Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 24 Αυγούστου 2019
Πολιτισμός Εκδόσεις για τα γεφύρια της Ηπείρου Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου Ήπειρος Ιωάννινα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Το γεφύρι και ο Ηπειρώτης
Τα Ηπειρώτικα γεφύρια
Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

30/10/2008
Γνωρίσματα των γεφυριών

Αριστείδης Σχισμένος

© Δήμος Ιωαννιτών
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Είναι σε όλους μας γνωστό ότι η Ήπειρος είναι το ορεινότερο τμήμα της Ελλάδας με πληθώρα όμορφων και πανύψηλων βουνών, όπως: ο Γράμμος, ο Σμόλικας, η Τύμφη, το Περιστέρι, τα Τζουμέρκα, ο Τόμαρος, το Μιτσικέλι, τα όρη της Παραμυθιάς και αρκετά μικρότερα άλλα.

Από τα 9.103 τετραγωνικά χιλιόμετρα της έκτασής της, τα 8.313 καλύπτονται από βουνά, ήτοι το 93 % περίπου του εδάφους είναι ορεινό. Η πανώρια Πίνδος, η σκεπή της Ελλάδας με τις πανύψηλες κορυφές της, λογχίζει τον ουράνιο θόλο.

Αντίθετα οι πολυάριθμοι ποταμοί της, τα αδάμαστα θεριά, ξεκινώντας ακτινωτά από την ίδια βρυσομάνα Πίνδο και κατατρώγοντας, αιώνια τώρα, τις σάρκες των ισχνών βουνών μας, πλήγωσαν βαθύτατα το σώμα της γης και δημιούργησαν ένα μωσαϊκό απίστευτης ομορφιάς και σχεδίων. Επίσης οι πολλές βροχές, που πέφτουν στην Ήπειρο, επικουρούμενες και από τη χιονόπτωση, μεγάλης διάρκειας μάλιστα, συμβάλλουν στη δημιουργία πολλών ορμητικών χειμάρρων, μικρότερων και μεγαλύτερων ποταμών.
Τούτα τα υδάτινα εμπόδια, τα οποία δυσκόλευαν την ελεύθερη διακίνηση των κατοίκων, έπρεπε να υπερπηδηθούν, να ξεπεραστούν, να αντιμετωπιστούν, όσο γίνεται ασφαλέστερα και αποτελεσματικότερα.

Πανάρχαια και αδήριτη πρόβαλλε η ανάγκη της επικοινωνίας τόσο των γειτονικών οικισμών, όσο και της συναναστροφής με τις απόμακρες περιοχές του εσωτερικού της χώρας, αλλά και του εξωτερικού. ʼλλωστε οι Ηπειρώτες είχαν μεγάλη παράδοση στις ομαδικές μετακινήσεις, τόσο για τις κοντινές, τις κτηνοτροφικές ανάγκες (χειμαδιά), όσο και για τα μεγάλα ταξίδια που πραγματοποιούσαν καλά οργανωμένες επαγγελματικές συντεχνίες. Μας είναι γνωστά τα βαρυφορτωμένα με πολύτιμα εφόδια καραβάνια των κυρατζήδων (αγωγιατών), τα οποία είχαν προορισμό την Βιέννη, το Βουκουρέστι, τη Βουδαπέστη, την Πόλη και την Ανατολή.

Οι συντεχνίες των μαστόρων, τα περίφημα μπουλούκια των λαϊκών τεχνιτών, οι άριστοι κατασκευαστές των πέτρινων κτισμάτων, έπρεπε να μετακινηθούν, να ταξιδέψουν για να βρουν δουλειά, να κτίσουν κομψότατα γεφύρια, εκκλησιές, σπίτια, πύργους, καμπαναριά, βρύσες και ό,τι άλλο κτίσμα απαιτούσαν οι ανάγκες της εποχής. Έπρεπε να περάσει ο ειρηνικός ταξιδιώτης, ο έμπορας για να μεταφέρει τα αγαθά της δικής του περιοχής, για να τα ανταλλάξει με άλλα ξένων περιοχών, να τα πουλήσει και με τα χρήματα να αγοράσει άλλα αναγκαία για τον τόπο του, την οικογένειά του, τους χωριανούς του. Καθημερινές ανάγκες μεταφοράς των ζώων για βόσκηση σε καλύτερους τόπους και περιοχές με περισσότερες ζωοτροφές, αναγκάζουν καθημερινά τους κατοίκους των απόμακρων περιοχών να μετακινούνται.

Η καλλιέργεια καρπερότερης γης και αποδοτικότερης περιοχής, που συχνά βρισκόταν στην αντίπερα όχθη κάποιου ποταμού, υποχρέωνε τους γεωργούς, να διαβαίνουν τον ποταμό δυο και τρεις φορές την ημέρα.
Το κατέβασμα των ζώων κάθε φθινόπωρο στα χειμαδιά (παραθαλάσσιες ή απάνεμες περιοχές του κάμπου με ευνοϊκό κλίμα) και το ανέβασμα την άνοιξη στα βουνά, για να ξεκαλοκαιριάσουν επέβαλλε στους κτηνοτρόφους να διαβαίνουν τους πολύνερους ποταμούς. Η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια, τόσο των κοντινών οικισμών, όσο και των απόμακρων, σε πολλούς τομείς της κοινωνικής τους ζωής, έσπρωχνε τους κατοίκους σε συχνές επαφές και μετακινήσεις.

Αμυντικοί λόγοι, οχυρωματικοί σκοποί, προστασία και φρούρηση των ποταμών συνόρων, κάνουν επιτακτική την ανάγκη διάβασης και οχύρωσης των ποταμών κυρίως σε στενά περάσματα και στρατηγικές θέσεις.

Ειδικότερα στην περίπτωσή μας, στην περιοχή της πολυθρύλητης ʼρτας, μακροχρόνια κι επιτακτική υπήρξε η ανάγκη κατασκευής γεφυριού στον πολυτάραχο ʼραχθο, ο οποίος χώριζε τους κατοίκους της άγονης πόλης από τον ευρύχωρο και καρπερότερο κάμπο. Ο ατίθασος ποταμός ʼραχθος στερούσε, χρόνια τώρα, από την πόλη της ιστορίας και του πολιτισμού την ευεργετική αγκαλιά της τερπνής πεδιάδας εμπόδιζε τη διέλευση των κατοίκων και τη διακίνηση των αγαθών.

Δομήτορες (κτίστες) γεφυριών.

Οι άνθρωποι οι οποίοι θα αναλάμβαναν την κατασκευή ενός τέτοιου έργου, να δαμάσουν δηλαδή τη φύση, ξεπερνώντας την ορμή των ποταμών (δυνατά φυσικά στοιχεία), βρίσκονταν πολύ κοντά. Η ίδια περιοχή αποτελούσε το εκκολαπτήριο, το φυτώριο σπουδαίων τεχνιτών, τη φύτρα αμέτρητων καλλιτεχνών μαστόρων, άριστων δουλευτάδων της πέτρας.
Οργανωμένοι σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες τα λεγόμενα μπουλούκια ή ενσάφια, όργωναν ολόκληρη τη Βαλκανική Χερσόνησο, την Ανατολή, την Αίγυπτο, την Κύπρο και ακόμη μακρύτερα, "για να χτίσουν ολόκληρο τον κόσμο".

Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο έμπειρος πρωτομάστορας, ο πολύξερος κάλφας, ο γητευτής των πέτρινων κατασκευών, ο οποίος ενδιαφερόταν για την εξεύρεση της εργασίας, την πληρωμή των μαστόρων και φρόντιζε για όλες τις ενέργειες του μπουλουκιού. Εργαζόταν στα θεμέλια της οικοδομής, στις προσόψεις και τις γωνιές που κλειδώνουν τα αγκωνάρια. Τα θεμέλια, που είναι η βάση της ζωής του έργου, είναι υψηλή υπόθεση και δεν αφήνεται στους άλλους μαστόρους, καθώς επίσης; και οι προσόψεις; και οι γωνιές, που αποτελούν τη δόξα και το καλό όνομα της εργασίας του.

Το μπουλούκι το αποτελούσαν πολλές ειδικότητες μαστόρων: νταμαρτζήδες, κτίστες, λασπιάδες, μαρμαρογλύπτες, ξυλογλύπτες, ζωγράφοι, πολλά μικρά παιδιά, τα λεγόμενα τσιράκια, και πολλά μεταφορικά ζώα.

Οι ανειδίκευτου εργάτες, τα τσιράκια, ήταν πάντα πρόθυμα να εκτελέσουν όλες τρις διαταγές των μαστόρων, αλλά και πολύ προσεχτικά, για να κλέψουν την τέχνη των έμπειρων μαστόρων και να προαχθούν γρήγορα σε καλούς κι έμπειρους μαστόρυς, οπότε θα βελτίωναν και το μεροκάματό τους.

Συνήθως έφτιαχναν τη λάσπη των μαστόρων και την κουβαλούσαν, έσπαζαν και μετέφεραν πέτρες, ασβέστη, άμμο, νερό και ό, τι άλλο χρειάζονταν οι μάστοροι.
Η ομάδα δούλευε ολόκληρη την ημέρα, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου, πάντα με λιγοστό φαγητό του νοικοκύρη και με μικρό μεροκάματο, γι' αυτό όλοι ήταν ξερακιανοί, αδύνατοι, ηλιοκαμένοι, χωρίς κοιλιές, σπαθάτοι και νευρώδεις. Χρησιμοποιούσαν τα υλικά της κάθε περιοχής, με πρώτο και καλύτερο το σχιστόλιθο και για τη σύνδεσή του χρησιμοποιούσαν το γνωστό κουρασάνι.
Ένα μίγμα τριμμένου κεραμιδιού, σβησμένου ασβέστη, ελαφρόπετρας, χώματος, νερού και ξερών χόρτων. Σε πολλές περιπτώσεις και προκειμένου να αυξήσουν τη στερεότητα και αποτελεσματικότητα του μίγματος έριχναν ασπράδια αβγών, μαλλιά ζώων, σκόνη πέτρας και σκόνη οστράκων.

Συνήθως ξεκινούσαν τον Απρίλιο -ανήμερα του Αγίου Γεωργίου- με τις ευχές των συγγενών και των χωριανών και γύριζαν το φθινόπωρο, γύρω στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, για να κοιτάξουν τις γεωργικές τους δουλειές και την οικογένειά τους, φέρνοντας και τα καζάντια τους, την αμοιβή της εργασίας τους.

Για να προστατέψουν τα μυστικά της τέχνης τους, στις περιοχές που εργάζονταν, από τους ντόπιους κατοίκους, χρησιμοποιούσαν ειδική διάλεκτο συνεννόησης και προφορικής επικοινωνίας: τα μαστορικά ή κουδαρίτικα (γλώσσα των μαστόρων). Τους διέκρινε η οξύνοια, η παρατηρητικότητα, η φιλεργία, η υπομονή, ήταν ολιγογράμματοι, αλλά τίμιοι, μπεσαλή δες, φιλήσυχοι, νομοταγείς και χωρατατζήδες.
Ήταν άριστοι λαϊκοί τεχνίτες, γνώριζαν εμπειρικά τα μυστικά της τέχνης τους και, χωρίς να γνωρίζουν μαθηματικά και φυσική, δημιούργησαν στέρεα κομψοτεχνήματα, άριστες κατασκευές, που σημάδεψαν την εποχή τους και προκαλούν το θαυμασμό των μηχανικών και αρχιτεκτόνων.

Συνήθως έχτιζαν επιβλητικά κάστρα, κομψές εκκλησιές με γραφικούς τρούλους και μεγαλόπρεπα κωδωνοστάσια, υψηλόσωμα τζαμιά και μιναρέδες, πολυδαίδαλα παλάτια για τους μπέηδες και αγάδες και αστραφτερά αρχοντικά για τους καραβοκύρηδες και πραματευτάδες 'Έλληνες. Έφτιαχναν βρύσες και δεξαμενές, πύργους και υδραγωγεία, πολύτοξα γεφύρια και μοναστήρια, όπου ο θεατής μένει έκθαμβος από το κάλλος και τη μεγαλοπρέπεια των κτισμάτων ή ένδρομος από την ασύλληπτη τόλμη των μετέωρων, στα οποία η λαϊκή αρχιτεκτονική μετεωρίστηκε σε δυσθεώρητα ύψη τεχνικής τελειότητας.

Χωριά με σπουδαίους μαστόρους ήταν η Πυρσόγιαννη, η Βούρπιανη, η Μόλιστα, το Λεσκάτσι, το Πετροβούνι, οι Χουλιαράδες, τα ʼγναντα, τα Πράμαντα, η Κουσιοβίστα, οι Ραφταναίοι, το Αργυρόκαστρο, το Λεσκοβίκι κ.α.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑΣ

Τα περισσότερα γεφύρια της Ηπείρου είναι χτισμένα σε βραχώδη στενώματα περιόριζαν, όσο γινόταν, το μεγάλο μήκος του γεφυριού, μείωναν το οικονομικό κόστος της κατασκευής κι ελάττωναν τους κινδύνους κατάρρευσής του.

Προτιμούσαν τις βραχώδεις περιοχές, για να εξασφαλίσουν στέρεα και γερά θεμέλια, και πάντα απέφευγαν τις λασπώδεις περιοχές των ποταμών, οι οποίες αποτελούνταν από σαθρά υλικά και δυσκόλευαν αφάνταστα τη στέρεα κα ασφαλή θεμελίωση των γεφυριών. Η εξασφάλιση γερών θεμελίων αποτελούσε την εγγύηση της βιωσιμότητας του έργου. Το συνηθισμένο μήκος των γεφυριών ξεκινούσε από τα 30 μέτρα κι έφτανε τα 45 με πλάτος κοντά στα 3 μέτρα και ύψος ανάλογα με τη διαμόρφωση του εδάφους, συνήθως 25 με 35 μέτρα.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που επιβαλλόταν να κτιστεί το γεφύρι σε πεδινές εκτάσεις, λόγω διοικητικών, στρατιωτικών ή άλλων αναγκών, το μήκος ήταν αρκετά μεγάλο. Η γεφυροποίηση εξασφαλιζόταν με συνδυασμό πολλών τόξων (πολύτοξα γεφύρια) αλλά με μεγάλο οικονομικό κόστος και πάντα με πολλούς και μεγάλους κινδύνους για τη θεμελίωση και την επικινδυνότητα των μεγάλων κατασκευών. H τελική επιλογή της τοποθεσίας κτισίματος ήταν του γεφυριού ήταν συνήθως συνδυασμένη υπόθεση των τοπικών αρχόντων, του χρηματοδότη και του πρωτομάστορα. και πρωτομάστορα. Όταν η τοποθεσία ήταν προνομιακή και συγκέντρωνε πολλά πλεονεκτήματα, δεν υπήρχε καμία αντίρρηση και δεν υπεισέρχονταν λόγοι σκοπιμότητας στην οριστική επιλογή της τοποθεσίας.
Όπου όμως υπήρχαν περισσότερες τοποθεσίες με τα ίδια περίπου πλεονεκτήματα, τότε το σπουδαιότερο ρόλο τον έπαιζε ο χρηματοδότης, μετά οι τοπικοί παράγοντες και τελευταίος ερχόταν ο πρωτομάστορας.

Στις αναπόφευκτες περιπτώσεις κατασκευής γεφυριών σε επίπεδες πεδινές (προσχωσιγενείς) περιοχές, οι περιπέτειες και οι ταλαιπωρίες ήταν αφάνταστα μεγάλες και οι κίνδυνοι κατάρρευσης συχνοί. Η αδυναμία στήριξης των γεφυριών στις περιοχές αυτές συνδυάστηκε και πλέχτηκε με ωραιότατες δοξασίες, για επεμβάσεις υπερφυσικών δυνάμεων, οι οποίες συχνά απαιτούσαν τη θυσία στα θεμέλια πολυτιμότατης α ή μικρών παιδιών κ.λ.π.

Για να κατασκευασθεί το έργο, έπρεπε να στοιχειωθεί και να ραντισθεί με το αίμα και την ψυχή ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία μετατρεπόταν έτσι σε στοιχειό του έργου, σε προστάτη από κάθε επιβουλή και από κάθε κίνδυνο. Οι τοποθεσίες αυτές υποχρέωναν τους μαστόρους σε μεγάλα ανοίγματα με πολλές καμάρες και συμπληρωματικά ανακουφιστικά ανοίγματα, που καθιστούσαν την κατασκευή πάντα δύσκολη κι επικίνδυνη να καταρρεύσει.
Στα στενώματα έχουμε μονότοξα επιβλητικά και στέρεα γεφύρια, ενώ σε μεγάλα ανοίγματα και πεδινές περιοχές κυριαρχούν τα πολύτοξα γεφύρια.


Τρόποι κατασκευής γεφυριών

Αμέσως με τη συγκέντρωση των απαιτούμενων χρημάτων, είτε από εισφορές των κατοίκων της περιοχής, είτε από χρηματοδότη, συνήθως πλούσιο έμπορα του εξωτερικού ή τοπικό άρχοντα και προύχοντα, καλούσαν τους καλύτερους και ονομαστότερους μαστόρους, να υποβάλουν συγκεκριμένο σχέδιο του γεφυριού και τη χρηματική απαίτηση εκείνου που κατά τη γνώμη της ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της τοπικής κοινωνίας, οπότε αμέσως άρχιζε η εργασία, αφού γινόταν κι ο διακανονισμός πληρωμής κι εξόφλησης του έργου. Στο διακανονισμό, τις περισσότερες φορές, συμπεριλαμβανόταν και η τοποθεσία κατασκευής του γεφυριού, τα υλικά δόμησης και πολλές άλλες λεπτομέρειες. ʼρχιζαν τη διάνοιξη σκοπιά της κοινής γνώμης των θεμελίων και φρόντιζαν για την επίτευξη στέρεου εδάφους σε περίπτωση μη εξασφάλισης στερεότητας, άλλαζαν τοποθεσία.

Οι θεμελιωτικές εργασίες άρχιζαν με την τελετή των εγκαινίων, που ήταν συνήθως διαφορετική από περιοχή σε περιοχή, από κράτος σε κράτος και από έργο σε έργο. Η τελετή αυτή καθοριζόταν από τα ήθη και έθιμα των κατοίκων της περιοχής, από το πολιτιστικό επίπεδο της κάθε εποχής, από τις συνήθειες των μαστόρων και από την κυρίαρχη σκοπιά της κοινής γνώμης.

Υπήρξαν μεγάλα χρονικά διαστήματα που κυριαρχούσε η άποψη της θυσίας ζώων και πτηνών στα θεμέλια, για το ράντισμα με αίμα των πρώτων λίθων, και η δοξασία της ανθρωποθυσίας, της εντοίχισης, δηλαδή, ωραίας γυναίκας, μικρών παιδιών, συνώνυμων αδελφών, αράπη, απροστάτευτης γυναίκας κ.λ.π. Για ένα διάστημα αντικατέστησαν τις βάρβαρες ανθρωποθυσίες με τη θεμελίωση της σκιάς καθορισμένης ανθρώπινης ύπαρξης (γυναίκας πρωτομάστορα, διερχόμενης νέας, ανύποπτου άνδρα κ.λ.π.).

Η εκκλησία αντικατέστησε τις βάρβαρες δεισιδαιμονικές προλήψεις με τον αγιασμό, τις παρακλήσεις και το ράντισμα των θεμελίων με αγιασμό ή την τοποθέτηση μπουκαλιών γεμάτων αγίασμα στην τοιχοποιία του κτίσματος.

Οι κτίστες επεδίωκαν, για λόγους καλής διατροφής των, την επικράτηση και διατήρηση της σφαγής αρνιών ή κοκόρων κατά τη τελετή των θεμελίων.
Μετά στήνονταν οι σκαλωσιές, συνήθως ξύλινες, και άρχιζε το χτίσιμο ταυτόχρονα και από τις δύο μεριές με πέτρες επίπεδες, στέρεες, χωρίς ρωγμές και καλά πελεκημένες. Η μια πέτρα, κατάλληλα διαμορφωμένη, ακουμπούσε πάνω και λίγο δίπλα από την άλλη, με τέτοιο τρόπο, ώστε το βάρος να τραβιέται προς τα άκρα, στις βάσεις του τόξου, επιτυγχάνοντας έτσι, τελείως εμπειρικά, στερεότητα και στατικότητα. Ο έμπειρος πρωτομάστορας γνώριζε πως και η παραμικρή μποσικάδα στη βάση θα δημιουργήσει σπάσιμο στην επίσκεψη (ράγισμα στην κορυφή του τόξου), γι’ αυτό ήταν πολύ προσεχτικός και σχολαστικός στα θεμέλια και τις βάσεις των αψίδων.

Η μεγάλη ποικιλία μορφών στα γεφύρια είναι δείγμα της αστείρευτης φαντασίας του λαϊκού τεχνίτη, πράγμα που εξασφαλιζόταν με το ξεχωριστό τόξο, την διαφορετική καμάρα. Ο αριθμός τους, το μέγεθος και το σχήμα τους, προσδιόριζαν την ταυτότητα της ιδιαιτερότητας του κάθε πρωτομάστορα και της κάθε εποχής. Τα μονότοξα, λόγω του μεγάλου ανοίγματος, έχουν επιβλητικότητα, τα πολύτοξα υπερείχαν σε γραφικότητα.

Το σχήμα του τόξου άλλοτε έχει ημικυκλική διατομή και άλλοτε παίρνει ελαφρά οξυκόρυφη όψη, θυμίζοντας γοτθικά ή μουσουλμανικά πρότυπα. Στα πολύτοξα, κυρίως, γεφύρια απαντούμε στο κύριο σώμα τους μικρά ανοίγματα, τα οποία καταφέρνουν κι ελαφρύνουν την όλη κατασκευή αισθητικά. Αυτές οι ψευτοκαμάρες, πέρα από τις αισθητικές βελτιώσεις του έργου, εξυπηρετούσαν πολλές φορές βασικές ανάγκες του γεφυριού. Λειτουργούσαν, στις μεγάλες νεροκατεβατιές, ανακουφιστικά διοχετεύοντας μεγάλες ποσότητες νερού.

Ακόμη η αυξημένη πίεση του νερού αντιμετωπιζόταν και με τις διχαλωτές κατασκευές, πίσω και μπροστά, στα πέλματα στήριξης του γεφυριού. Η μπροστινή διχάλα διχάζει το νερό κι εκμηδενίζει την επιφάνεια πίεσης και η οπίσθια εξαφανίζει τον επικίνδυνο στροβιλισμό για τα θεμέλια. σφαλιζόταν με το επιτυχημένο κλείδωμα της υψηλότερης καμάρας, μυστικό επίτευγμα του έμπειρου πρωτομάστορα. σωστή τοποθέτησή της εξασφάλιζε τη ζωή ολόκληρου του γεφυριού. Η πτώση της, από λαθεμένη τοποθέτηση, συμπαράσερνε σε πτώση ολόκληρο το γεφύρι.

Μετά την αποπεράτωση των καμαρών χτιζόταν το οδόστρωμα του γεφυριού, συνήθως με πέτρες, καλντεριμωτό και όσο γινόταν ομαλό. Στις άκρες τοποθετούνταν όρθιες στενόμακρες πέτρες (αρκάδες) ή κατασκευάζονταν χαμηλά πεζούλια, για προστασία των διερχόμενων διαβατών και των ζώων.
Πριν παραδώσουν το έργο και πριν λύσουν τις σκαλωσιές, οι μαστόροι δεν παρέλειπαν να ζωγραφίσουν, τις περισσότερες φορές, σε κάποια μικρή κόγχη του γεφυριού, τη μορφή κάποιου αγίου, ο οποίος θα το προστάτευε ή να χτίσουν κάποιο εικονοστάσι. Στο τέλος ακολουθούσε πλούσιο φαγοπότι και μεγάλο γλέντι, στο οποίο συμμετείχαν μαστόροι και κάτοικοι της περιοχής. Το όνομα του γεφυριού ή "βάφτισμα" γινόταν με την πάροδο του χρόνου από τους κατοίκους της περιοχής.
Συνήθως έδιναν το όνομα του χρηματοδότη, ή της τοποθεσίας ή του ποταμού ή του οικισμού ή της πόλης και πολύ σπάνια χάριζαν στο γεφύρι το όνομα του δομήτορα πρωτομάστορα. Η ορεινή και πετρώδης Ήπειρος ο αυτοφυή ς τόπος τον παγκόσμιο θαυμασμό για την άρτια τεχνική τους. Οι αυτοδίδακτοι μαστόροι έχουν καταπλήξει τους μορφωμένους και ειδικευμένους αρχιτέκτονες μηχανικούς για την εφευρετικότητα, την οξύνοια και την τεχνική τους επιδεξιότητα και με τα εκπληκτικότατα έργα τους ευεργέτη σαν τον Ηπειρώτικο, τον Ελλαδικό χώρο, αλλά και τους κατοίκους πολλών κρατών.

Τα κομψά αυτά πέτρινα στολίδια, μάρτυρες μιας ένδοξης πολιτιστικής εποχής, ξεχασμένα τα πιο πολλά και μακριά από το ανήσυχο μάτι του ερευνητή, δεν πρόκειται να ξαναχτιστούν, καθόσον η μοντέρνα τεχνική έχει στη διάθεσή της τελειότερους και αποτελεσματικότερους τρόπους εξυπηρέτησης του ανθρώπου.

Η προσπάθεια εντοπισμού και καταγραφής των πέτρινων ζεύξεων του Αρά- στα παρακάτω πέτρινα γεφύρια. Πριν αρχίσουμε την καταγραφή, διευκρινίζουμε ότι είμαστε βέβαιοι για την ύπαρξη και άλλων κομψών πετρόκτιστων γεφυριών, τα οποία δεν κατορθώσαμε να προσεγγίσουμε και να σχολιάσουμε στην ερευνητική μας προσπάθεια.