Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 21 Νοεμβρίου 2019
Πολιτισμός Φωτογραφικές Συλλογές Ιωαννίνων Ενθύμιον Ήπειρος Ιωάννινα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Ιωαννίνων Ενθύμιον
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Ιωαννίνων Ενθύμιον: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

14/07/2008
Μια γοητευική αναδρομή

Αναστάσιος Παπασταύρος
Πηγή: apeirotan
© Δήμος Ιωαννιτών
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Η ιστορία της αποστολής γραπτών μηνυμάτων είναι πολύ παλιά και ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν τις λεγόμενες στρεννές, που ήταν μικρές πλάκες από άργιλο πάνω στις οποίες υπήρχαν διακοσμήσεις και χαραγμένες ευχές, ανάλογες με τις σημερινές και στέλνονταν συνήθως την Πρωτοχρονιά. Στο μεσαίωνα υπήρχαν οι ανταχτσμπίλτερ, στη Γερμανία, κυρίως, που ήταν ζωγραφιές με επιγραφές χαραγμένες πάνω σε λεπτές πλάκες ξύλου.


Τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη καθιερώθηκαν τα προσωπικά επισκεπτήρια, που στην Ελλάδα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ήταν γνωστά ως καρτ-βιζίτ. Αυτά ήταν και οι πρόγονοι των σημερινών καρτποστάλ, των οποίων η τυπική ονομασία είναι Εικονογραφημένα Ταχυδρομικά Δελτάρια. Τα επισκεπτήρια εκείνης της εποχής δεν ήταν τόσο απλά όσο σήμερα. Ήταν πλούσια διακοσμημένα, π.χ. με γιρλάντες λουλουδιών και αγγελάκια ή περιστεράκια που το ένα τσιμπούσε με το ράμφος του το άλλο. Τα επισκεπτήρια των στρατηγών ήταν εικονογραφημένα με ξίφη, των διοικητών των επαρχιών με πύργους, των ποιητών με βιβλία, των ευγενών με οικόσημα κ.ά.


Στη Γαλλία κατά την εποχή του Διευθυντηρίου και του Μεγάλου Ναπολέοντα ήταν πολύ της μόδας οι διακοσμήσεις ελληνικού ρυθμού καθώς και οι Έρωτες με φαρέτρα και βέλη. Το 1814 έκαναν την εμφάνισή τους κάρτες με πολιτικά σύμβολα. Οι δημοκρατικοί διακοσμούσαν τα επισκεπτήρια τους με μέλισσες, οι βοναπαρτικοί με βιολέτες και οι μοναρχικοί (οπαδοί των Βουρβώνων) με κρίνους. Η τεχνική της λιθογραφίας ήταν η αιτία ώστε κατά την δεκαετία του 1830 να μοιάζουν τα επισκεπτήρια με έγχρωμες... ετικέτες μπουκαλιών. Από αντίδραση οι πιο καλαίσθητοι και εκλεπτυσμένοι δανδήδες της εποχής υιοθέτησαν τότε την ολόασπρη κάρτα, με τυπωμένο μόνο το όνομα. Τα λευκά επισκεπτήρια τελικά επικράτησαν.


Οι πρώτες καρτποστάλ όπως τις ξέρουμε σήμερα, παραγγέλθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Χένρυ Κολ, φίλο του πρίγκιπα Αλβέρτου, συζύγου της Βασίλισσας Βικτωρίας της Μεγάλης Βρετανίας. Οι κάρτες αυτές σχεδιάστηκαν από τον Τζών Κάλκοτ Χάρσλεϋ, διάσημο ζωγράφο της εποχής και μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Ζωγραφικής της Αγγλίας, τυπώθηκαν σε 1000 αντίτυπα και διατέθηκαν στο εμπόριο. Ήδη όμως το 1814 η διάσημη γαλλίδα συγγραφέας Βαρώνη Ζερμαίν ντε Σταλ - Χολστάιν, γνωστότερη ως Μαντάμ ντε Σταλ, παρήγγειλε ένα πορτραίτο της στον Ελβετό ζωγράφο Φρίντριχ Ρέιμπερκγ (1758 - 1835), το οποίο στη συνέχεια χαλκογράφησε και το έστελνε ως ευχετήρια κάρτα στους ανά τον κόσμο φίλους, θαυμαστές και εραστές της. Η Μαντάμ ντε Σταλ (1776 - 1817) ήταν ένας ζωντανός θρύλος της εποχής της, όπως έλεγε ο μεγάλος Γκαίτε.


Η πρώτη οργανωμένη επιχείρηση παραγωγής και κυκλοφορίας καρτποστάλ παρουσιάζεται στην Αυστρία το 1869, σε μια προσπάθεια για ευκολότερη και οικονομικότερη αλληλογραφία. Είχαν μάλιστα αυτές τυπωμένο πάνω τους και το απαιτούμενο γραμματόσημο. Την Αυστρία ακολούθησαν πολύ γρήγορα και τα άλλα κράτη της Ευρώπης. Η Αγγλία και η Ελβετία το 1870, η Γαλλία και η Γερμανία το 1873, η Ιταλία το1874, αλλά και χώρες εκτός Ευρώπης, όπως ο Καναδάς το 1871 και οι Η.Π.Α το 1873.


Η πιο πολύτιμη από όλες τις κάρτες εστάλη κάποτε από ένα Γερμανό σε κάποιον φίλο του. Ήταν ζωγραφισμένη με το χέρι και απεικόνιζε την ʼγια Οικογένεια. Στο πίσω μέρος της ο αποστολέας έγραψε: «Καλά Χριστούγεννα αγαπητέ μου φίλε». Αργότερα έμαθε ότι ήταν έργο του κορυφαίου Ολλανδού ζωγράφου και χαράκτη Χάρμεν φαν Ράιν Ρέμπραντ (1606 - 1669) και είχε τεράστια αξία. Και τότε έγινε απαρηγόρητος που δεν την κράτησε για τον εαυτό του, αλλά την έστειλε στο φίλο του!


Αλλά υπάρχει και μια άλλη, απίστευτη πραγματικά, ιστορία. Μία καρτποστάλ χρειάστηκε 96 χρόνια για να φτάσει στον προορισμό της από το Βέλγιο σε ένα μικρό χωριό στο Καλβαντός της Νορμανδίας. Η κάρτα παραδόθηκε το Μάιο του 2006 στους απογόνους πλέον της παραλήπτριας, η οποία απεβίωσε το 1978. Η κάρτα, η οποία ταχυδρομήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1910 στο Βέλγιο, έφτασε μερικές ημέρες αργότερα στο ταχυδρομείο του Μεσνίλ-Γκογιόμ στο Καλβαντός, που απέχει τρία χιλιόμετρα από το Σαν Ντενί ντε Μαγιόκ, όπου κατοικούσε ως το 1978 η παραλήπτρια Ιβόν Μπουσέρ. Η καρτποστάλ παρουσιάζει μια γραφική κοιλάδα του Βελγίου και χρειάστηκε σχεδόν έναν αιώνα για να... διανύσει τρία χιλιόμετρα.


Στην Ελλάδα οι πρώτες καρτποστάλ εμφανίζονται λίγο μετά το 1890 από ξένους κυρίως εκδότες αλλά και από μερικούς έλληνες πρωτοπόρους της φωτογραφίας, όπως η ιστορική οικογένεια Ασπιώτη στην Κέρκυρα, ο Α. Πάλλης στην Αθηνά, ο σπουδαίος Στέφανος Στουρνάρας στο Βόλο και οι περίφημοι αδελφοί Μανάκια, θεμελιωτές της κινηματογραφίας στα Βαλκάνια, οι οποίοι τύπωσαν την πρώτη τους καρτποστάλ στα Γιάννενα όπου λειτούργησαν και το πρώτο επαγγελματικό τους φωτογραφείο. Την ίδια εποχή αρχίζουν την καριέρα τους τέσσερις γιαννιώτες φωτογράφοι και εκδότες οι Γιώργος Πανταζίδης, Ιωάννης Ιωαννίδης, Γεώργιος Ράδος και Γεώργιος Δημητριάδης, που επί δεκαετίες συνέχισαν να παράγουν περίτεχνες λιθόγραφες καρτποστάλ, οι οποίες άφησαν εποχή. Οι φωτογράφοι και οι εκδότες αυτοί των Ιωαννίνων, συναγωνίστηκαν με επιτυχία τους τότε μεγάλους εκδοτικούς οίκους της ελεύθερης Ελλάδας, (Αθήνα, Κέρκυρα, Πάτρα, Θεσσαλονίκη), αλλά και του εξωτερικού.


Η Χρυσή Εποχή όμως των ελληνικών καρτποστάλ, όπως την χαρακτηρίζει ο ερευνητής και συγγραφέας Νίκος Μολόχας, είναι το διάστημα 1900 - 1922, όταν οι εκδότες συναγωνίζονταν μεταξύ τους σε θέματα, ποιότητα και εμφάνιση. Τότε ήταν, που κυκλοφόρησαν οι πανέμορφες χρωμολιθόγραφες καρτποστάλ, καθώς και μερικές εξαίρετες φωτογραφικές. Σε αυτή την έκρηξη συντέλεσαν και οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13 που έδωσαν υλικό στους εκδότες και τους εξασφάλισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Οι περισσότερες κάρτες της περιόδου αυτής είναι φωτογραφικές, αρκετές όμως βασίζονται σε έργα λαϊκών καλλιτεχνών, όπως ο Σωτήριος Χρηστίδης. Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Μπιζάνι, Κιλκίς, Λαχανάς, Δοϊράνη είναι τα μέρη που μονοπώλησαν - λόγω των μεγάλων μαχών - το ενδιαφέρον των εκδοτών αυτό το διάστημα. Θέματα με τον πόλεμο στην Ήπειρο εκδόθηκαν στη Νέα Υόρκη, το Κάιρο, ακόμα και στην Πράγα.


Την περίοδο του μεσοπολέμου η ποιότητα και η ποσότητα των καρτποστάλ πέφτουν. Εκδίδονται κυρίως φωτογραφικές με θέματα κατά κανόνα τοπία και απόψεις πόλεων και ελάχιστες χρωμολιθόγραφες. Εξαίρεση αποτελούν οι καρτποστάλ της περίφημης Nelly's (Έλλη Σουγιουτζόγλου - Σεραϊδάρη, 1899-1998) και πολλές ασπρόμαυρες reproductions έργων διάσημων ζωγράφων, κυρίως ρομαντικών, όπως Το Νησί των Νεκρών του Μπέκλιν, Η Μήδεια του Ντελακρουά, Η Νύφη στο πηγάδι του Χέννερ και άλλων πινάκων που είχαν βραβευτεί ή εκτεθεί στην φημισμένη αίθουσα εκθέσεων Σαλόν του Παρισιού. Όμως ο κόσμος τις έλεγε Σαλόν Ρους, γιατί οι τίτλοι τους ήταν γραμμένοι όχι μόνο στα ελληνικά αλλά και τα... ρωσικά!


Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ακολουθεί για αρκετά χρόνια μια περίοδος παρακμής. Πτωχό θεματολόγιο, μέτρια ή κακή εκτύπωση, φτηνό χαρτί είναι τα χαρακτηριστικά των καρτών της πρώτης μεταπολεμικής παραγωγής. Όμως σιγά σιγά το ενδιαφέρον του κόσμου αυξάνεται αφού ύστερα από τα μαύρα χρόνια της κατοχής η ανάγκη επικοινωνίας και η δίψα για περισσότερες σχέσεις ήταν έντονη.


Αυτή η κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 όταν η εμφάνιση νέων μεθόδων έγχρωμης εκτύπωσης δημιουργεί πραγματική άνθηση στον τομέα των εικονογραφημένων επιστολικών δελταρίων. Κάθε πόλη σχεδόν έχει το δικό της εκδότη, κάθε μεγάλη επιχείρηση τυπώνει δικές της καρτποστάλ και κάθε Σύλλογος προβάλλει μέσα από δικές του παραγωγές τη δράση του. Σχεδόν όλες τυπώνονται στο εξωτερικό, στην Ιταλία και τη Γαλλία κατά κανόνα, αφού στην Ελλάδα τα μέσα ήταν ακόμη πενιχρά. Τα Γιάννενα την εικοσαετία 1960-1980 είχαν την τύχη να έχουν δύο σπουδαίους εκδότες, τους βιβλιοπώλες αδελφούς Αθανασίου Λυγούρα και τον φωτογράφο Σπύρο Γκιώκα. Η παραγωγή και των δύο είναι εντυπωσιακή. Έγχρωμες καλαίσθητες καρτποστάλ - με κοινά κατά κανόνα θέματα - πλημμύρισαν την αγορά, ενώ ακόμη και σήμερα συναντώνται σε ορισμένα τουριστικά καταστήματα.


Κατά το διάστημα αυτό τα θέματα των ελληνικών καρτποστάλ είναι κυρίως τοπία πόλεων με μεγάλη εμπορική κίνηση (Σύρος, Κέρκυρα, Πάτρα, Καλαμάτα, Θεσσαλονίκη, κ.ά.) και περιοχές με αρχαιολογικό και τουριστικό ενδιαφέρον (Αθήνα, Δελφοί, Ολυμπία, Μυκήνες, κ.ά.). Στη συνέχεια διάφορα άλλα θέματα έρχονται να πλουτίσουν την θεματολογία τους, όπως σκηνές από την καθημερινή ζωή, πρόσωπα ιστορικά ή της επικαιρότητας, αθλητικοί αγώνες πανηγύρια, εκκλησίες, τρένα, πλοία, αλλά και ξενοδοχεία, οι ιδιοκτήτες των οποίων επιδοτούσαν τους εκδότες για να προβάλουν τα κτίριά τους. Παράλληλα εμφανίζονται οι λεγόμενες ερωτικές καρτποστάλ με ημίγυμνες ή εντελώς γυμνές γυναίκες, ευτραφείς και ροδαλές συνήθως, πολλές φορές σε τόσο τολμηρές στάσεις που και σήμερα ακόμη προκαλούν εντύπωση. Συγχρόνως υπήρχαν και οι καθώς πρέπει καρτποστάλ με κυρίες ευπρεπώς ενδεδυμένες, κορσεδομένες και καπελωμένες που χαμογελούσαν γλυκά και δίπλα τους τις λέξεις χρόνια πολλά. Αλλά και νεαρούς κομψευόμενους με πουδραρισμένα

μάγουλα, μπριγιαντισμένα μαλλιά, απαστράπτοντα δόντια, ημίψηλο καπέλο και επιτηδευμένο χαμόγελο.


Μετά το 1980 ενώ στα Γιάννενα η παραγωγή καρτποστάλ ουσιαστικά έσβησε, στα μέρη τουριστικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος παρουσιάζεται νέα άνθηση. Φωτογράφοι πραγματικοί καλλιτέχνες και εκδότες επαγγελματίες με πολλές τεχνικές δυνατότητες στη διάθεσή τους, κυκλοφορούν κάθε είδους και διαστάσεων καρτποστάλ, σε απίστευτο μεγάλο αριθμό και εντυπωσιακή ποιότητα. Δεν ταχυδρομούνται πλέον, αφού ο τρόπος επικοινωνίας έχει ριζικά αλλάξει, αλλά αγοράζονται ως ενθύμια, από τους ξένους κυρίως, ή χρησιμοποιούνται ως σουβενίρ των διακοπών ή των επισκέψεων των τουριστών. Παράλληλα ωραιότατες καρτποστάλ με ποικίλα θέματα τυπώνονται από τους Δήμους, τους πολιτικούς, τους οργανισμούς, τις μεγάλες και τις μικρές επιχειρήσεις αλλά και από μεμονωμένα άτομα που τις χρησιμοποιούν αποκλειστικά ως ευχετήριες κάρτες των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και του Πάσχα.


Από την άλλη πλευρά τα τελευταία χρόνια αυξάνεται κατακόρυφα ο κύκλος των συλλεκτών των καρτποστάλ. Παλαιότερα αυτές θεωρούνταν εφήμερα αντικείμενα μιας χρήσης, ενώ σήμερα αποτελούν συλλεκτικούς στόχους. Σύλλογοι φίλων των καρτποστάλ έχουν ιδρυθεί σε μερικές ελληνικές πόλεις και συνεχώς διενεργούνται δημοπρασίες με εξαιρετική επιτυχία. Η καρτοφιλία στην Ελλάδα δεν έχει φτάσει ακόμη στα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, ο αριθμός όμως των ελλήνων συλλεκτών συνεχώς αυξάνεται. ʼλλωστε οι τιμές των παλιών καρτών είναι προσιτές και η θεματολογία τους ατελείωτη, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα στον συλλέκτη να εντοπίσει τον τομέα που τον ενδιαφέρει και να τον εμπλουτίσει με σχετική ευκολία. Εξαίρεση βέβαια αποτελούν ορισμένες σπάνιες παλαιότατες καρτποστάλ που τυπώθηκαν σε μικρό αριθμό αντιτύπων και ήδη έχουν εξαφανιστεί από την αγορά, ή αν εμφανίζονται πωλούνται σε υψηλότατες τιμές. Πάντως πεποίθηση του γράφοντος είναι ότι η καρτοφιλία τα χρόνια που έρχονται θα γνωρίσει στη χώρα μας σημαντική άνθηση.