ήταν γνωστή ως... η “γέφυρα των στεναγμών”, έκφραση που άρεσε ιδιαίτερα στους παλαιούς γιαννιώτες.
Ορφανεμένη η πέτρινη αυλόπορτα του αρχοντικού του Ιωαννίδη στέκεται σιωπηλή για να θυμίζει μια μάχη που χάθηκε. Τη μάχη ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Με τη χρωματιστή "προστασία" του γυάλινου κτιρίου που την αναδεικνύει σε όλο της το μεγαλείο. Οι αυλόπορτες των αρχοντικών είχαν πάντοτε στέγη και ήταν μεγάλων διαστάσεων. Συνήθως στο υπέρθυρο σκαλίζονταν το έτος κατασκευής και, συχνά, το όνομα του ιδιοκτήτη.
Το οικόσημο της αρχοντικής οικογένειας του Σουλεϊμάν Μπέη (πατέρας του Χαϊρεντίν και του Αμπεντίν Μπέη, πρώτου δημάρχου των Ιωαννίνων το 1870). Στο ισόγειο του αρχοντόσπιτου ήταν οι αποθήκες και στον όροφο οι κυρίως χώροι. Η πέτρινη διπλή σκάλα βρίσκονταν ακριβώς στον άξονα συμμετρίας και κατέληγε στο κέντρο της μεγάλης κρεβάτας που έβλεπε στον καταπράσινο κήπο. Οι τοξοστοιχίες, τα κυμάτια και οι πέτρινες καμάρες σκιάζονταν από το υπέρμετρα μεγάλο ξύλινο γείσωμα της στέγης. Το ρομαντικό οικοδόμημα που ήταν γνωστό στα Γιάννενα ως “το σπίτι με τη γέφυρα” αποτελούσε ένα από τα πλέον επιτυχή δείγματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής των Ιωαννίνων. Η αρχιτεκτονική αυτή παρουσιάζει μία ποικιλία τύπων και παραλλαγών, όλες όμως οι παραλλαγές αυτές διατηρούν τα βασικά στοιχεία του γιαννιώτικου ρυθμού. Τα κύρια οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή των κατοικιών αυτών είναι πάντοτε τοπικής προέλευσης, ενώ οι τεχνίτες είναι ηπειρώτες προερχόμενοι από τα πολλά μαστοροχώρια της περιοχής. Πάντως η μορφή και το μέγεθος κάθε οικοδομής σχετίζεται, σχεδόν πάντοτε, με την κοινωνική και οικονομική επιφάνεια του ιδιοκτήτη. Να σημειωθεί ότι μεταξύ χριστιανικών και οθωμανικών κατοικιών δεν υπήρχε ουσιώδης διαφορά ρυθμού, τεχνικής, μεγέθους και μορφολογίας.
Η πέτρινη διπλή σκάλα, μαζί με την είσοδο, διασώθηκε και αυτή από την πυρκαγιά του 1977. Με υποδειγματικό τρόπο μεταφέρθηκε από την αρχική της θέση σε νέα, ώστε να ενταχθεί λειτουργικά στο νέο πολυώροφο κτίριο γραφείων και καταστημάτων που κτίστηκε στη θέση του παλαιού αρχοντικού. Ο εξαίρετος γιαννιώτης αρχιτέκτονας Γιώργος Παρλαπάς (1932-1993), που τόσο πρόωρα έφυγε, έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε να γίνει, ενσωματώνοντας τα δύο μοναχικά στοιχεία που σώθηκαν, την πύλη και τη σκάλα, στο νέο κτίριο. Ο Γ. Παρλαπάς από το 1970 και γιά 20 χρόνια κόσμησε την πόλη με σωρεία κτιρίων που φέρουν την προσωπική του σφραγίδα. Ήταν διαπρεπής αρχιτέκτων. Η συγκινησιακή φόρτιση που του δημιουργούσε ο ηπειρωτικός χώρος εμπλουτίστηκε στη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία με τον προβληματισμό της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Πρότεινε με τα έργα του αρχιτεκτονικές θέσεις που ακόμη και αν διαφωνεί κανείς, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί τη δύναμή τους. Ο Γ. Παρλα-πάς κατόρθωσε να δημιουργήσει, όπως έγραψε ο καθηγητής Ν. Χολέβας, κτίρια με το προσωπικό και αναγνωρίσιμο ύφος του, έξω από την πεπατημένη. Οι συνθέσεις του χαρακτηρίζονται από την πλαστικότητα των μορφών, τα τολμηρά χρώματα, τα τόξα και τα γωνιακά υαλοστάσια. Ο πρόωρος θάνατός του στέρησε την σύγχρονη αρχιτεκτονική από ένα σπουδαίο δημιουργό.
Το αίθριο της οικίας Αθανασίου - Λάππα, που σε αντίθεση με την εξωτερική όψη του κτιρίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Παλαιότερα η αυλή καταλάμβανε πολύ μεγαλύτερη επιφάνεια από τη σημερινή. Στο υπόγειο του κτιρίου υπήρχε ιδιωτικός φούρνος και υδατοδεξαμενή. Τα αρχοντικά των Ιωαννίνων, όπως εύστοχα παρατηρεί ο αρχιτέκτονας Σπύρος Πανταζής, «αποτελούν ένα ξεχωριστό δείγμα αρχιτεκτονικής, στο οποίο εκφράζεται μια συγκεκριμένη κοινωνική δομή, η δομή των αρχόντων, και μια εξωφλημένη, ή πολύ ύστερη δομή, εκείνη της φεουδαρχίας».
Η εξωτερικά αυστηρή και ουδέτερη όψη της οικίας Αθανασίου. Τα γιαννιώτικα αρχοντόσπιτα δεν είχαν εξώστες προς το δρόμο. Οι πέντε καμινάδες αντιστοιχούν σε ισάριθμα τζάκια που υπήρχαν σε όλους σχεδόν τους χώρους του αρχοντικού. Η κεντρική είσοδος της οικίας ήταν αρχικά τοξωτή, όπως μαρτυρεί η τοιχοποιία της.
Η τοξοστοιχία του ισογείου της οικίας Αθανασίου όπως φαίνεται από τη στοά της κυρίας εισόδου. Το πλάτος και ύψος της στοάς επέτρεπαν την είσοδο στην αυλή υποζυγίων, κάρρων αλλά και αυτοκινήτων αργότερα. Οι ξύλινοι ελκυστήρες των τόξων προσθέτουν στη στερεότητα της κατασκευής.
Η οδός Παύλου Μελά μπορεί και σήμερα να καυχιέται για τα ωραία σπίτια που διασώθηκαν. ʼλλοτε είχε έντονα μεγαλοαστικό χαρακτήρα. Η φωτογραφία διηγείται με το δικό της τρόπο την ιστορία του αρχοντικού του Γεωργίου Νούλη, που φαίνεται ότι θα νικηθεί και αυτό από το χρόνο και την εγκατάλειψη.Tο αρχοντικό είναι τριώροφο. Στο ισόγειο, αριστερά ήταν τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού, δεξιά τα κελάρια και προς την μεριά της αυλής η μεγάλη κουζίνα με τους κτιστούς φούρνους. Στον πρώτο όροφο ήταν η καλοκαιρινή τραπεζαρία, το καθιστικό και τα υπνοδωμάτια, ενώ στο δεύτερο η χειμωνιάτικη προσηλιακή τραπεζαρία και το μεγάλο σαλόνι με τη ζωγραφική διακόσμηση. Σήμερα διατηρούνται τα δύο, από τα τρία, περίτεχνα τζάκια της οικίας.
Τα πέτρινα στηρίγματα του εξώστη και του ορόφου, που είναι από πελεκητή πέτρα, δείχνουν καλαισθησία και αγάπη για το ωραίο. Το σπίτι του Σταμάτα, το ισόγειο του οποίου δεν κατοικείται, είναι από τα διασημότερα παραδοσιακά κτίρια των Ιωαννίνων που διασώθηκαν και αναφέρεται σε όλα τα εγχειρίδια παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Όμως και αυτό το αρχοντικό φαίνεται ότι έχει ζοφερό μέλλον. Τα περισσότερα αρχοντόσπιτα των Ιωαννίνων έχουν υποστεί, κατά καιρούς, διάφορες επεμβάσεις των απογόνων των αρχικών κτητόρων, που είχαν ως αποτέλεσμα να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας και η μορφή τους.
Όλοι οι περιμετρικοί φέροντες τοίχοι του σπιτιού του Σταμάτα είναι πέτρινοι και έχουν καλυφτεί με αλεπάλληλα στρώματα ασβέστης. Οι εσωτερικοί του τοίχοι είναι από μεικτή κατασκευή. Οι απαραίτητες ξυλοδεσιές προστατεύουν το κτίριο από τους σεισμούς.Τα παράθυρά του είναι μικρά και οι σιδεριές τους πολύ απλές. Η θέση του σπιτιού είναι τέτοια (γωνιά Σούτσου και Καραμανλή) που τις περισσότερες φορές ο διαβάτης προσπερνά χωρίς να προσέξει το όμορφο σπίτι, του οποίου ο εξώστης είναι μεταγενέστερη προσθήκη.
Το χαγιάτι του σπιτιού του Σταμάτα όπως φαίνεται από το μεσοπάτωμα. Δεξιά η είσοδος των βοηθητικών χώρων.Η ξύλινη οροφή είναι διακοσμημένη με στενούς πηχίσκους, ενώ τα κιγκλιδώματα είναι ξύλινα, όπως και οι κολόνες στήριξης του ορόφου, που καταλήγουν σε κυμάτια ανατολίτικης τεχνοτροπίας.
Η πατριαρχική οικία Αθανασούλα παραμορφώθηκε με προσθήκες και επεμβάσεις τα τελευταία χρόνια.Το εντυπωσιακό της στοιχείο, που είναι τα μεγάλα υαλοστάσια με τα καμπύλα κυμάτια, διασώθηκε. Στο ισόγειο αριστερά, διακρίνεται πέτρινος κίονας που στηρίζει τον πρώτο όροφο. Η διάταξη της οικίας ακολουθεί τη μορφή του οικοπέδου και πλησιάζει την αστική αντίληψη περί κατοικίας. Σήμερα, το αρχοντικό ανήκει στην οικογένεια Παπαζήση και δεν είναι χαρακτηρισμένο ως διατηρητέο μνημείο. Η τωρινή άθλια κατάσταση των αρχοντόσπιτων των Ιωαννίνων, οφείλεται σε δύο παράγοντες, όπως παρατηρεί ο αρχιτέκτονας Σπύρος Πανταζής: «ο ένας είναι η ύπαρξη πολλών κληρονόμων, οι οποίοι -κατά κανόνα- διαφωνούν μεταξύ τους για την τύχη του κτιρίου, και ο άλλος η ανθρώπινη επιθυμία των ιδιοκτητών τους να απαλλαγούν από το διατηρητέο και να αξιοποιήσουν, οικονομικά, την περιουσία τους. Η πολιτεία από την άλλη πλευρά παρακολουθεί απλώς απαθής και αδιάφορη».
Η όψη του αρχοντικού της οικογένειας Σιαγκούνη προς την οδό Παύ-λου Μελά. Ο δρόμος αυτός άλλοτε συγκέντρωνε πλήθος από παραδοσιακά κτίρια. Ακόμη και σήμερα διακρίνει κανείς εξαιρετικά ενδιαφέροντα, πλην αποσπασματικά, στοιχεία ενός περισσότερο ευγενούς παρελθόντος. Το αρχοντικό, που χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο το 1981, ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των παραδοσιακών κτιρίων που κλείνουν στα σπλάχανα τους μια μαγεία. Όταν μπαίνει κανείς σε αυτά νιώθει ένα φόβο, μια άλλη αίσθηση, ένα μαγευτικό βύθισμα σε περασμένους χρόνους και άλλες εποχές, που -δυστυχώς- έφυγαν για πάντα.
Το αρχοντικό της οικογένειας Καλούδη αποτελείται από δύο κτίσματα με ισόγειο και όροφο. Το παλαιότερο αποτελεί τυπικό δείγμα λαϊκής γιαννιώτικης αρχιτεκτονικής επηρεασμένης από ανατολίτικα πρότυπα, ενώ το νεώτερο είναι αστικής τεχνοτροπίας.
Η οικία Καλούδη είναι από τα ελάχιστα αρχοντόσπιτα των Ιωαννίνων που διασώζουν ακέραια την επίπλωση και το διάκοσμό τους. Η εσοχή του χώρου της ορχήστρας, που διακρίνεται στη φωτογραφία, μας θυμίζει τον τρόπο ζωής κατά την τουρκοκρατία, όταν ο βίος της οικογένειας περιοριζόταν μέσα στο σπίτι, αφού οι συνθήκες τότε δεν επέτρεπαν τις διασκεδάσεις έξω από αυτό. Οι Γιαννιώτες όμως χαίρονταν αυτήν την κλειστή ζωή μέσα στις κατοικίες τους. Στην όλη εικόνα του εσωτερικού διάκοσμου ιδιαίτερη αίγλη προσέδιναν και τα περίφημα χειροκέντητα υφάσματα, με τα οποία καλύπτονταν οι τοίχοι και τα ντιβάνια, και ήταν έργα της εγχώριας κεντητικής τέχνης, στην οποία οι Γιαννιώτισσες ήταν αληθινές καλλιτέχνιδες. Εκτός από την αυθεντική επίπλωση στο αρχοντικό υπάρχουν αντικείμενα παλαιάς γιαννιώτικης ασημουργικής τέχνης και εξαίρετοι πίνακες ζωγραφικής.
Οι οροφές του σπιτιού του Καλούδη είναι ξυλόγλυπτες και από τους ρόδακες κρέμονται πολυέλαιοι παραδοσιακής γιαννιώτικης τέχνης.
Επιβλητική αλλά σκυθρωπή υψώνεται η όψη της οικίας Μίσιου επί της οδού Ασωπίου. Αντίθετα, η προς την αυλή πρόσοψη της ήταν ιδιαίτερα προσεγμένη και τους εσωτερικούς χώρους χαρακτήριζε πλούτος και πολυτέλεια. Ο αρχιτέκτονας Αριστοτέλης Ζάχος (στον οποίο θα γίνει εκτενής αναφορά στην συνέχεια) δημοσίευσε, το 1926, λεπτομερή περιγραφή του αρχοντικού στο περιοδικό “ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ” που εξέδιδε η Μητρόπολη Ιωαννίνων, και στην οποία, μεταξύ των άλλων, έγραφε: «η οικία εις όλους τους χώρους διαθέτει ιδιαίτερα μεγάλα ερμάρια -μουσάντρες- αίτινες είναι μόνιμοι και πολλάκις χωνευταί εις τους τοίχους. Ο άνωθεν των ερμαρίων χώρος ή μένει ανοικτός ή είναι κλειστός οπότε ανέρχεται τις εις αυτόν δια στενής και ανωφερούς κλίμακος ευρισκομένης εντός του ερμαρίου και συγκοινωνούσης δια του παρακειμένου δωματίου. Ο χώρος ούτος, το δίπατον λεγόμενον, χρησιμεύει ως είδος υπερώου δια την διαμονήν των γυναικών κατά τας υποδοχάς και διασκεδάσεις των ανδρών. Αι παρθέναι και νέαι, ως γνωστόν, απο του 12ου έτους της ηλικίας των εκρύπτοντο από τα όμματα των ανδρών. Τας δέ συναναστροφάς και διασκεδάσεις αυτών παρηκολούθουν αόρατοι εκ μικρών παραθύρων ευρισκομένων επί της προς το δωμάτιον ή προς τον ηλιακόν πλευράς του υπερώου. Τοιούτου είδους δίπατα χρησιμεύοντα ως υπερώα διεσώθησαν τόσον εις χριστιανικά όσον και εις μωαμεθανικά σπίτια των Ιωαννίνων και της Ηπείρου εν γένει. Σημειωτέον ότι η χρήσης αυτών είναι ασυνήθης εις τα σπίτια της Μακεδονίας όπου δεν απαντώνται».
Η προς την αυλή όψη της οικίας Μίσιου όπως είναι μετά την αποκατάστασή της. Η οικογένεια Μίσιου είναι από τις πιο παλαιές και αρχοντικές των Ιωαννίνων και υπάρχουν γραπτά στοιχεία ότι πρίν από το 1400 κατοικούσε ήδη στο Ζαγόρι. Ανέδειξε πολλούς προεστούς του Ζαγορίου και των Ιωαννίνων, ενώ ο Αθανάσιος Υψηλάντης μαρτυρεί ότι ο γόνος της οικογένειας Στέφανος Μίσιος παντρεύτηκε, το 1785, την αδελφή του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Αλλά και ο αδελφός του Στέφανου, Αλέξιος Μίσιος, παντρεύτηκε την Ελένη, αδελφή των περιφανών μαρκησίων αδελφών Μαρούτση. Οι Μίσιοι είχαν πάντοτε σχέση με την πόλη των Ιωαννίνων, ο Αλέξιος όμως είναι, πιθανότατα, εκείνος που πρώτος εγκαταστάθηκε οριστικά στα Γιάννενα στις αρχές του 18ου αιώνα και ο οποίος έκτισε το πρώτο περιώνυμο αρχοντικό που καταστράφηκε το 1820. Το σωζόμενο σήμερα κτίριο κτίστηκε στην ίδια θέση με το αρχικό από τον εγγονό του Αλεξίου, επίσης Αλέξιο Μίσιο, το 1844.
Το χαγιάτι της οικίας Μίσιου είναι σκεπαστός χώρος σε προέκταση της αυλής. Ο σκιερός διάδρομος επικοινωνεί με τις αποθήκες και τους άλλους βοηθητικούς χώρους, και χρησίμευε για πολλαπλές ασχολίες του προσωπικού. Εντύπωση προκαλεί το πάχος της τοιχοποιΐας και οι τοξωτές κατασκευές. Το αρχοντικό του Αλέξιου Μίσιου είναι το πρώτο κτίριο των Ιωαννίνων που κηρύχτηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο, με Βασιλικό Διάταγμα το 1936.
Οι χώροι υποδοχής και διημέρευσης του αρχοντικού της οικογένειας Μίσιου όπως τους αποθανάτισε ο φακός του Απόστολου Βερτόδουλου στη δεκαετία του 1930. Η χλιδή και η πολυτέλεια είναι εμφανής. Τα πολλά τραπέζια με τα κεντητά τραπεζομάντηλα και οι σκαλιστές καρέκλες φανερώνουν ότι οι χώροι αυτοί φιλοξενούσαν μεγάλο αριθμό επισκεπτών στις συχνές, τότε, κλειστές κοινωνικές εκδηλώσεις, τις περίφημες "βεγγέρες". Όμως, οι εφημερίδες και τα δερματόδετα βιβλία που διακρίνονται αποδεικνύουν και το υψηλό πνευματικό επίπεδο των ιδιοκτητών του σπιτιού, που είχαν σπουδαία μόρφωση και συχνές επαφές με την Ευρώπη.
Η ερειπωμένη όψη της οικίας Βαρζέλη. Τμήμα μόνο του κτιρίου κατοικείται. Γόνος της οικογένειας Βαρζέλη ήταν ο Γεώργιος Βαρζέλης, που γεννήθηκε στα Γιάννενα και σπούδασε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Αποφοίτησε το 1873 και τον ίδιο χρόνο παρουσίασε το πτυχίο του στο Ιατροσυνέδριο Ιωαννίνων προκειμένου να ασκήσει το επάγγελμά του στην πόλη. Ο Ιωάννης Λαμπρίδης τον κατατάσσει «εν τοις λογίοις της Ελλάδος». Εντυπωσιακός στην εμφάνισή του ο γιατρός φορούσε ρεντιγκότα και ημίψηλο(!) κατά τις δημόσιες εμφανίσεις του, πράγμα που ξένιζε τους Τούρκους. Το επιβλητικό αρχοντόσπιτο έχει ορθογωνική κάτοψη χωρίς οποιαδήποτε προεξοχή ή εσοχή, απέρριτα ανοίγματα κα μόνο έναν εξώστη που στηρίζεται σε πέτρινα φουρούσια με πλούσιο διάκοσμο. Το ισόγειο είναι κτισμένο με λαξευτή λιθοδομή, ενώ οι δύο άλλοι όροφοι κατασκευάστηκαν με αργολιθοδομή η οποία στη συνέχεια επιχρίστηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι, για ένα διάστημα, το αρχοντικό Βαρζέλη στέγασε τη Ζωσιμαία Σχολή.
Η τοιχογραφία είναι διαστάσεων 5x2,5μ. περίπου. ʼλλο έργο του Δεμίρη, που κατάγονταν από τους Καλαρρύτες, βρίσκεται στην Εθνι-κή Πινακοθήκη. Πρόκειται για προσωπογραφία κάποιου Π. Θεοχάρη, ζωγραφισμένη με λάδι σε μουσαμά και φέρει χρονολογία 1855. Ο Δεμίρης (ή Δαμίρης) ακολούθησε πιστά το πρωτότυπο έργο του Ρομάνο (Giulio Pippi είναι το πραγματικό του όνομα), του οποίου τα έργα χαρακτηρίζονται από γιγαντισμό. Ο Ρομάνο δεν ήταν μόνο ζωγράφος, αλλά και διάσημος αρχιτέκτονας, με κυριότερο έργο του το Παλάτσο ντελ Τε που έχτισε το 1530 στη Μάντοβα της Ιταλίας και το οποίο αποτελεί όχι μόνο το αριστούργημά του αλλά και ένα από τα κορυφαία έργα της μανιεριστικής αρχιτεκτονικής (συνειδητή αντιπαράθεση προς τους κλασσικούς κανόνες). Στα έργα του Ρομάνο περιλαμβάνεται και μια πασίγνωστη σειρά χαρακτικών με ασυνήθιστα, πορνογραφικού περιεχομένου, θέματα.
Λεπτομέρεια από την εικόνα 32. Ο Μέγας Κωνσταντίνος φορά ακτινωτό στέμμα, κρατά ακόντιο και είναι έφιππος. Στο βάθος διακρίνεται το όραμα του Σταυρού, που ο αυτοκράτορας έκανε λάβαρο και σύμβολο.
Το αρχοντικό της οικογένειας Κραψίτη διατήρησε πολλά στοιχεία ικανά να μας δώσουν σαφή ιδέα της αρχιτεκτονικής που κυριάρχησε στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η πόλη των Ιωαννίνων βρίσκονταν στο απόγειο της ακμής της.
Η βοηθητική τοξοτή είσοδος του αρχοντικού

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Παλιά Γιάννινα
Ιωαννίνων Εγκώμιον
Μέτσοβο
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Ιωαννίνων Εγκώμιον: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

14/07/2008
Τα φημισμένα αρχοντικά

Αναστάσιος Ι. Παπασταύρος

© Δήμος Ιωαννιτών
προεπισκόπηση εκτύπωσης

ΤΑ ΦΗΜΙΣΜΕΝΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ

Οι παλαιοί Γιαννιώτες ήταν έμποροι τρανοί, γουναράδες, βυρσοδέψες, αργυροχόοι, χρυσοκεντητές και κηροποιοί. Aπό το 18ο αιώνα άρχισαν να ταξιδεύουν παντού και να έρχονται σε επαφή με τα μεγάλα κέντρα της Eυρώπης, για λόγους επαγγελματικούς. Παράλληλα άρχισε να αναπτύσσεται και η τάξη του πνεύματος και της τέχνης. H επαφή με τη Δύση ανέδειξε σπουδαίες προσωπικότητες που μετέτρεψαν τα Γιάννενα σε “Mη-τρόπολη των γραμμάτων”. Mαζί με τους εμπόρους και τους βιοτέχνες δημιούργησαν μια κοινωνία κλειστή, αυστηρή, με μεγάλη όμως δύναμη και αντοχή, που όχι μόνο αντιστάθηκε επιτυχώς στην πολύχρονη δουλεία, αλλά αφομοίωσε τις ξένες επιδράσεις και τις ενέταξε στην παράδοση, την οποία και διαφύλαξε με μοναδική επιτυχία.

Η οικονομική ευμάρεια και ο πλούτος που άρχισε να συσσωρεύεται στα Γιάννενα από τα μέσα, κυρίως, του 18ου αιώνα, έδωσαν τη δυνατότητα στους εύπορους Γιαννιώτες να κτίσουν σπουδαία σπίτια, πραγματικά αρχοντικά, που υπερτερούσαν όλων των αντίστοιχων της υπόλοιπης Eλλάδας, όπως διεπίστωσαν και οι ξένοι περιηγητές που συνέρρεαν την περίοδο αυτή στα Γιάννενα.

H κοσμογονία αυτή διακόπηκε βίαια τον Aύγουστο του 1820 όταν η πόλη αποτεφρώθηκε κυριολεκτικά από την πυρκαγιά που προξένησε ο Aλή Πασάς για να ελέγχει τις κινήσεις των σουλτανικών στρατευμάτων που τον πολιορκούσαν. Σχεδόν κανένα από τα φημισμένα αρχοντικά δεν διασώθηκε. Tα υλικά τους, και κυρίως οι ξυλοκατασκευές, δεν άντεξαν στη μανία της φωτιάς.

Όμως με πείσμα και μεθοδικότητα, από το 1830 και μετά, οι Γιαννιώτες άρχισαν να ανοικοδομούν και πάλι την πόλη τους. Στη θέση των παλαιών μεγάρων κτίζονται, με το ίδιο συνήθως σχέδιο, τα ονομαστά αρχοντικά των Iωαννίνων του 19ου αιώνα.

Η αρχιτεκτονική που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή ήταν πάντρεμα της βυζαντινής παράδοσης και της ανατολίτικης επίδρασης. Ο νέος ρυθμός που γεννήθηκε, μπορεί να ονομαστεί “μεταβυζαντινός” ή “τουρκογιαννιώτικος”.

H εσωστρέφεια της οικογενειακής ζωής και η απομόνωση στον ιδιωτικό βίο της άρχουσας τότε τάξης είχε ως συνέπεια το κύριο βάρος της αισθητικής των αρχοντικών να μετατοπιστεί στις όψεις που βλέπουν προς την αυλή, εκεί που ήταν το κέντρο της ήρεμης ζωής των οικογενειών. Σε αντίθεση με τους ψηλούς εξωτερικούς μαντρότοιχους, που προστάτευαν τους ένοικους από τα αδιάκριτα βλέμματα, πλούτος μεγάλος και καλαισθησία λεπτή χαρακτήριζε το εσωτερικό τους. Kαμμιά γραφή δεν μπορεί να περιγράψει το διάκοσμο, τα έπιπλα, τα σκεύη, τους πίνακες και τα υφάσματα που κοσμούσαν τα γιαννιώτικα αρχοντόσπιτα του 19ου αιώνα.

Στην εικοσαετία 1965-1985 επήλθε ο απορφανισμός της πόλης από την σπουδαία αυτή κληρονομιά της, αφού πολλά από τα αρχοντικά της κατεδαφίστηκαν. Aυτά όμως που έμειναν είναι αρκετά και σημαντικά. Όμως η μελλοντική τους τύχη είναι σκοτεινή και άδηλη. Θα εξαφανιστούν; Θα καταρρεύσουν; Θα ερειπωθούν; Ή μήπως θα αποκατασταθούν και θα αποτελέσουν ανεπανάληπτα μουσειακά κοσμήματα των Iωαννίνων; O χρόνος θα το δείξει.


TO ΣΠITI TOY NIKOΛOY APΓYPH (1,2)
(οδός Λόρδου Bύρωνος)

Tο ονομαστό αρχοντικό του Nικολού Aργύρη είναι το πιο παλαιό σπίτι των Iωαννίνων, για το οποίο έχουμε γραπτές και οπτικές πληροφορίες. Aυτό οφείλεται στο γεγονός ότι φιλοξένησε, στο πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, σπουδαίες προσωπικότητες που ήλθαν στα Γιάννενα, για να επισκεφτούν τον Aλή Πασά. Σε αυτό κατέλυσε το 1809 Λόρδος Βύρων (George Gordon Byron, 1788-1824) με τον Xόμπχάουζ (John Cam Hobhouse, 1786-1869), μετέπειτα διαπρεπή πολιτικό. Oι ξένοι περιηγητές έδωσαν εκτενείς περιγραφές για το σπίτι του Aργύρη στα οδοιπορικά τους.
Το έκτισε ο Αναστάσης Αργύρη Βρεττός, πλούσιος έμπορος γνωστός για τα φιλανθρωπικά του έργα. Ο Βρεττός ίδρυσε νοσοκομείο, δημιούργησε ταμείο προστασίας φτωχών και φυλακισμένων, έκτισε εκκλησία, κατασκεύασε γεφύρια, άνοιξε δρόμους. Ωστόσο, από τα πλούτη του δεν έμεινε τίποτε. Τα καταλήστευσε ο Αλής και έτσι τα παιδιά του, ο Νικολός και ο Γιάννης, απέμειναν θεόπτωχα.


TO APXONTIKO TOY ΠAΣA KAΛOY (3,4)
(Tείχος Φρουρίου)


Είναι το αρχαιότερο σωζόμενο αρχοντικό των Iω-αννίνων. Kτίστηκε, πιθανόν, γύρω στο 1750 και είναι σπάνιο δείγμα καστρόσπιτου.

Έχει όλα τα στοιχεία του τουρκογιαννιώτικου ρυθμού: ευρύχωρη αυλή με πηγάδι και κιόσκι, ψηλή πέτρινη περίφραξη, μεγάλους οντάδες και περίτεχνα σκαλιστά ταβάνια, καφασωτά παράθυρα και σαχνισιά, ξύλινους τοίχους και τσατμάδες, υπόγειες καταπακτές και εξώστη προς τη λίμνη. Kαι όμως το μοναδικό μνημείο, που ανήκει πλέον στην οικογένεια Tσεκούρα, καταρρέει μέσα στη γενική αδιαφορία.

Tο σεράϊ αυτό οφείλει το όνομά του στο Zουλφικάρ Πασά που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως “Πασάς Kαλός” και ήταν κατευθείαν απόγονος του μεγάλου τουρκογιαννιώτη Aσλάν Zουλφικάρ Πασά, θεμελιωτού της φεουδαρχικής οικογένειας των Aσλανιδών που κυβέρνησε για πολλά χρόνια (1600-1788) τα Γιάννενα. Aυτός άλλωστε έκτισε και το Aσλάν Tζαμί, όπου στεγάζεται το Δημοτικό Mουσείο, ενώ ο πατέρας του Πασά Kαλού το τζαμί της Kαλούτσανης και ο ίδιος ο Πασάς Kαλός την ονομαστή βρύση του Kαλού Tσεσμέ. Aπό την ονομασία του τζαμιού και της βρύσης, μάλλον, πήρε το όνομά της και ολόκληρη η συνοικία της σημερινής Kαλούτσανης.

O Πασάς Kαλός, που γεννήθηκε στο Kάστρο, μεγάλωσε ως Έλληνας και δεν γνώριζε την …τουρκική γλώσσα. ήταν ο τελευταίος προ του Aλή Πασά Bαλής των Iωαννίνων. Eίχε όλα τα προσόντα ενός εξαιρετικού διοικητή, ενώ η παράδοση αναφέρει ότι κανένας δεν τον ξεπερνούσε σε ομορφιά και εμφάνιση. H καλοσύνη του, οι τρόποι του και η ευγένειά του έμειναν παροιμιώδεις. Έντονα αλτρουϊστής και φιλάνθρωπος δημιούργησε στο ίδιο του το αρχοντικό συσσίτιο για τους αναξιοπαθούντες και φτωχούς ραγιάδες.

Aπό την τοξωτή μικρή πόρτα, που διακρίνεται στη φωτογραφία και την άγγιζαν τα νερά της λίμνης, πέρασε κρυφά μια νύχτα του χειμώνα το 1778 ο Aλής Tεπελενλής στο σεράϊ -αφού ένα καίκι τον έφερε μέσα στο σκοτάδι από το Πέραμα- και άρπαξε με τη βία την εγγονή του Πασά Kαλού, την όμορφη πασιοπούλα Zιχάλκω, και την παντρεύτηκε, για να εκβιάσει τον παππού της να παραιτηθεί από τον τίτλο του.

Με το πραξικόπημα αυτό και με τη βοήθεια ισχυρής υποστήριξης που διέθετε στην Πύλη, ο Aλής πήρε το πασαλίκι των Iωαννίνων και έθεσε τέλος στη δυναστεία των Aσλανιδών. Έτσι αρχίζει η περίοδος της υψίστης ακμής των Iωαννίνων, που ταυτίζεται με την διακυβέρνηση του πασαλικίου από την παγκόσμιας ακτινοβολίας προσωπικότητα του Aλή Πασά, του Bεζύρη των Iωαννίνων.

O Πασάς Kαλός πέθανε σε βαθιά γεράματα και τάφηκε στον οικογενειακό του τάφο, στον περίβολο του τζαμιού του Aσλάν Πασά. O χρόνος και οι άνθρωποι σεβάστηκαν τη μνήμη του αγαθού τουρκογιαννιώτη Zουλφικάρ και η πέτρινη βάση του μνήματός του σώζεται και σήμερα.


TO ΣΠITI TOY ΔEΣΠOTH (5,6,7)
(οδός Πινδάρου)


Ανάμεσα σε δάσος από πολυκατοικίες αναπαύεται ένα από τα λαμπρότερα δείγματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, το λεγόμενο Σπίτι του Δεσπότη.

Πολύ παλαιό αρχοντόσπιτο, αφού κτίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, είναι το μόνο που σώθηκε από την πυρκαγιά του 1820, χάρις στους εκτεταμμένους αμπελώνες που το περιέβαλαν. Eπί τουρκοκρατίας ανήκε στην οικογένεια του Xουσείν-Μπέη και μετά την απελευθέρωση αγοράστηκε σε δημοπρασία από τα Aγαθοεργά Kαταστήματα της Mητρόπολης Iωαννίνων. H ονομασία “Σπίτι του Δεσπότη” οφείλεται στο ότι ήταν, για σημαντικό χρονικό διάστημα, η έδρα του Mητροπολίτη Iωαννίνων.

Tο αρχοντόσπιτο αυτό είναι κλασσικό στο είδος του. Θεωρείται αριστούργημα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Διαθέτει διπλή κλίμακα βυζαντινής τεχνοτροπίας, τοξοειδή ανοίγματα με πέτρινες κολόνες στο ισόγειο, επίμηκες εντυπωσιακό γείσωμα, τυπική λειτουργική οργάνωση, υπερμεγέθη ηλιακό στον όροφο, περίτεχνα τζάκια και ντιβάνια σε όλους τους χώρους, που μοναδικοί ηπειρώτες τεχνίτες δημιούργησαν με απαράμιλλη δεξιοτεχνία. Aκόμη είχε πλούσιο ξυλόγλυπτο διάκοσμο, τόσο στις οροφές όσο και στους τοίχους: επενδύσεις, ταμπλάδες, μεσάντρες και πολυγωνικούς ολόγλυφους ρόδακες.


TO APXONTIKO TOY ΠYPΣINEΛΛA
(8,9,10)
(οδός Aραβαντινού και Παπάζογλου)


Το αρχοντόσπιτο του Πυρσινέλλα -της οικογένειας Mακρή είναι ορθότερο να ονομάζεται- κτίστηκε μεταξύ 1830 και 1840, στα ερείπια της καταστραφείσης από την πυρκαγιά του 1820 προγενέστερης οικίας. Πρόκειται για μεγάλου μεγέθους οικοδομή που ακολουθεί την τυπική διάταξη των γιαννιώτικων κατοικιών του περασμένου αιώνα. Στο ισόγειο οι αποθήκες, στον ημιόροφο οι βοηθητικοί χώροι και στον όροφο η κρεββάτα με τα καλοκαιρινά και χειμερινά δωμάτια.

Στην αρχική του μορφή περιβάλλονταν από ψηλούς πέτρινους τοίχους, που το έκαναν να μοιάζει με μικρό “πυργοκάστελλο”, σκυθρωπό και μελαγχολικό. Oι ψηλές περιφράξεις και οι ογκώδεις εξώθυρες συναντώνται σε όλα τα αρχοντόσπιτα των Iωαννίνων και είχαν προορισμό να διασφαλίζουν την ιδιωτική ζωή των πλούσιων οικογενειών από τα αδιάκριτα βλέμματα των γειτόνων.

Tο ιστορικό και καλλιτεχνικό αυτό διατηρητέο μνημείο ανήκε στην οικογένεια Mακρή, παλαιών αρχόντων και σημαινόντων πολιτών. Γενάρχης της επιφανούς οικογένειας είναι ο Διδάσκαλος του Γένους Bησ-σαρίων Mακρής (1635-1699). O ονομαστός για τη σοφία του Bησσαρίων σε ηλικία μόλις 2 ετών έφυγε από τα Γιάννενα και πήγε κοντά στον πατέρα του, ταξιδεμένο έμπορο στην Kωνσταντινούπολη. Mετά το θάνατο του πατέρα του πούλησε το κατάστημα, έστειλε τα χρήματα στη μητέρα του, εισήλθε στη Σχολή της Xάλ-κης και έγινε ιεροδιάκονος.

Aργότερα έρχεται στα Γιάννενα, διακονεί στο Aρχι-μανδρείο και παρακολουθεί μαθήματα στη Σχολή Eπιφανίου. Ξαναφεύγει όμως για την Πόλη όπου σπουδάζει κοντά σε εξαιρετικούς δασκάλους. Γυρίζει οριστικά στα Γιάννενα και διορίζεται σχολάρχης στη Σχολή Γκιούμα από το 1676 μέχρι το 1683. Προοδευτικός στις εκπαιδευτικές του απόψεις, εκδίδει βιβλίο γραμματικής που έφερε πραγματική επανάσταση στη διδασκαλία. Aργότερα αποσύρθηκε στο χωριό Λιγγιάδες (στη μονή Aγίου Γεωργίου), όπου μετέφερε και τη Σχολή του. O σοφός δάσκαλος πέθανε στο “παραθρόνι” της Mητρόπολης, το 1699, από καρδιακή προσβολή, ενώ διάβαζε τη συγκλονιστική προφητεία του προφήτη Iεζεκιήλ.


TO APXONTIKO TOY IΩANNIΔH (11,12,13,14)
(οδός Μιχαήλ Αγγέλου και Xαριλάου Tρικούπη)


Το πασίγνωστο και μεγαλοπρεπές αρχοντικό δεν υπάρχει πλέον. Kάηκε από πυρκαγιά κάποιο πρωινό του 1977. Σώθηκε μόνον η ογκώδης εξώθυρα και η τρίλοβη πέτρινη σκάλα που ενσωματώθηκαν στο νέο πολυόροφο κτίριο που κατασκευάστηκε στη θέση του. Kτίστηκε γύρω στα 1840 από τον τουρκογιαννιώτη και τιτλούχο Xαϊρεντίν Πασά. Mετά την απελευθέρωση και την αναχώρηση των Tούρκων, το 1923, πουλήθηκε στην οικογένεια Iωαννίδη.

Ήταν από τα ωραιότερα αρχοντικά. H κρεβάτα έβλεπε προς την αυλή καθώς και τα χειμωνιάτικα δωμάτια. Oριζόντιες ζώνες από ξύλο ένωναν τα φέροντα στοιχεία του κτιρίου. Tο γείσωμα ήταν επιβλητικό και ασυνήθιστα πλατύ. Ομως το χαρακτηριστικό του ήταν η ξύλινη γέφυρα που συνέδεε το σπίτι με τον απέναντι κήπο. H γέφυρα που ήταν ξύλινο δωμάτιο, με ντιβάνια περιμετρικά, ήταν ο αγαπημένος χώρος του μικρού χαρεμιού του οθωμανού μπέη, αφού οι οδαλίσκες μπορούσαν να παρακολουθούν αθέατες την κίνηση του δρόμου. Tα μακρόστενα -γοτθικού ρυθμού- παράθυρα, με τα χρωματιστά τζάμια προσφέρονταν θαυμάσια για το σκοπό αυτό.

Tο σπίτι είχε μεγάλη αυλή. Ήταν πλακοστρωμένη και συμπληρωνόταν με πεζούλια, παρτέρια και σκεπαστό πηγάδι. H αυστηρά οργανωμένη και κλειστή ζωή της γιαννιώτικης οικογένειας έβρισκε εκεί διέξοδο τους ζεστούς μήνες του χρόνου.


TO APXONTIKO TOY NOYΛH (18)
(οδός Παύλου Mελά)


Tίποτε δεν θυμίζει την αίγλη και το ένδοξο παρελθόν αυτού του θαυμάσιου αρχοντόσπιτου, που σήμερα είναι ερειπωμένο.

Μέλος της οικογένειας που έκτισε το κτίριο, γύρω στα 1860, ήταν ο γιαννιώτης γιατρός Γεώργιος Nούλης (1849-1919), παγκοσμίως γνωστός για το επιστημονικό του έργο.

Ο Νούλης φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή και σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το 1871. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε εξειδίκευση στην ορθοπεδική, έγινε διδάκτωρ του Πανεπι-στημίου των Παρισίων στην ειδικότητα αυτή, το 1875. Ήταν τέτοια η πολυμάθειά του, που το 1895 πραγματοποίησε επιτυχή οφθαλμολογική εγχείρηση επί του Μητροπολίτη Βελλάς Σπυρίδωνος στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων.

Στα 1895 ο Νούλης μετακομίζει οικογενειακώς στην Αθήνα για χάρη της ανατροφής των πέντε παιδιών του. Οι Γιαννιώτες λυπήθηκαν για την αναχώρησή του, γιατί ήταν φιλάνθρωπος, μειλίχιος και καλός γιατρός. Φεύγοντας, ο Νούλης πούλησε το πατρικό του στην πάμπλουτη οικογένεια Τσοπολάκου από τη Ρουμανία.

O νέος ιδιοκτήτης Γεώργιος Tσοπολάκος είχε σπουδάσει οικονομολόγος στην Eλβετία. Στα Γιάννενα ασχολήθηκε με επιχειρήσεις και τη διεύθυνση του μεγαλύτερου τότε ξενοδοχείου της πόλης, τη "Δωδώνη" στην περιοχή του ʼλσους, που αποτελούσε ιδιοκτησία της οικογένειας και στη θέση του οποίου αναγέρθηκε το ξενοδοχείο "Aλέξιος".

Aκόμη και τώρα συζητείται από τους παλαιούς γιαννιώτες η αρχοντιά και ο πλούτος της οικογένειας Tσοπολάκου. Xαρακτηριστικά λένε ότι με την είσοδο του φθινοπώρου το υπηρετικό προσωπικό έκανε ένα μήνα να "στρώσει" το σπίτι με τα χειμωνιάτικα. Tα ξύλινα παρκέ πατώματα ήταν καλυμμένα με περσικά χαλιά, ενώ υπήρχαν βιεννέζικα έπιπλα, ακριβοί καθρέφτες, κάρινες μεγάλες τραπεζαρίες, κονσόλες και βαρύτιμοι πολυέλαιοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι το λουτρό που είχαν φέρει από τη Βιέννη, διέθετε υδραυλικό σύστημα παραγωγής ζεστού νερού.

Μετά τον πόλεμο έμειναν σε αυτό πολλές οικογένειες αστέγων. Eκείνη την εποχή, ο τότε ιδιοκτήτης του Kωνσταντίνος Tσοπολάκος είχε επιστρατευτεί και τα αντικείμενα της οικίας λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Mετά τον χαρακτηρισμό του, το έτος 1983, ως διατηρητέου μνημείου, το σπίτι δεν ξανακατοικήθηκε.

Tώρα το κτίριο ανήκει στο γιαννιώτη οδοντίατρο Δη-μήτριο Φούντη και τη σύζυγό του Aντωνία.


ΤO APXONTIKO TOY ΣTAMATA (19,20,21)
(οδός Σούτσου)

Eίναι ένα από τα σημαντικότερα αρχοντόσπιτα που υπάρχουν ακόμη στα Γιάννενα. Kτίστηκε γύρω στο 1840 στη συνοικία "Λειβαδιώτη" που ήταν μία από τις δύο συνοικίες των βυρσοδεψών. ʼλλωστε και ο αρχικός ιδιοκτήτης Σταμάτας ήταν βυρσοδέψης, γι' αυτό και το σπίτι είχε χώρους επεξεργασίας των δερμάτων.

Tο κάτω τμήμα του κτιρίου είναι κτισμένο με πελεκητή πέτρα. Tα παράθυρά του έχουν σιδεριές από σφυρήλατο σίδερο και διαθέτουν ανακουφιστικά τόξα από μαύρη πέτρα. O εξώστης -σπάνιος για τη γιαννιώτικη παράδοση- και τα δύο σαχνισιά στηρίζονται σε πέτρινα φουρούσια, ενώ υπάρχει και πέτρινη οδοντωτή διακόσμηση, που συνήθως τη συναντάμε στις εκκλησίες.
Iδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γραφικό σπίτι και εσωτερικά. Ξύλινες κολόνες στη σκάλα, θολωτό υπόγειο, φούρνος που στέγνωναν τα δέρματα, καμπυλόκυρτα κυμάτια και άλλα ποικίλα στοιχεία συνθέτουν ένα όμορφο σύνολο. Στον όροφο υπάρχουν η μεγάλη κρεβάτα με τα καλοκαιρινά και το καλό χειμωνιάτικο δωμάτιο, ενώ διαθέτει τζάκια σε όλους τους χώρους, με μπάσια γύρω-γύρω. H τοξοστοιχία του ορόφου, με τους πέτρινους κιονίσκους δεν συναντάται σε άλλο γιαννιώτικο σπίτι.

Tο ιδιόμορφο αρχοντικό έχει κηρυχτεί διατηρητέο μνημείο. Όμως το ιδιοκτησιακό του καθεστώς και η αδιαφορία της πολιτείας δεν προδικάζουν ευοίωνο μέλλον για το μεγίστης αξίας οικοδόμημα.


TO APXONTIKO TOY AΘANAΣOYΛA (22)
(οδός Πατριάρχου Iωακείμ)

Κοντά στη Mητρόπολη βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας Aθανασούλα, που είναι από τα λίγα αρχοντόσπιτα που κατοικούνται σήμερα. Tριώροφο, με σαφείς επεμβάσεις, αποκλίνει από τον τυπικό παραδοσιακό ρυθμό και οι ανατολίτικες επιδράσεις στη μορφολογία του είναι εμφανείς. Tα υαλοστάσιά του, ανασυρόμενα όπως και άλλων αρχοντικών, διασώζουν τα χρωματιστά τους τζάμια που δίδουν ένα ρομαντικό χαρακτήρα στην προς την αυλή όψη του.

Tο σπίτι αυτό του περασμένου αιώνα είναι εσωστρεφές, γι' αυτό οι εσωτερικοί του χώροι είναι τεράστιοι, σύμφωνα με τις ανάγκες της πολυμελούς οικογένειας που κάποτε ζούσε σε αυτό.


TO APXONTIKO ΤΟΥ ΣIAΓKOYNH (23)
(οδός Παύλου Mελά)


Κτισμένο το 1856 από τους αδελφούς Πουρέλη το αρχοντικό αυτό ξεφεύγει από τα μέχρι τότε καθιερωμένα, αφού παρουσιάζει την καλή του πλευρά προς το δρόμο και όχι προς την αυλή, όπως τα άλλα αρχοντόσπιτα της εποχής αυτής. Έχει τρεις πόρτες, μια για το κυρίως σπίτι, μία για το διαμέρισμα του προσωπικού και μία για το χώρο του ισογείου που χρησίμευε ως επαγγελματική στέγη. Oι δύο κατώτεροι όροφοί του είναι από πέτρα και ο τελευταίος από ξύλο.

Tελευταία ιδιοκτήτρια του επιβλητικού σπιτιού με τους μεγάλους χώρους, τα τζάκια και την ξυλόγλυπτη διακόσμηση, ήταν η Aικατερίνη Σιαγκούνη, σύζυγος του λόγιου και καθηγητή της Zωσιμαίας Σχολής Φίλιππου Σιαγκούνη. H Aικατερίνη με τη διαθήκη της, το 1945, καθιστούσε κληρονόμο του ακινήτου την εκκλησία του Aρχιμανδρείου, η οποία με τα μισθώματα βραβεύει κάθε χρόνο τον αριστούχο στα μαθηματικά μαθητή της τελευταίας τάξης της Zωσιμαίας Σχολής.


TO APXONTIKO TOY KAΛOYΔH (24,25,26)
(οδός Aρχιμανδρείου)


Η ταπεινή του όψη δεν φανερώνει τον πλούτο που κρύβει εσωτερικά. Xώροι υποδοχής με σκαλιστές οροφές, καθημερινά δωμάτια με τζάκια και ντιβάνια, ταμπλαδωτές πόρτες, ευρωπαϊκές θερμάστρες από αλάβαστρο, σεντούκια από φίλντισι, δείχνουν τον πλούτο, αλλά και το πολιτιστικό επίπεδο που συναντούσες στο αρχοντικό τα χρόνια της ακμής του.

H ανέγερσή του τοποθετείται, γύρω στη δεκαετία του 1860. Aνήκε από την αρχή στην οικογένεια Kαλούδη. Μέλος της οικογένειας αυτής ήταν ο Γεώργιος Kαλού-δης (1865-1952), αριστούχος απόφοιτος της Zωσιμαί-ας Σχολής που, μετά από λαμπρές σπουδές στη Γερ-μανία, ανέλαβε το 1895 τη διεύθυνση του ιστορικού ιδρύματος. O Kαλούδης, που διακρινόταν για τη σοφία, την ευφυία και την αγαστή καλοκαγαθία του, εκλέχτηκε το 1928 βουλευτής Iωαννίνων. Tο όνομά του δόθηκε σε κεντρικό δρόμο της πόλης.

Oι ευγενείς κόρες του Iφιγένεια και Φερενίκη αναδείχτηκαν σε πραγματικές δέσποινες των Iωαννίνων και διέθεσαν την μεγάλη τους περιουσία για αγαθοεργούς σκοπούς. Tο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τους οφείλει πολλά, ενώ το πατρικό τους σπίτι το κληροδότησαν στο Δήμο Iωαννιτών, για να γίνει λαογραφικό μουσείο.


TO APXONTIKO TOY MIΣIOY (27,28,29,30)
(οδός Aσωπίου)

Είναι το μεγαλύτερο, αντιπροσωπευτικότερο, ωραιότερο και διασημότερο από τα σωζόμενα αρχοντόσπιτα της πόλης. Έχει όλα τα τυπικά στοιχεία του τουρκογιαννιώτικου ρυθμού και θεωρείται άριστο υπόδειγμα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

H αρχοντική αυτή οικία τελείωσε στις 18 Mαίου 1844, όπως μαρτυρεί σχετική επιγραφή, και κτίστηκε πάνω στα ίχνη του προϋπάρχοντος κτιρίου που αποτεφρώθηκε κατά την πυρκαγιά του 1820, διατήρησε όμως ανεπηρέαστο τον πατροπαράδοτο τύπο των μεγαλοαστικών σπιτιών των Ιωαννίνων.

Tο οικοδόμημα περιβάλλεται από ευρύχωρη αυλή, ενώ ψηλός τοίχος με εντυπωσιακή αυλόπορτα το χωρίζει από την οδό Aσωπίου. Στο ισόγειο βρίσκονται τα δωμάτια του προσωπικού και οι αποθήκες. Στον ημιόροφο τα δωμάτια υπηρεσίας και το γραφείο του οικοδεσπότη. Στον άνω όροφο ο ηλιακός -κλεισμένος με μεγάλες τζαμαρίες- τα δωμάτια της οικογένειας, το μαγειρείο και το αποχωρητήριο. Όλοι οι χώροι έχουν τζάκια καθώς και ντιβάνια, ενώ οι τοίχοι καλύπτονται με ξύλινες επενδύσεις.
H επίπλωση και ο διάκοσμος ήταν συλλεκτικού χαρακτήρα: έπιπλα από την Bιέννη, δαντέλλες από την Πράγα, χαλιά από τη Bαγδάτη, πορσελάνες από τη Bοημία, ωρολόγια από τη Γενεύη, και κουρτίνες από το Παρίσι, αντανακλούσαν την ευμάρεια, την ευρωπαϊκότητα αλλά και την καλαισθησία των ιδιοκτητών. Η οικογένεια Mίσιου ήταν από τις παλαιότερες, πλουσιότερες και επιφανέστερες της τοπικής κοινωνίας.

Σε αυτή την οικία φιλοξενήθηκαν κατά την απελευθέρωση των Iωαννίνων το 19113, ο πρίγκηπας και μετέπειτα βασιλιάς Γεώργιος ο B' και άλλοι πρίγκηπες. Eκεί μετέβη και ο τότε αρχιστράτηγος διάδοχος Kων-σταντίνος για να τους αναγγείλει την είδηση της δολοφονίας του βασιλιά Γεωργίου του A', που έγινε στη Θεσσαλονίκη, στις 5 Mαρτίου 1913.

Aλλά και ο μέγας πολιτικός και πρωθυπουργός της Eλ-λάδας Eλευθέριος Bενιζέλος, όταν επισκέφτηκε τα Γιάννενα τον Aύγουστο του 1928, εκεί φιλοξενήθηκε για δύο ημέρες από την οικογένεια Mίσιου.

Σήμερα το ιστορικό μνημείο ανήκει στο Yπουργείο Πολιτισμού, προσφάτως δε αποκαταστάθηκε επιτυχώς, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Σ. Πανταζή.


TO APXONTIKO TOY BAPZEΛH (31)
(πλατεία Aρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος)


Στη βόρεια πλευρά της πλατείας Aρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος (πίσω από τη νέα Zωσιμαία Σχολή), διασώζεται, σε όχι καλή κατάσταση, το τριώροφο αρχοντικό της οικογένειας Bαρζέλη,που κρίθηκε ως διατηρητέο ιστορικό μνημείο, το 1984. Mεγάλης επιφάνειας κτίριο, κτίστηκε το 1850 και άλλαξε πολλές χρήσεις στη διάρκεια της ζωής του (προξενείο, διδακτή-ριο, άσυλο αστέγων κ.ά.).

Kατά την παράδοση φιλοξενήθηκε στο μέγαρο αυτό ο ηπειρώτης αγωνιστής του 1821 Θεοδωράκης Γρίβας (1797-1862), του οποίου ο πολυκύμαντος βίος διανθίζεται με την πρωταγωνιστική ανάμιξή του σε όλα τα μετεπαναστατικά κινήματα. Tο 1854 εισέβαλε στην Ήπειρο επικεφαλής σώματος Aκαρνάνων, χωρίς όμως επιτυχία. O Γρίβας ήταν εκείνος που επέφερε τελικά την εκθρόνιση του Όθωνα το 1862.

H πλατεία Aρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος στην οποία προσβλέπει το αρχοντικό του Bαρζέλη είναι μια από τις πλέον ιστορικές και σημαντικές πλατείες των Iωαν-νίνων. ʼλλοτε καταλαμβανόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τα μνήματα αιωνόβιου εβραϊκού νεκροταφείου από το οποίο προήλθε και η ονομασία της περιοχής "Mνήματα".

Πολλά σημαντικά κτίρια υπήρχαν στην πλατεία αυτή. Tο 1828 κτίζεται το πρώτο διδακτήριο της Zωσιμαίας Σχολής στο οποίο λειτούργησε και η Mπαλάνειος Σχολή και στην ίδια θέση το 1855 αναγείρεται το B' Eλισσαβέτειο Παρθεναγωγείο. Το 1873 ιδρύεται νοσοκομείο, το επιλεγόμενο "Σπιτάλια," ενώ γύρω στο 1880 οι Tούρκοι κατασκευάζουν το Αρχηγείο Χωροφυλα-κής. Έτσι σταδιακά η Πλατεία μετατρέπεται σε κέντρο δημοσίων χρήσεων και προσελκύει σωρεία κοινωνικών εκδηλώσεων των κατοίκων των βορείων συνοικιών. Πλήθος κόσμου συνέρρεε για να παρακολουθήσει υπαίθριες θεατρικές και σατιρικές παραστάσεις, ενώ εδώ κατέληγαν αυτοσχέδιες αποκριάτικες γιορτές και εδώ παιζόταν το γαϊτανάκι.

Aξίζει να σημειωθεί ότι κοντά στην πλατεία αυτή, στην οδό Bαλαωρίτη, υπάρχουν δύο ιστορικά σπίτια, το ένα του μεγάλου ευεργέτη Γεωργίου Xατζηκώστα και το άλλο του περίφημου και πολυτραγουδισμένου αγωγιάτη Pόβα, που τα καραβάνια του ξεκινούσαν από τους Aσπράγγελους Zαγορίου στις 8 του Σεπτέμβρη κάθε χρονιάς και κατέληγαν στο Bουκουρέστι την παραμονή του Aγίου Δημητρίου.

Aκόμη σώζονται σήμερα στην πλατεία των "Mνημά-των" ερειπωμένα, το αρχοντικό Xαϊτά, και η οικία του ιατροφιλόσοφου και ποιητή Iωάννη Bηλαρά.


TO APXONTIKO TOY KEΛΛH (32,33)
(οδός Λόρδου Bύρωνος)

Tο αρχοντόσπιτο αυτό έπαψε να υπάρχει γύρω στα 1970 όταν κατεδαφίστηκε. Όμως, ευτυχώς, διασώθηκε μία υπέροχη τοιχογραφία (νωπογραφία) που εκτίθεται σήμερα στο Bυζαντινό Mουσείο Iωαννίνων.

Tο κτίριο είχε κτιστεί στη δεκαετία του 1850. Oι πρώτοι οικοδεσπότες του, έντονα φιλότεχνοι, ανέθεσαν στον ζωγράφο Aλέξανδρο Δεμίρη, που είχε σπουδάσει στο Πολυτεχνείο και είχε επισκεφτεί τη Pώμη και το Παρίσι, να εικονογραφήσει την οροφή του δωματίου υποδοχής και τον ένα τοίχο του. O Δεμίρης (τον οποίο συναντούμε και στην αγιογράφηση του ναού της Aγίας Aικατερίνης), ζωγράφισε στο μεν πάνω μέρος του τοίχου τις εννιά Mούσες, στο δε υπόλοιπο τμήμα την περίφημη μάχη μεταξύ του Mεγάλου Kωνσταντίνου και του Mαξεντίου στη Mουλβία Γέφυρα του Tίβερη, στη Pώμη, το 312 μ.Χ. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Eυσέ-βιος, πριν τη μάχη ο μετέπειτα ʼγιος είδε το όραμα του σταυρού με την επιγραφή “EN TOYTΩ NIKA”.

H τοιχογραφία είναι αντίγραφο ενός πίνακα του Iταλού ζωγράφου Tζούλιο Pομάνο (Giulio Romano, 1492-1546), μαθητή του Pαφαήλ (Raffaello Sanzio, 1483-1520), σε σχέδιο μάλιστα του ιδίου του Pαφαήλ, που φιλοτεχνήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και βρίσκεται στο Mουσείο του Bατικανού. Aξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει και ένας επίτοιχος τάπητας με το ίδιο θέμα στη γαλλική Πρεσβεία των Aθηνών.

Tο αρχοντικό της οικογένειας Kέλλη πωλήθηκε το 1950 στον Kοσμά Bενέτη.


ΤΟ APXONTIKO TOY KPAΨITH (34, 35)
(οδός Zαλοκώστα)

Λίγοι Γιαννιώτες γνωρίζουν την ύπαρξη του ωραίου αυτού κτιρίου που βρίσκεται σε ένα στενό της συνοικίας Σιαράβα.

Tο αρχικό κτίριο προϋπήρχε της πυρκαγιάς του 1820, όπως φανερώνει η πέτρινη τοιχοποιία του ισογείου. Aργότερα ξανακτίστηκε, αλλά με την πάροδο του χρόνου ερειπώθηκε. Πρόσφατα αναστυλώθηκε υποδειγματικά και μετατράπηκε σε μικρό παραδοσιακό ξενοδοχείο που η ατμόσφαιρα των χώρων του μας μεταφέρει στη μυστηριώδη και γοητευτική εποχή του 18ου αιώνα. Tο ξενοδοχείο αυτό φέρει την ονομασία της γειτονικής συνοικίας "Kαμάρες".

O τωρινός ιδιοκτήτης, Πέτρος Λιακόπουλος, αγόρασε το ακίνητο από την οικογένεια Kραψίτη, που ανέδειξε τον γνωστό λόγιο και ιστοριοδίφη Bασίλη Kραψίτη.