Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 25 Μαρτίου 2019
Πολιτισμός Φωτογραφικές Συλλογές Ιωαννίνων Ενθύμιον Ήπειρος Ιωάννινα

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, εκδ. P κ' C, Αθήνα (1905)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, εκδ. Ι. Ιωαννίδης κ' Σία, Ιωάννινα (1910)
(Φωτογραφία: Γ. Δημητριάδης)
ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΙ ΗΠΕΙΡΟΣ ΖΑΓΟΡΙΑ, εκδ. Αφοί Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα (1915)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ εκδ. Theo, Αθήνα (αχρονολόγητη)
ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. A. Paltrinieri - Haliana Publicita (αχρονολόγητη)
ΧΩΡΙΚΗ ΕΞ. ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Αφοί Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα (1915)
ΧΩΡΙΚΗ ΕΞ. ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Αφοί Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα (1915)
ΟΙ ΠΑΤΡΙΩΤΑΙ, εκδ. Αφοί Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα (1910)
ΗΠΕΙΡΩΤΙΣ ΠΡΟΣΦΥΞ, ΚΕΡΚΥΡΑ, εκδ. Αφοί Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα (1916)
ΧΩΡΙΚΗ ΕΞ. ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Αφοί Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα (1916)
ΧΩΡΙΚΟΣ ΕΞ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Αφοί Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα (1915)
ΧΩΡΙΚΟΣ ΕΞ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Αφοί Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα (1908)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΟΥ, εκδ. Cav. Alemanni, Fotocromia, Ιtalia (1910)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, εκδ. άγνωστος (1903)
ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ, εκδ. άγνωστος (1901)
ΝΟΜΑΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣ, εκδ. Ι. Ιωαννίδης, Ιωάννινα (1916)
ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΑ, εκδ. άγνωστος (π. 1915)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΠΩΓΩΝΙΟΥ, εκδ. Γ. Δημητριάδης, Ιωάννινα (1916)
ΕΛΛΑΣ, ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Παγκόσμιος Ταχυδρομικός Σύνδεσμος (1907)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΙ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Γ. Ν. Αλεξάκης, Πειραιάς (1916)
ΧΩΡΙΚΑΙ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Γ. Ν. Αλεξάκης, Πειραιάς (1916)
ΧΩΡΙΚΑΙ ΕΞ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Κ.Γ. Ασπιώτης, Κέρκυρα (1916)
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑΙ ΚΑΛΥΒΑΙ, εκδ. Κ. Γ. Ασπιώτης, Κέρκυρα (1916)
ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΧΩΡΙΚΟΙ, Καλλιτεχνική Έκδοσις Νέλλης - Αθήναι, Ερμού 21, Copyright 1939 by Nelly's - Athens, Hermes 21
ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΜΕ ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ, εκδ. Pautauberge, Παρίσι (1980)
ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. T. Oliv, Marseille (αχρονολόγητη)
ΕΛΛΑΣ, ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΕΣ, εκδ. άγνωστος (αχρονολόγητη)
ΗΠΕΙΡΟΣ, ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΧΩΡΙΚΩΝ, εκδ. Π. Κολονάρος, Αθήνα (αχρονολόγητη)
(Φωτογραφία: D. Delboy, Mirccourt, France)
ΗΠΕΙΡΟΣ, ΧΩΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, εκδ. άγνωστος (αχρονολόγητη)
ΜΕΤΣΟΒΙΤΙΣΣΕΣ ΜΕ ΤΟΠΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ, εκδ. Φωτο - Τσαπραλή, Αθήνα (1961)
ΧΟΡΟΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΕΝ ΗΠΕΙΡΩ, εκδ. Ι. Ιωαννίδης κ' Σία, Ιωάννινα (1906)
(Φωτογραφία: Γ. Δημητριάδης)
ΧΩΡΙΚΑΙ ΕΞ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Ι. Ιωαννίδης, Ιωάννινα (1906)
(Φωτογραφία: Γ. Δημητριάδης)
ΝΟΜΑΔΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΑΙ, εκδ. Ι. Ιωαννίδης, Ιωάννινα (1910)
(Φωτογραφία: Γ. Δημητριάδης)
ΗΠΕΙΡΟΣ, ΧΩΡΙΚΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΕΣ, εκδ. άγνωστος (αχρονολόγητη)
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΝΟΜΑΔΩΝ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ, εκδ. Ι. Ιωαννίδης, Ιωάννινα (1916)
ΗΠΕΙΡΩΤΑΙ ΧΩΡΙΚΟΙ, εκδ. Αφοί Μανάκια, Ιωάννινα (1898)
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΜΙΛΤΟΣ ΜΑΝΑΚΙΑ, εκδ. Αφοί Μανάκια, Κοζάνη (1932)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΙ ΜΕΤΣΟΒΟΥ ΚΑΙ ΚΟΡΗΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΛΟΡΔΟΥ ΒΥΡΩΝΟΣ, εκτυπ. Ασπιώτης - Έλκα Α.Ε., εκδ. και copyright, Λύκειο Ελληνίδων, Αθήνα (1970)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΖΑΓΟΡΙΟΥ, ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑΣ ΚΑΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑ, εκτυπ. Ασπιώτης - Έλκα Α.Ε., εκδ. και copyright, Λύκειο Ελληνίδων, Αθήνα (1970)
ΕΛΛΑΣ: ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ (ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑ), Εκδ. Trimboli Santi - Pescara, (αχρονολόγητη)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΕΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Ι. Ρέκος, Αθήνα (αχρονολόγητη)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΖΑΓΟΡΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκτυπ. Ασπιώτης - Έλκα Α.Ε., εκδ. και copyright Λύκειο Ελληνίδων, Αθήνα (1970)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΜΕΤΣΟΒΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκτυπ. Ασπιώτης - Έλκα Α.Ε., εκδ. και copyright Λύκειο Ελληνίδων, Αθήνα (1970)
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Βεν. Ησαΐας κ' Σια, Αθήνα (1970)
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΖΙΤΣΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ, εκδ. Σπύρος Θ. Γκιώκας, Ιωάννινα (1970)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Ιωαννίνων Ενθύμιον
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Ιωαννίνων Ενθύμιον: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

14/07/2008
Φορεσιές και άνθρωποι

Αναστάσιος Παπασταύρος
Πηγή: apeirotan
© Δήμος Ιωαννιτών
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Η παραδοσιακή γιορτινή φορεσιά που φορούσαν οι γιαννιώτισσες κυράδες ήταν εντυπωσιακή. Τα Γιάννενα τον 18ο και 19ο αιώνα, ήταν φημισμένο κέντρο παραγωγής πολυτελών ενδυμάτων. Εδώ έκαναν τις αγορές τους – εκτός φυσικά από τους εύπορους γιαννιώτες – οι άρχοντες του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, ακόμα μερικές φορές και ο Σουλτάνος. Σε αυτό συνετέλεσε η πλούσια συντεχνία των τζαρτζήρων (υφασματέμποροι) που διατηρούσαν στα Γιάννενα μεγάλα εμπορικά καταστήματα. Ακόμα την ίδια εποχή υπήρχαν 24 εργαστήρια υφαντικής (με 58 αργαλειούς), 10 εξειδικευμένοι γουνάραδες, 4 βαφεία, 34 τακιατζήδικα (πυλοποιεία), 20 φεσάδικα, 50 τερζήδικα (ραφτάδικα), 91 μπρισιμάδικα (εργαστήρια μεταξουργίας) και πολλά κλωστάδικα.

Οι γυναίκες των Ιωαννίνων βάφονταν έντονα. Όταν ο γιατρός και ζωγράφος σερ Χένρυ Χόλλαντ(1788-1873) επισκέφτηκε τα Γιάννενα το 1813 κατέγραψε ότι «οι γιαννιώτισσες βάφονται χωρίς μέτρο, άθλια και ακαλαίσθητα, σε βαθμό υπερβολής». Απαραίτητο συμπλήρωμα της γιορτινής γυναικείας ενδυμασίας ήταν τα κοσμήματα, η ζώνη με τις πόρπες, τα σκουλαρίκια, τα χαϊμαλιά (περιδέραια) και τα δαχτυλίδια. Τον 19ο αιώνα λειτουργούσαν στα Γιάννενα 34 ασημουργία που χρησιμοποιούσαν μια ιδιαίτερη δημοφιλή τεχνική επεξεργασίας, τη «συρματερή» ή «φιλιγκράν» (ιταλικά filo=σύρμα) που μετάτρεπε το ασήμι σε λεπτή κλωστή την οποία οι τεχνίτες με περίτεχνες περιελίξεις μεταμόρφωναν σε κόσμημα. Η τέχνη της ασημουργίας ανθεί και σήμερα στα Γιάννενα.

Tα παλιότερα στοιχεία που έχουμε για την φορεσιά του Ζαγορίου την χαρακτηρίζουν ως αστική, αρχικά ανατολικού τύπου και αργότερα δυτικού. Φορέθηκε στα περισσότερα χωριά με παραλλαγές, ξεκινώντας από το Ανατολικό Ζαγόρι όπου κατοικούσαν οι Βλάχοι, και συγκεκριμένα την Βοβούσα, όπως αναφέρει η τοπική παράδοση.

Η νυφική και γιορτινή στολή είχε μακρύ πουκάμισο από μεταξωτό λεπτό ύφασμα, με φαρδιά μανίκια και στολισμένο με λεπτές δαντέλες βελονίσιες που φαίνονταν γύρω από τον λαιμό και στην άκρη των μανικιών. Η παλιότερη φορεσιά ήταν αστική ανατολικού τύπου, είχε εσωτερικό γιλέκο με μανίκια, το μεντάνι, φτιαγμένο από μεταξωτό ανατολίτικο ύφασμα και κεντημένο με μεταξωτά ή χρυσά κορδόνια στο στήθος και στα μανίκια που κατέληγαν σε γλώσσες, τις λίμπες.

Από πάνω φορούσαν το μακρύ φουστάνι με τα φαρδιά, επίσης γλωσσωτά μανίκια που τα ανασηκώνανε, ραμμένο κι αυτό από μεταξωτή ή και χρυσοΰφαντη ανατολίτικη στόφα. Στο άνοιγμα του στήθους και στα μανίκια ήταν κεντημένο από τερζή με χρυσό. Αργότερα αντικαταστάθηκε αυτή η φορεσιά με αστικό δυτικού τύπου φουστάνι ραμμένο από μεταξωτή στόφα, και με ποδιά σκούρα κεντημένη από τις ίδιες χαμηλά με χρωματιστά μετάξια. Στο στήθος έβαζαν σειρές από πεντόλιρα.

Από πάνω διατήρησαν τον αρχικό επενδύτη, την παλιά βλάχικη σάρικα ή φλουκάτα, που εδώ στένεψε, έγινε πιο κομψή και κεντήθηκε σχεδόν σε ολόκληρη την επιφάνεια του μάλλινου υφαντού με μεταξωτά βυσσινιά κορδόνια από ραφτάδες που πληρώνονταν με χρυσές λίρες. Δυό ζυγιές ασημένια κουμπιά πιασμένα σε αλυσίδα στόλιζαν τα ανοίγματά της στο στήθος.

Τα σκουλαρίκια, αρχικά ασημένια με αλυσίδες που σκάλωναν πίσω στο κεφάλι, γίνονταν αργότερα από χρυσά φλουριά. Τα μαλλιά πλεγμένα σε δυό πλεξούδες τα έριχναν στην πλάτη, και στο κεφάλι φορούσαν την μεταξωτή, συνήθως βιενέζικη, μαντίλα δένοντάς την πίσω. Αργότερα έδεσαν κόντα ένα απλό μεταξωτό μαντίλι με μπιμπίλες. Τις κάλτσες τις έπλεκαν από λεπτό μαλλί με μεγάλη τέχνη στολίζοντάς τες διακριτικά με ελάχιστες σκούρες ρίγες. Τα παπούτσια τους ήταν με κορδόνια χαμηλά, από μαύρο δέρμα και πολλές φορές λουστρίνι.

Oι ανωτέρω καρτποστάλ παρουσιάζουν δύο παραλλαγές της επίσημης γιαννιώτικης γυναικείας ενδυμασίας. Η τυπική γιορτινή φορεσιά είχε τα εξής εξαρτήματα: Το μεταξοκέντητο ή χρυσοκέντητο πουκάμισο, το βράκο, το φουστάνι, τη ζώνη με τις πόρπες, το πιρπιρί, τις χρυσοκέντητες γόβες και το φεσάκι με τη φούντα.

Το περίφημο “πιρπιρί” είναι το κατ' εξοχήν κορυφαίο αστικό δείγμα της γιαννιώτικης φορεσιάς και συνδέθηκε με την ακμή της πόλης των Ιωαννίνων. Πρόκειται για εξωτερικό γυναικείο επενδύτη χωρίς μανίκια, με πολύ μικρή κάλυψη της πλάτης, εξαιρετικά φαρδύ στο κάτω μέρος και διακοσμημένο με πλούσιο και βαρύτιμο κέντημα με μεταξένια ή χρυσή κλωστή. Είναι εντυπωσιακή η ακρίβεια της εφαρμογής της δύσκολης χρυσοκεντητικής βελονιάς και η πειθαρχειμένη υπαγωγή των μεμονωμένων μοτίβων στα ευρύτερα συνθετικά σύνολα, που εφάρμοζαν οι γιαννιώτισσες ράφτρες.

Και οι δύο καρτποστάλ παρουσιάζουν γυναίκες οι οποίες ναι μεν κατάγονταν από την Ήπειρο, ζούσαν όμως στην Κέρκυρα την περίοδο εκείνη, όπως αποδεικνύουν οι φορεσιές τους που είναι πάντρεμα ηπειρωτικής και κερκυραϊκής φορεσιάς. Οι εικόνες προέρχονται από ακουαρέλες του ζωγράφου που φιλοτέχνησε και τον πίνακα της έναντι σελίδας.

Στις αρχές του 20ου αιώνα το ιστορικό Χρωμοτυπολιθογραφείον Αδελφοί Γ. Ασπιώτη της Κέρκυρας ανέθεσε σε ομάδα κερκυραίων και ξένων ζωγράφων να φιλοτεχνήσουν σειρά από υδατογραφίες με θέματα τοπία και πρόσωπα της Ηπείρου, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την έκδοση καρτποστάλ. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό όπως καταδεικνύει και η ανωτέρω εικόνα που παρουσιάζει ένα ζευγάρι ηπειρωτών χωρικών σε στιγμές καθημερινής ζωής (η υπογραφή του καλλιτέχνη είναι δυσανάγνωστη). Ο άνδρας διαβάζει την εφημερίδα Πατρίς και η γυναίκα του γνέθει με τη ρόκα.

Και οι δύο καρτποστάλ βασίζονται επίσης σε ζωγραφικούς πίνακες (ακουαρέλες) που όπως προαναφέρθηκε, φιλοτέχνησαν ζωγράφοι - των οποίων οι υπογραφές είναι δυσανάγνωστες - στην Κέρκυρα, όπου υπήρχε ανέκαθεν πολυάριθμο ηπειρωτικό στοιχείο. Αυτό οφείλεται σε διάφορα ιστορικά γεγονότα που ανάγκασαν συμπαγείς πληθυσμούς της Ηπείρου να μεταναστέψουν στην Κέρκυρα (Σουλιώτες και Παργινοί το 1803 και το 1816 μετά την κατάληψη των περιοχών τους από τον Αλή Πασά, Βορειοηπειρώτες μετά την περίοδο της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου το 1916 κ.ά.)

Οι άνδρες και γυναίκες της ηπειρωτικής υπαίθρου ήταν προσφιλές θέμα των εκδοτών και φωτογράφων καρτποστάλ του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Η μεσαία εικόνα είναι μεταφορά ζωγραφικού πίνακα (ακουαρέλα) άγνωστου κερκυραίου ζωγράφου, πιθανόν του γνωστότατου ʼγγελου Γιαλυνά (1857- 1939). Η αριστερή απεικονίζει μάλλον σαρακατσάνο νομά, ενώ η δεξιά επιβεβαιώνει ότι οι ενδυμασίες των Ελλήνων και των Αλβανών ήταν εντελώς πανομοιότυπες.

Από τότε που εμφανίστηκαν οι καρτποστάλ μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι υπότιτλοι - εκτός από τα ελληνικά - ήταν συνήθως γραμμένοι και στα γαλλικά που ήταν τότε η επικρατούσα διεθνώς γλώσσα. Επίσης στα γαλλικά ήταν όλα σχεδόν τα κείμενα αλληλογραφίας που τις συνόδευαν. Η αγγλική γλώσσα αντικατέστησε τη γαλλική μετά το 1970. Πάντως η ανάγκη να απεικονίσουν οι φωτογράφοι την αρχή του 20ου αιώνα γυναίκες με τοπικές ενδυμασίες δηλώνει σίγουρα μια νοσταλγία για το παρελθόν που υποχωρεί μπροστά στα μάτια τους.

Οι εικονιζόμενες φορούν την καραγκούνικη γιορτινή στολή. Το μαύρο χρώμα είναι χαρακτηριστικό και η πρώτη κοπέλα από τα δεξιά φέρει στον κεφαλόδεσμο το νυφικό διάδημα από φλουριά. Δεν δόθηκε ακόμα πλήρης ερμηνεία στην ονομασία “Καραγκούνης”. Ο Πάνος Αραβαντινός (1811-1870) υποστηρίζει ότι προέρχεται από το τουρκικό καρά (μαύρος και κατ' επέκταση ισχυρός) και την ελληνική Ιωνάς που στα περσικά γίνεται γιουνάν και σημαίνει γενικότερα Έλληνας. Ο πολυπράγμων άγγλος περιηγητής Ουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ (1777-1860) γράφει ότι «στα Γιάννενα ονομάζουν όλους τους μαυροντυμένους Καραγκούνηδες, ακόμα και αν είναι Βλάχοι».

Πρόκειται για στολές του Πωγωνίου, οι οποίες μοιάζουν στο χρώμα - άσπρες - με εκείνες των γυναικών της Δρόπολης της Βορείου Ηπείρου, φυσικό άλλωστε λόγω της γειτονίας των δύο περιοχών. Παλιότερα είχαν και ίδιους πολυτελείς και πανάκριβους κεφαλόδεσμους τους οποίους όμως οι πωγωνίσσιες κατάργησαν μετά από προτροπή του Κοσμά του Αιτωλού ώστε να εξοικονομηθούν χρήματα για να ιδρυθούν ελληνικά σχολεία στα χωριά του Πωγωνίου. Τις καλές φορεσιές τις έφτιαχναν στο Μοναστήρι (Μπιτώλια) που φημιζόταν για το εκλεκτό μαλλί του και διέθετε σπουδαία εργαστήρια, κεντητικής, υφαντικής και ραπτικής.

Και οι δύο καρτποστάλ απεικονίζουν πρόσωπα από την ίδια ομάδα κτηνοτρόφων νομάδων. Είναι Σαρακατσάνοι με τις φορεσιές της καθημερινότητας δίπλα από την αχυρένια μεταφερόμενη καλύβα τους. Οι γιορτινές τους στολές ήταν εντυπωσιακές και είχαν ως πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα το “σεγκούνι”, το οποίο ειδικώς οι της Ηπείρου το φορούσαν εσωτερικά. Οι Σαρακατσάνοι έχουν γνήσια ελληνική καταγωγή της οποίας οι ρίζες χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Η σπανιότατη αυτή καρτποστάλ (συλλογή Γεωργίου Φαρμάκη) έχει εκδοθεί από την Έλλη Σουγιουτζόγλου - Σεραϊδάρη (1899-1998), την περίφημη Nelly's, μία από τις μεγαλύτερες μορφές της φωτογραφίας του 20ου αιώνα. Μικρασιάτισσα στην καταγωγή - γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Ιωνίας - σπούδασε τη φωτογραφική τέχνη στη Γερμανία, από όπου αποκόμισε την κλασσική αισθητική παιδεία.

Στην Αθήνα εγκαθίσταται το 1924 και ανοίγει φωτογραφικό studio στην οδό Ερμού. Από το 1927 η Nelly's περιοδεύει την ελληνική ύπαιθρο και οι ασπρόμαυρες λήψεις της αποτελούν αριστουργήματα. Οι σκηνές χορού στην Ακρόπολη με γυμνές ξένες χορεύτριες την ανέδειξαν ως την κορυφαία φωτογράφο χορού στην Ευρώπη του μεσοπολέμου.

Το 1939 με το ξέσπασμα του πολέμου αυτοεξορίζεται στην Αμερική όπου προσθέτει στη θεματογραφία της τη διαφημιστική και έγχρωμη φωτογραφία καθώς και το φωτορεπορτάζ όπου επίσης διέπρεψε. Η Nelly's πεθαίνει το 1998 στην Αθήνα κληροδοτώντας την ελληνική φωτογραφική ιστορία με ένα έργο πολυσύνθετο και παραδειγματικό τόσο λόγω της καλλιτεχνικής όσο και της τεκμηριωτικής του αξίας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο φαρμακευτικός γαλλικός οίκος Pautauberge εξέδωσε εκατοντάδες χρωμολιθόγραφες καρτποστάλ για να διαφημίσει τα προϊόντα του. Ανάμεσά τους ήταν και η παρατιθέμενη, η οποία απεικονίζει ένα ζευγάρι ηπειρωτών χωρικών με παραδοσιακές ενδυμασίες. Στο πίσω μέρος της κάρτας ο εκδότης επεξηγεί: «Οι Έλληνες, που κατάγονται από τους Πελασγούς οι οποίοι είχαν έλθει από την Ινδία, εξαπλώθηκαν εκτός Ελλάδος, σε πολλά σημεία της Μεσογείου. Οι φορεσιές τους ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή. Αυτές γενικώς έχουν έντονα χαρακτηριστικά και αναδύουν μια ιδιαίτερη υπερηφάνεια. Οι σημερινοί Έλληνες κληρονόμησαν από τους προγόνους τους την αγάπη για τα γράμματα και την άσκηση του σώματος. Υπερέχουν κατά πολύ άλλων γειτονικών λαών στο εμπόριο».

Πρόκειται για μεταφορά σε καρτποστάλ πολύ παλιάς και σπάνιας λιθογραφίας του 1800, άγνωστου ζωγράφου και χαράκτη, που απεικονίζει γυναίκα από τη Δρόπολη να κρατά δίσκο με έξι φλυτζάνια καφέ.

Οι γυναίκες του Σουλίου, λόγω του ψυχρού ορεινού κλίματος, ντύνονταν ζεστά. Εσωτερικά φορούσαν λευκή μάλλινη μπλούζα από υφαντό κορμό με πλεχτά μανίκια, το κατασάρκι. Από πάνω έβαζαν την καμέσα, το λευκό πουκάμισο που έραβαν από χειροποίητο βαμβακερό αγορασμένο από ξένες υφάντρες. Στον ποδόγυρο και στα φαρδιά μανίκια του, το κεντούσαν με ασπροκέντημα.

Μετά φοριόταν η αμάνικη σιγκούνα από μαύρο σαγιάκι υφασμένο από τις ίδιες, που το έραβαν οι ραφτάδες και το κεντούσαν με βυσσινιά μάλλινα ή μεταξωτά γαϊτάνια. Η σιγκούνα έπεφτε πίσω σε 12 πιέτες. Χαμηλά στην μέση τύλιγαν το μάλλινο βυσσινί ή μαύρο υφαντό ζωνάρι, και από πάνω έβαζαν την ποδιά, που γινόταν από υφαντό σαγιάκι κεντημένο από τις ίδιες με γαϊτάνια μεταξωτά ή μάλλινα και χρυσά.

Πάνω στο ζωνάρι κούμπωναν την δερμάτινη ζώνη με τα καψούλια που έκλεινε μπροστά με βαριά ασημένια πόρπη. Από πάνω φοριόταν η αμάνικη χρυσοκέντητη κεμτζέλα, ραμμένη από μεταξωτό ύφασμα. Στο κεφάλι έβαζαν το βυσσινί φέσι, το τσαπάρι, κεντημένο με γαϊτάνια. Γύρω - γύρω ράβονταν νομίσματα και κάτω απ' αυτά τυλίγονταν οι κόσσες, οι πλεξούδες, για να το στηρίζουν. Από πάνω έριχναν χαλαρά την βαμβακερή σταμπωτή μαντίλα σε βυσσινί ή μαύρο χρώμα.

Η καρτποστάλ στο πίσω μέρος αναγράφει στα γαλλικά: «Ήπειρος: Μια ομάδα χωρικών ετοιμάζεται να χορέψει. Οι όμορφες γυναίκες της Ηπείρου με τις τοπικές τους ενδυμασίες παρουσιάζουν ένα χαρούμενο και ζωηρό παραδοσιακό χορό σε κάποιο πανηγύρι».

Εξαιρετικής ποιότητας επιχρωματισμένη καρτποστάλ των δύο γιαννιωτών δημιουργών Ιωαννίδη και Δημητριάδη. Ένα ολόκληρο χωριό ποζάρει μετά από κάποιο πανηγύρι. Οι άνδρες φορούν φέσι και οι φορεσιές τους είναι απλές, ενώ οι γυναίκες είναι ντυμένες με τα γιορτινά τους ρούχα. Οι οργανοπαίχτες (ντέφι και βιολί) είναι σε περίοπτη θέση. Ο ιερέας καθιστός, στη δεξιά άκρη, παίζει με το κομπολόι του και τα μικρά παιδιά, στην αριστερή πλευρά, στριμώχνονται για να βρεθούν και αυτά μέσα στην ακτίνα του φακού του φωτογράφου.

Τρεις γυναίκες αγρότισσες, εμφανώς ικανοποιημένες που φωτογραφίζονται ντυμένες με τα καθημερινά τους ρούχα στέκονται μπροστά από ένα πέτρινο τοίχο, σε κάποιο χωριό.

Ανδροκρατούμενη καρτποστάλ. Οι άνδρες με επίσημη φουστανέλλα και φέσι, οι γυναίκες μόλις που διακρίνονται
πίσω τους. Τα παιδιά είναι καθιστά και ανάμεσά τους - με
ευρωπαϊκή ενδυμασία - προφανώς ο δάσκαλός τους.

Με μια λευκή λιτή φορεσιά ντύνονταν οι πωγωνήσιες σε όλη τους τη ζωή. Ούτε σαν γριές ούτε σαν χήρες την άλλαζαν, πράμα ασυνήθιστο στην Ελλάδα. Τριάντα χωριά φορούσαν την ίδια με λίγες διαφορές. Το εσωτερικό ρούχο ήταν η υφαντή λευκή μάλλινη φανέλα. Το πουκάμισό τους, το ρουτί, ήταν χασεδένιο με γιακά στολισμένο με πλεκτή μεταξωτή δαντέλα στα τελειώματα. Το αμάνικο υφαντό μακρύ άσπρο σεγκούνι που φορούσαν από πάνω δεν είχε καθόλου κεντίδια, καθώς και η λευκή ποδιά τους.

Τα μάλλινα υφάσματα τα ύφαιναν οι ίδιες από μαλακό πολίτικο μαλλί που έφερναν οι ξενιτεμένοι και τα έραβαν ντόπιοι ραφτάδες. Οι πλουσιότερες παράγγελναν το ύφασμα και το ράψιμο στο Μοναστήρι. Πάνω από το σεγκούνι φορούσαν τον ντουλαμά με τα μακριά μανίκια, ραμμένο από μεταξωτό αγοραστό ύφασμα και κεντημένο γύρω με μεταξωτό κορδόνι. Στην μέση, πριν από την ποδιά τύλιγαν το τρίμετρο υφαντό μάλλινο μαύρο ζωνάρι. Στο νυφικό, που ήταν μεταξωτό κόκκινο με φούντες στις άκρες, στήριζαν τις ασημένιες πόρπες, το μεγάλο κιμέρι, μόνο για είκοσι μέρες. Γι' αυτό οι περισσότερες το δανείζονταν. Πάνω από την ποδιά τύλιγαν την ζώνη, την δεκάμετρη κόκκινη μάλλινη λωρίδα, στενή έναν πόντο, που ύφαιναν σε ειδικό αργαλειό. Στο στήθος, μια σειρά ασημένια κουμπιά στόλιζε το δεξί άνοιγμα του γιλέκου, καθώς και δύο ζεύγη πόρπες, τα τσαπράζια. Οι μικρές έκλειναν το πουκάμισο στο γιακά και οι μεγάλες χαμηλότερα το σιγκούνι. Μαζί με τις τραχηλιές, τις αλυσίδες με τα χρυσά νομίσματα, έβγαζαν και τα τσαπράζια δύο μήνες μετά τον γάμο. Όσες συνέχιζαν να τα φορούν τις κορόιδευαν τσαπρατζούδες. Ο νυφικός κεφαλόδεσμος ήταν πολύπλοκος και τον έδεναν ειδικές στολίστρες, τακτοποιώντας και το βαρύ ασημένιo νυφικό κόσμημα, τον στόλο σαν κορόνα πάνω από το μέτωπο. Καταλήγοντας τον σκέπαζαν με μια μεγάλη μεταξωτή μαντίλα.

Την κορόνα την δανείζονταν από την εκκλησία, δεν την αγόραζαν ούτε οι πλούσιες - εκτός από ελάχιστες - για να μην τις αναθεματίζουν οι φτωχότερες. Την επομένη του γάμου βγάζαν τον στόλο και τύλιγαν μια υφαντή μεταξωτή λωρίδα, την λευκή μπόλια, γύρω από το κεφάλι και το πηγούνι κρύβοντας τις μαζεμένες πλεξούδες εντελώς, δίχως κανένα άλλο στολίδι. Κάλτσες έπλεκαν λευκές κεντημένες στην φτέρνα και στη μύτη με κόκκινα πλεxτά λεπτά σχέδια, τα πλουμιά. Η νύφη φορούσε χρυσοκέντητες κόκκινες παντόφλες, τα μαρκούπια, μετά τον γάμο φορούσε στις γιορτές τα μαύρα δερμάτινα χαμηλά παπούτσια, τα κουντούρια και τις καθημερινές τα κόκκινα τσαρούχια με την γυριστή μύτη και τις κόκκινες φούντες.

Εικονίζονται γυναίκες σε ηλικιακή κλίμακα που καλύπτει ώριμες, νεαρές και παιδικής ηλικίας. Όπως συνηθίζεται στις φωτογραφίες μνημειακού χαρακτήρα όλες είναι αρματωμένες, δηλαδή φορούν τα καλά τους και όλο τον κοσμητικό εξοπλισμό τους, με διακριτά τα κιουστέκια, τα τσαπάρια στο κεφάλι, τα κειμέρια και τις πόρπες. Τα κουμπιά που κοσμούν τη μία πλευρά του μανικωτού γιλέκου των γυναικών έχουν μόνον αισθητικό νόημα. Οι Βλαχοπούλες φορούσαν κόκκινα φορέματα και οι νεαροί βοσκοί ξυρίζονταν, χτενίζονταν και γυαλίζονταν για να κάνουν εντύπωση σε μελλοντικούς συντρόφους τους, σε πεθερούς ή συγγενείς τους. Οι νομάδες των Τζουμέρκων όπως και οι Σαρακατσαναίοι είχαν δυο ανθυγιεινές συνήθειες. Έριχναν πολύ αλάτι στα φαγητά τους και ήταν φανατικοί καπνιστές.

Τα βαριαλατισμένα τυριά συντηρούνταν στο χρόνο, ενώ τα αλμυρά φαγητά, τους υποχρέωναν να πίνουν πολύ νερό για να "ρουπώνουν" αφού έχυναν ποτάμια ιδρώτα στις ατέλειωτες πεζοπορίες τους. Ο καπνός ήταν σύντροφος αχώριστος. Κάπνιζαν λαθραίο μέρα - νύχτα, που τον εξασφάλιζαν από τους καπνοπαραγωγούς της Ακαρνανίας, όπου ξεχείμαζαν. Μερικές φορές που ξέμεναν από τσιγαρόχαρτο, τύλιγαν τον καπνό σε άσπρες κόλλες. Τέτοιο πάθος είχαν. Οι ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς δεν περνούσαν εύκολα χωρίς καπνό. Το τσιγάρο επίσης το έβλεπαν ως αφορμή να πιάσουν κουβέντα με τον περαστικό, το συνορίτη, τον αγροφύλακα, το χασάπη, τον ξενοτοπίτη και να πάρουν πληροφορίες χρήσιμες για τα λιβάδια, για τις ζημιές στις στράτες, για τις τιμές των αρνιών κ.ά.

Η εξαιρετικά σπάνια αυτή καρτποστάλ (αρχείο Γιώργου Δευτεραίου) - που ταχυδρομήθηκε το 1904 μέσω του αυστριακού ταχυδρομικού γραφείου - αποτελεί ντοκουμέντο, αφού είναι έργο των περίφημων φωτογράφων και κινηματογραφιστών αδελφών Μανάκια. Ο αποστολέας της κάρτας γράφει στα γαλλικά: «Η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς δεν σημαίνει και μίσος για τους πλούσιους, Δημοκράτης».

Oι φωτογράφοι και κινηματογραφιστές Γιαννάκης (1879-1954) και Μίλτος (1881-1964) Μανάκια έζησαν στον ευρύτερο πολυεθνικό χώρο των Βαλκανίων σε μία ταραγμένη περίοδο. Για πάνω από 66 χρόνια κατέγραψαν με το φωτογραφικό και κινηματογραφικό τους φακό την καθημερινή ζωή και το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι μιας ολόκληρης εποχής. Οι αδελφοί Μανάκια άνοιξαν το πρώτο τους φωτογραφείο στα Γιάννενα το 1898, το οποίο διατήρησαν μέχρι το 1905, όταν και εγκαταστάθηκαν στο Μοναστήρι. Γύρισαν την πρώτη τους κινηματογραφική ταινία το 1907 στην Αβδέλα και το 1921 δημιούργησαν κινηματογράφο στο Μοναστήρι. Διασώθηκαν 67 κινηματογραφικές ταινίες τους με μεγάλο πλούτο θεμάτων όπως Εικόνες από τη ζωή στη Μακεδονία, Μακεδονικός Αγώνας και Κίνημα Νεότουρκων, Αναχώρηση Ρουμάνων για τη Θεσσαλονίκη, Εορτασμός Θεοφανίων στη Βέροια κ.ά. Το φωτογραφικό τους αρχείο περιλαμβάνει επίσης πολλά θέματα όπως, Βασιλιάδες των Βαλκανίων, Μακεδονικός Αγώνας, Α' Παγκόσμιος πόλεμος, Β' Παγκόσμιος πόλεμος, Εορτασμός Θεοφανίων, Πορτραίτα πολιτικών, Επανάσταση Νεότουρκων κ.ά.