Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 21 Σεπτεμβρίου 2019
Πολιτισμός Εκδόσεις για τα γεφύρια της Ηπείρου Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου Ήπειρος Ιωάννινα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Το γεφύρι και ο Ηπειρώτης
Τα Ηπειρώτικα γεφύρια
Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

30/10/2008
Κεφάλαιο 1

Αριστείδης Σχισμένος

© Δήμος Ιωαννιτών
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Σειρά για έρευνα και καταγραφή των πέτρινων γεφυριών είχε ο θορυβώδης Βάρδας. Η εκκίνησή μας άρχισε λίγο πιο πάνω από την αθόρυβη συμβολή του με τον Ζαγορίτη, ακολουθώντας τη δεξιά κατεύθυνση του δρόμου προς Γρεβενίτη και Βοβούσα. Σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων, στο πίσω μέρος μιας στροφής του δρόμου, πρόβαλε εντυπωσιακά το ιδιόμορφο γεφύρι της Τσίπιανης, ακριβώς δίπλα από την ευρύχωρη τσιμεντένια γέφυρα, η οποία ανέλαβε και όλα τα καθήκοντά του.

Το γεφύρι, αφού στηριχτεί απαρασάλευτα στην αριστερή πετρώδη όχθη του ποταμού, ορθώνει απότομα το λεπτό σώμα του, σπάζοντας λίγο το τόξο της θεόρατης καμάρας, απλώνει αρκετά τον κορμό του και λυγίζοντάς τον στεριώνεται στην απέναντι όχθη. Με τις κινήσεις αυτές του κορμού του δημιουργεί μια μεγάλη καμάρα, της οποίας τα τόξα συγκλίνουν (σπάζουν) προς το κέντρο και ορθώνονται κάπως απότομα, για να καταλήξουν σε οξυκόρυφο κλείδωμα, χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνον του γεφυριού αυτού.
Στο δεξιό επιμηκυνόμενο σώμα του δημιουργούνται δυο ανακουφιστικές μικροκαμάρες, για αν συμβάλλουν στην ανώδυνη, για το γεφύρι, διέλευση των πλημμύρων. Όπως συνήθως, η πρώτη σειρά των λίθων, στα τόξα της καμάρας, πελεκημένη, με προσοχή τοποθετημένη, σχηματίζει μια ευδιάκριτη χαρακτηριστική γραμμή, η οποία προσθέτει αισθητικό κάλλος.

Οι προστατευτικές αρκάδες, διπλής σειράς, εκτός της προστασίας που παρέχουν στους διαβάτες, συμβάλλουν στην αισθητική εικόνα του γεφυριού. Το οδόστρωμά του πετρόκτιστο., Η τοποθέτηση λεπτών όρθιων λίθων- κατά μικρά διαστήματα- σχηματίζουν υποτυπώδη σκαλιά, για να αποφεύγονται τα γλιστρήματα. Από την αριστερή όχθη, που ξεκινάει απότομα, είναι αρκετά καμπούρικο και μετά τη στέψη του τόξου της καμάρας κατέρχεται ηπιότερα και ομαλότερα. Σε σύγκριση με άλλα οδοστρώματα και ανάλογα με το ύψος που παρουσιάζει η καμάρα, θεωρείται πολύ στενό, κατάσταση που συμπεριλαμβάνεται στα ιδιαίτερα γνωρίσματα του γεφυριού. Η όλη κορμοστασιά του και ο τρόπος κατασκευής το καθιστούν απόλυτα κυρίαρχο της περιοχής, του παρέχουν αυξημένη ανάταση και μεγάλο αισθητικό κάλλος.

Είναι έργο του Αναστάση Πασπαλιάρη, κατοίκου του Δριστένικου, και των κατοίκων του χωριού Γρεβενίτης. Κτίστηκε το 1875 και κόστισε 1040 Οθωμανικές λίρες. Είναι άριστα συντηρημένο, αρκετά προσεγμένο και απολαμβάνει ιδιαίτερης εκτίμησης και μεγάλου σεβασμού. Δέχεται πολλούς επισκέπτες (ερευνητές, φωτογράφους, φυσιολάτρες, ζηλωτές πέτρινων κτισμάτων κ.α.).

Η εμφάνισή του ικανοποιεί, τέρπει, εμπνέει και δημιουργεί αισθήματα αισιοδοξίας και υπερηφάνειας.

Πέτρινο γεφύρι κοντά στη Γέφυρα Τσίπιανns.
Λίγο πριν φθάσουμε στο γεφύρι της Τσίπιανης, εγκαταλείψαμε το δρόμο προς τον Γρεβενίτη και ακολουθήσαμε ένα γραφικό χωματόδρομο με κατεύθυνση προς τα αριστερά. Τελείως αναπάντεχα πρόβαλε η θέα ενός μικρού, αλλά γραφικού πέτρινου γεφυριού. Το γεφύρι ίππευε ομαλά και με ασφάλεια ένα μικρό χείμαρρο, ο οποίος έπεφτε κάθετα στην κοίτη άλλου μεγαλύτερου παραπόταμου του Βάρδα.

Για να αποφύγει πιθανούς κινδύνους από τις συχνές καταστροφικές πλημμύρες του χειμάρρου, ξεκινούσε ομαλά και από τις δυο ισοϋψείς όχθες και στο μέσον της κοίτης ύψωνε αρκετά το σώμα-του. Με τις κινήσεις αυτές δημιουργούσε μια ευρύχωρη καμάρα, ικανή να διοχετεύσει μεγάλου όγκου νερά.

Το καλντεριμωτό οδόστρωμα διέθετε ικανοποιητικό πλάτος και προστάτευε τους διερχόμενους ανθρώπους και τα ζώα με υψηλόσωμες αρκάδες. Η κατάσταση του καλή με σημάδια έντονης παρουσίας πελατών και το ενδιαφέρον της κοινωνίας εμφανέστατο. Με αισθήματα ικανοποίησης από τη θέα του μικρού γεφυριού, επανήλθαμε στο κανονικό μας δρομολόγιο με προορισμό τον Γρεβενίτη.

Αναζητώντας το Γεφύρι στα Καλιντιρούσια.
Η διαδρομή μας προς τον Γρεβενίτη, ανάμεσα και δίπλα από πανύψηλα κωνοφόρα δέντρα και πυκνούς θάμνους, ήταν φανταστική και απολαυστική. Σταματήσαμε στο γραφικό Γρεβενίτη, να συμπληρώσουμε τις πληροφορίες για την τοποθεσία του γεφυριού και τον τρόπο προσέγγισης.
Με κίνδυνο να παραμείνει το αυτοκίνητό μας στις λάσπες ή να εκτραπεί, αφήσαμε τον ασφαλτόδρομο, λίγα χιλιόμετρα μετά το χωριό, στρίψαμε αριστερά και κάτω, ακολουθώντας την κατεύθυνση που έδειχνε η πινακίδα έγραψε "προς Ι.Μ. ΒΟΥΤΣΑΣ". Με πολλή προσοχή, αρκετή αγωνία κι ευτυχώς χωρίς κίνδυνο διανύσαμε κάμποσα χιλιόμετρα, όταν φάνηκε ένα μαγευτικό πλάτωμα δίπλα στην κοίτη του ποταμού. Ολόκληρη η περιοχή κατάφυτη από αμπέλια, ενώ στην κορυφή της ήταν φωλιασμένο το ημιερειπωμένο μοναστήρι, που έμοιαζε με κυνηγημένο και λαχταρισμένο πουλί.

Παρκάραμε το αυτοκίνητο στο διευρυμένο άνοιγμα του δρόμου, επάνω από το μοναστήρι, και βγήκαμε με μια βαθιά ανάσα ανακούφισης. Πριν προλάβουμε να ξεκινήσουμε για το μοναστήρι, όρμησαν κατά πάνω μας τρία μεγαλόσωμα σκυλιά με δυνατά γαυγίσματα και απειλητικές διαθέσεις. Οι αγκλίτσες, που παίρναμε πάντα μαζί μας και οι πολλές πέτρες της περιοχής, μας προστάτευσαν από τα δόντια των σκυλιών, ενώ μια ομάδα 4-5 εργατών στον εξωτερικό χώρο του μοναστηριού προκαλούσε με τη στάση της και την όλη απαράδεκτη συμπεριφορά της.
Ανακάλεσαν τα σκυλιά, όταν διαπίστωσαν ότι κινδυνεύουν περισσότερα αυτά και όχι εμείς!

Ο ηλικιωμένος της παρέας μάς ανήγγειλε ότι απαγορεύεται η είσοδος στο χώρο του μοναστηριού, γιατί γίνονταν εργασίες καθώς επίσης και ότι απαγορεύονται η φωτογράφηση εντός κι εκτός του μοναστηριού. Τον πληροφορήσαμε ότι άλλος ήταν ο σκοπός της επίσκεψής μας και τον παρακαλέσαμε να μας πληροφορήσει για το δρόμο προσέγγισης του γεφυριού, αλλά επέδειξε αδιαφορία και αγένεια πρωτόγνωρη για την περιοχή.

Τους χαιρετίσαμε και τυχαίως πήραμε το δρόμο προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά χωρίς σιγουριά, γιατί παρακάτω χανόταν από την εκτέλεση γεωργικών εργασιών μεγάλης έκτασης. Περιπλανηθήκαμε αρκετή ώρα, ώσπου να ξαναβρούμε τη σωστή κατεύθυνση, με αποτέλεσμα ο ήλιος να δύσει και αναγκαστικά να διακόψουμε την έρευνά μας.

Βαρύθυμοι επιστρέψαμε στο αυτοκίνητό μας και αποκαμωμένοι κατευθυνθήκαμε πίσω στο χωριό Γρεβενίτη, όπου διανυκτερεύσαμε και ζητήσαμε ασφαλείς και ακριβείς πληροφορίες.

Την άλλη μέρα, ξεκούραστοι και ανανεωμένοι, με σωστή πληροφόρηση, παρκάραμε το αυτοκίνητο στον ίδιο χώρο του μοναστηριού και πεζοπόροι κατηφορίσαμε προς τη γραφική κοίτη του Βάρδα. Χρειάστηκε να περάσουμε από γραφικό ξυλογέφυρο το Γρεβενιτιώτικο χείμαρρο, για να προσεγγίσουμε το φανταστικό γεφύρι. Ασπριδερόκορμο, λαμποκοπούσε στις πρωινές ηλιαχτίδες και κυριαρχούσε ολοκληρωτικά, με την επιβλητική του παρουσία, σε ολόκληρο τον ποτάμιο χώρο.

Για να εδραιωθεί στη δεξιά όχθη απαιτήθηκε αρκετή πρόσθετη κατασκευή, με αποτέλεσμα να χοντρύνει υπερβολικά το πέλμα του και να μειώσει το αισθητικό κάλλος του γεφυριού. Με αρκετή ανύψωση του δεξιού άκρου του σώματός του ανηφορίζει ελαφρώς και, αφού διαγράψει συμμετρικό τόξο μεγάλης καμάρας, δίνει μεγάλη κλίση και απλώνεται με αρκετή άνεση στην απέναντι όχθη.

Εκτός από τη μεγάλη καμάρα, υπάρχουν μικρότερες διαδοχικές καμάρες, είδους ανακουφιστικών ανοιγμάτων στην αριστερή πλευρά, και μικρό άνοιγμα στο δεξιό μέρος. Το σώμα του είναι καλοσυντηρημένο, αλλά οι παρεμβάσεις και αποκαταστάσεις των φθορών πραγματοποιήθηκαν με πέτρες διαφορετικού χρώματος από τις αρχικές, κάτι το οποίο δε δένει αρμονικά και δεν ταιριάζει αισθητικά. Διαθέτει νεόκτιστα προστατευτικά πεζούλια, τα οποία παρέχουν αρκετή ασφάλεια στους διερχόμενους.

Είναι κτίσμα του έτους 1867, κόστισε 3.500 γρόσια (τούρκικο νόμισμα) και το έκτισε ο Δημήτρης Στέλιος από το Τσερνέσι. Δεν έχει απαλλαγεί από τα καθήκοντα του, καθόσον εξυπηρετεί τους κτηνοτρόφους και γεωργούς της περιοχής. Η σημερινή κατάσταση του θεωρείται αρκετά ικανοποιητική και πιστοποιεί το αμείωτο ενδιαφέρον της πολιτείας και της τοπικής κοινωνίας.

Η κατάφυτη και καταπράσινη περιοχή, σε συνδυασμό με τα αυξημένα κάλλη της κοίτης και τη μαγεία της απέραντης γαλήνης, προσφέρεται για απολαυστικές και ονειρεμένες διαδρομές, πληρωμή της κουραστικής διαδρομής.

Ένα από τα παλιά Γεφύρια της Δόλιανης.
Το αρχοντοχώρι της Δόλιανης, ξαπλωμένο σε γραφικούς δασωμένους λόφους με καρπερούς κήπους και πολλά καρποφόρα δέντρα, σε μαγεύει από την πρώτη στιγμή που θα το επισκεφθείς.

Από τις πολλές παρεμβάσεις στο κυρίως σώμα, τα θεμέλια και τον περιβάλλοντα χώρο, διαπιστώνει κανείς τη μεγάλη προσπάθεια εξασφάλισης στερεότητας και βιωσιμότητας του γεφυριού.

Αντίθετα, εξακριβώνει, επίσης, κανείς το μειωμένο ενδιαφέρον για την αισθητική πλευρά. Για να μη διαβρωθούν τα θεμέλια, τσιμεντοστρώθηκε η κοίτη και, για να μην καταστραφούν οι αρκάδες καλύφθηκαν στο επάνω μέρος με μακρόστενες επίπεδες πέτρες, ενώ τα εσωτερικά πλαϊνά τους ενισχύθηκαν με πέτρες που κτίστηκαν στο σώμα του. Ενέργειες που επιμηκύνουν το βίο και, παρόλο που το μειώνουν αισθητικά, πιστοποιούν το ενδιαφέρον και τη στοργή των αρμόδιων αρχών και το σεβασμό της τοπικής κοινωνίας. Από το πέτρινο οδόστρωμα διέρχονται σήμερα οι λιγοστοί κτηνοτρόφοι και τα ζώα τους, σε περιόδους που το ρέμα κατεβάζει πολλά νερά. Η περιοχή γύρω από το γεφύρι είναι γραφικότατη και τερπνόνατη, ελκυστική για μικροπεριπάτους κι ευχάριστες διαδρομές. Εξάρχου Φίλιππος, Μπόρογλου Ιωάννης, Γκολγκάνης κ.α., αλλά αδυνατούσαν να προσδιορίσουν με ακρίβεια το έτος κατασκευής των γεφυριών.