Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 21 Σεπτεμβρίου 2019
Έλληνες Ευεργέτες Εθνικοί Ευεργέτες καταγόμενοι από την Ήπειρο και την υπόλοιπη Ελλάδα Η Αθήνα των Ευεργετών Ήπειρος Ιωάννινα

Επιτοίχιο γλυπτό από σίδερο και μπρούτζο.
Η Αθήνα πριν γίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Η Αθήνα των Ευεργετών
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Η Αθήνα των Ευεργετών: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

25/09/2008
Ο προνομιούχος χώρος

Δήμος Αθηναίων

© Δήμος Ιωαννιτών
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Η Αθήνα, ως πρωτεύουσα είχε μια δυναμική δια της οποίας επέτυχε, ταχύτατα, να ξεπεράσει τις δυσκολίες αυτές και να μπορέσει, σταδιακά μετά το 1840, να αποκτήσει την όψη μιας αναπτυσσόμενης πόλης που η άρχουσα κοινωνική της τάξη προσπαθούσε άλλοτε με μικρότερη και άλλοτε με μεγαλύτερη επιτυχία- να ισορροπήσει ανάμεσα στις παλαιές παραδεκτές αξίες μιας προαστιακής κοινωνίας και στις νέες αξίες που αναδύθηκαν μέσα από τη διαδικασία κατασκευής και συγκρότησης ενός αστικού μορφώματος. Έτσι η κατοικία αποτελούσε βασικό στοιχείο οικονομικής ευμάρειας και κοινωνικής ανάδειξης. Σταδιακά, λοιπόν, η πρωτεύουσα εξελίχθηκε με τη συνδρομή ενός αξιόλογου και λειτουργικού πολεοδομικού σχεδίου -και διατηρώντας, ως ένα βαθμό, τα προηγούμενα ιδιαίτερά της χαρακτηριστικά- σε μια αξιοπρεπή πόλη με ευρωπαϊκό αισθητικό και λειτουργικό προσανατολισμό.

Παράλληλα με τους ιδιώτες, το ελληνικό δημόσιο, το οποίο ουσιαστικά έπαιξε το ρόλο της δημοτικής αρχής προσπάθησε να ανεβάσει την αισθητική και τη λειτουργικότητα της πρωτεύουσας. Και σ' αυτήν την τελευταία προσπάθεια βρήκε αμέριστη υποστήριξη από μια συγκεκριμένη ομάδα πλουσίων ομογενών που πέρασαν στην ιστορία με την προσωνυμία "Εθνικοί Ευεργέτες".

Το νεόδμητο κράτος, περιορισμένο στα ασφυκτικά σύνορα που προσδιόρισαν οι σχετικές με την αναγνώριση και ανεξαρτησία του διπλωματικές πράξεις των ετών 1830 - 1832, με αμφισβητούμενη την πολιτική του ανεξαρτησία λόγω της έντονης κηδεμονίας που ασκούσαν οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις και οικονομικά αποδυναμωμένο φαινόταν αδύναμο να επιβιώσει. Την οικονομική ανεπάρκεια του νέου κράτους ανέλαβαν κατά ένα σημαντικό μέρος να καλύψουν ιδιώτες, ελληνικής καταγωγής και κυρίως ελληνικής συνείδησης, εγκατεστημένοι σε περιοχές του ευρύτερου ελληνικού ιστορικού χώρου ή σε παροικίες του εξωτερικού, οι οποίοι διέθεσαν «.....μέρος ή άπασαν την περιουσίαν των» για τις ανάγκες του ελληνικού κράτους. Γιατί η έννοια του εθνικού ευεργέτη λοιπόν, δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο σε σχέση με την ύπαρξη και λειτουργία εθνικού κράτους.

Η έννοια και η δράση του "εθνικού ευεργέτη" στην ελληνική ιστοριογραφία δεν αντιμετωπίστηκε, ούτε ερμηνεύτηκε με τον ίδιο τρόπο. Σχετικά κείμενα και εργασίες κατέληξαν σε μια άκριτη "αγιογράφησή" τους ενώ άλλα σε μια απόλυτη, δίχως σχέση με το χρόνο και το χώρο, δηλαδή αντι – ιστορική και ως εκ τούτου λανθασμένη απόρριψή τους. Για πολλούς ερευνητές υπήρξαν απλώς κάποιες εξαιρετικές προσωπικότητες, που τάχθηκαν και αφιέρωσαν τη ζωή τους ανιδιοτελώς στην υπηρεσία και ανακούφιση του έθνους, ενώ για άλλους δεν αποτελούσαν παρά πρωταγωνιστές σε μια συγκεκριμένη '’..οικονομική - κοινωνική δραστηριότητα..." που «.... συμβάλλει στην επιβολή και στην αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και του διεθνούς αποικιοκρατικού - αστικού καταμερισμού της εργασίας». Και οι δύο απόψεις εμπεριέχουν στοιχεία αλήθειας. Κάνουν, όμως, ιδεολογική χρήση -δηλαδή κατάχρηση- της ιστορίας και μέσω της απολυτότητάς τους καταλήγουν σε διαστρεβλωμένες εικόνες και συμπεράσματα. Ουδείς θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι αυτοί οι ζάπλουτοι ομογενείς εκμεταλλεύτηκαν με υποδειγματικό τρόπο τις ευκαιρίες του κεφαλαιοκρατικού συστήματος -όπως ήταν τότε διαμορφωμένο- και απεκόμισαν τεράστια οφέλη. Όμως δεν κατέθεσαν όλοι τους μέρος ή ολόκληρη την περιουσία τους υπέρ του Δημοσίου. Εκείνοι, οι ευάριθμοι που το έπραξαν και διαφοροποιήθηκαν από τη μεγάλη μάζα των ομολόγων τους τιμήθηκαν με τον τίτλο του "εθνικού ευεργέτη".

Οι δωρεές, οι ευεργεσίες ή τα κληροδοτήματα αυτών των ανθρώπων είχαν κατά κανόνα την εξής σειρά και πορεία: σε μια πρώτη φάση διέθεταν μέρος των χρημάτων ή άλλων περιουσιακών τους στοιχείων υπέρ της παροικίας στην οποία ήταν εγκατεστημένοι. Στη συνέχεια συνήθης αποδέκτης της κοινωφελούς τους δραστηριότητας ήταν η ιδιαίτερη τους πατρίδα ή ο τόπος καταγωγής της οικογένειάς τους. Τέλος, ο τελευταίος χώρος – που προικοδοτήθηκε με το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής τους ευαισθησίας- , ήταν η Αθήνα.

Οι άνθρωποι αυτοί σχεδόν στο σύνολό τους δεν ήταν Αθηναίοι, ούτε καν πολίτες του ελληνικού κράτους. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Πολλοί δεν την γνώρισαν ποτέ. Όμως για όλους η πρωτεύουσα του νέου κράτους είχε αποκτήσει μια μεταφυσική σχεδόν διάσταση και ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια πόλη. Για αυτούς η Αθήνα, λειτούργησε ως ο δίαυλος που θα τους συνέδεε με ένα ένδοξο παρελθόν, με μία εποχή ελευθερίας, αξιοπρέπειας και υψηλού πολιτισμού. Η πόλη αυτή αποτέλεσε σημείο αναφοράς της εθνικής τους ελευθερίας και πηγή υπερηφάνειας. Ήταν η έκφραση του ελεύθερου ελληνικού κράτους που η παρουσία και λειτουργία του τους καθιστούσε πλέον πολίτες, τους νομιμοποιούσε στο παρόν και τους έκανε να μην νοιώθουν πλέον ανέστιοι πρόσφυγες. Έτσι η πόλη αυτή περισσότερο από κάθε άλλη εισέπραξε τις πλούσιες ευεργεσίες των πλουσίων αποδήμων, που με τις χορηγίες τους την προικοδότησαν με σύγχρονα για την εποχή δημόσια κτίρια, Πανεπιστήμιο, Πολυτεχνείο, Εκπαιδευτήρια, Νοσοκομεία, Ορφανοτροφεία, Γηροκομεία, Αστεροσκοπείο, Εκκλησίες, Στάδια, Σωφρονιστικά Καταστήματα και δαπάνησαν τεράστια ποσά για τον καλλωπισμό της.

Αυτοί λοιπόν οι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι από κάθε επαρχία του ελληνικού χώρου, με προέλευση από όλα τα κοινωνικά στρώματα, με ποικίλες επαγγελματικές δραστηριότητες, οικογενειάρχες ή εργένηδες, σπάταλοι ή φιλάργυροι, ματαιόδοξοι ή ταπεινόφρονες, άνθρωποι με αγάπη στις υλικές απολαύσεις ή κοσμοκαλόγεροι, ήρθαν να συναντηθούν και να συγκροτήσουν μια ιδιαίτερη ομάδα επειδή διέθεταν μόνο ένα κοινό χαρακτηριστικό: μία εξαιρετική εθνική, κοινωφελή και φιλάνθρωπη ευαισθησία, αναπτυγμένη σε τέτοιο βαθμό που τους καθιέρωσε ως άξιους εθνικής ευγνωμοσύνης.