Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 18 Σεπτεμβρίου 2019
Πολιτισμός Εκδόσεις για τα γεφύρια της Ηπείρου Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου Ήπειρος Ιωάννινα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Το γεφύρι και ο Ηπειρώτης
Τα Ηπειρώτικα γεφύρια
Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Τα 55 πέτρινα γεφύρια του Αράχθου: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

30/10/2008
Γεφύρια στον Κάτω ʼραχθο

Αριστείδης Σχισμένος

© Δήμος Ιωαννιτών
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Το μυθόλουστο γεφύρι της ʼρτας, ένα πραγματικό αριστούργημα, μια μεγαλοπρεπή κατασκευή, ένα δημιούργημα υψηλής τεχνικής, ένα έργο ύψιστης ζωτικής σημασίας, είναι κτισμένο σε στρατηγική θέση, στο στόμα του παραδεισένιου κάμπου και στα πόδια της χιλιοτραγουδισμένης ʼρτας.

Μια κατασκευή που ευεργέτησε ολόκληρη την περιοχή και συνετέλεσε τα μέγιστα στην ακμή κι ευμάρεια των κατοίκων του Νομού. Το γεφύρι της ʼρτας, πυργωμένο σε μαγευτική τοποθεσία, αιώνες τώρα, αντιστέκεται στα ορμητικά νερά του Αράχθου, ακατάλυτο και απείραχτο από τις πλημμύρες και τον πανδαμάτορα χρόνο, αεροκρέμαστο και λαμπερό, επιβλητικό και πολυσέβαστο αρχαιολογικό μνημείο.

Αποτελεί την πλαστική έκφραση λόγου και ρυθμού επάνω στην άψυχη ύλη, τη σχηματική παράσταση ενός ποιητικού μύθου πάνω στην πέτρα.
Το γεφύρι της ʼρτας είναι κτίσμα μοναδικό, όπως μοναδικός είναι και ο τραγικός θρύλος του για το στοίχειωμα της πεντάκαλλης και απονήρευτης γυναίκας του πρωτομάστορα. Οι άκαρπες προσπάθειες των «σαρανταπέντε μαστόρων και εξήντα μαθητάδων», να γεφυρώσουν της άρτας το ποτάμι, στο προσχωσιγενές και σαθρό πεδινό μέρος, κούρασαν αφάνταστα και αποκαρδιώσανε πολύ τους φιλόπονους μαστόρους. Οι συνεχείς και απανωτές καταστροφές του ζημιάρη Αράχθου, στις ατελέσφορες γεφυροποιές κατασκευές των μαστόρων, αποδόθηκαν σε επεμβάσεις υπερφυσικών δυνάμεων, που εχθρεύονταν το έργο τους.

Με άλλα λόγια, η αδυναμία στήριξης γεφυριού σε ακαταλληλότατο έδαφος αποδόθηκε σε εξωγενείς παράγοντες. Οι δυνάμεις αυτές του σκοταδιού, για να επιτρέψουν την κατασκευή, απαιτούσαν για πληρωμή, σύμφωνα πάντα με το πολιτισμικό επίπεδο και τις επικρατούσες δεισιδαιμονικές δοξασίες, τη θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα.

Στη διατάραξη των ισορροπιών της φύσης και τη διασάλευση των φυσικών νόμων, έπρεπε κάποιος να πληρώσει, να τιμωρηθεί, κι αυτός ήταν πάντα ο αρχηγός, ο πρωτομάστορας, ο φταίχτης της διατάραξης. Αν και κάπως ξενόφερτη η συνήθεια της ανθρωποθυσίας, το καλλιτεχνικό δαιμόνιο του ευφάνταστου λαού μας κατόρθωσε να απαλύνει και να εξωραΐσει την αποκρουστική ανθρωποθυσία, δίνοντάς της μια βαθύτερη κοινωνική σημασία: ότι δηλαδή τα μεγάλα έργα, που προσδιορίζονται για το γενικό καλό, απαιτούν μεγάλες θυσίες. Με τον εμπλουτισμό του περιεχομένου και με την τελειότητα της μορφής του τραγουδιού, η λαϊκή μούσα πέτυχε να αποχρωματίσει την απάνθρωπη, τη βάρβαρη απόφαση του πρωτομάστορα, να θυσιάσει την αγαπημένη του γυναίκα, το στήριγμα της οικογενειακής του ευτυχίας.

Το δόλωμα του ξεγελάσματος, δηλαδή το πέσιμο του δαχτυλιδιού, για να οδηγήσει τη γυναίκα του στο μαρτύριο της θυσίας, συμβολίζει, βέβαια, τον αδιάλυτο δεσμό του συζυγικού βίου. Γι’ αυτό και για την ανεύρεσή του είναι αξιοκαταφρόνητος κάθε κίνδυνος και κάθε περιπέτεια.
Προσεχτικά όμως κοιταγμένος ο μύθος αποχτάει έναν άλλο συμβολισμό. Υποδηλώνει τον εσωτερικό δεσμό του δημιουργού με το έργο του, το μυστικό κρίκο που συνδέει τον πρωτομάστορα με το γεφύρι – τόσο αναπόσπαστα – ώστε προθυμότατα, σαν υπνωτισμένος από το υπέροχο όραμα, που κυοφορεί στη φαντασία του, να θυσιάζει τη γυναίκα του.

Με αυτές τις λύσεις, που έδωσε η λαϊκή σοφία, λούστηκε η υπερπροσπάθεια κατασκευής του γεφυριού με νέα εφευρήματα και με ταιριαστά πλούσια μυθικά διανθίσματα. Ο τραγικός μύθος όμως, όπως και να ερμηνεύεται, ριζοβόλησε στις ψυχές των ευαίσθητων Αρτινών γι’ αυτό και με το σιωπηλό και κόσμιο πέρασμα του γεφυριού απέδιδαν ιδιαίτερο σεβασμό και ιεροπρέπεια στους πρωταγωνιστές του γεφυριού.
Μόλις έφταναν στο γεφύρι, σταματούσαν τα εύθυμα τραγούδια, τα μουσικά όργανα και τα χαχανητά και διέρχονταν το οδόστρωμα σιωπηλοί και σκυθρωποί.

Το υποβλητικό και μυστικοπαθές τοπίο του γεφυριού, συνοδευόμενο από τη φοβέρα των καταστροφικών πλημμύρων του Αράχθου και τα έντονα καιρικά φαινόμενα, βοηθούσε στη δημιουργία κλίματος συναισθηματικής φόρτισης και ιεροπρεπούς συμπεριφοράς των διαβατών κι επισκεπτών.
Η απέραντη αγάπη, ο μεγάλος σεβασμός και το αμείωτο ενδιαφέρον των κατοίκων της περιοχής προς την αριστουργηματική κατασκευή του ευεργέτη πρωτομάστορα και της πανέμορφης αλλά κακότυχης γυναίκας του, συνετέλεσαν στο να αποβεί το γεφύρι μας «σήμα κατατεθέν της περιοχής» και να καταστεί το αγλάισμα του Αρτινού λαού.

Ο συγκλονιστικός μύθος εντοίχισης της καλόκαρδης και απονήρευτης γυναίκας του πρωτομάστορα, το πλούσιο περιεχόμενο του δημοτικού τραγουδιού, η συνταρακτική πλοκή του μύθου, η μαγεία της αστραφτερής και τέλειας κατασκευής του κομψού γεφυριού και η μακραίωνη επιβίωσή του, είχαν σημαντικές και ποικίλες προεκτάσεις.

Ο λόγιος συμπατριώτης μας Γιάννης Τσούτσινος, στο βιβλίο του με τίτλο «Πέντε Αρτινά μελετήματα», Αθήνα 1982, σελ. 27 γράφει:
“κανένα τους όμως δεν τραγουδήθηκε, όσο το θρυλικό γεφύρι της ʼρτας. Πρώτος και καλύτερος ο λαός το τραγούδησε, σ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη, στην Ανατολή. Κάπου τριακόσιες παραλλαγές του γνωστού δημοτικού τραγουδιού μέτρησε και καταχώρισε ο λαογράφος Γ. Μέγας. Κι από τους λογοτέχνες μας, οι πιο πολλοί κάτι έγραψαν για το γεφύρι, ποίημα, διήγημα ή δοκίμιο”.

Ήταν φυσικό επακόλουθο ο ευαίσθητος καλλιτεχνικά λαός μας, όχι απλώς να ευαισθητοποιηθεί, αλλά να πυρωθεί από το κομψό αεροκρέμαστο δημιούργημα και να συγκλονιστεί ψυχικά, ώστε ανάλογα να εκφραστεί ποιητικά. Κοντινοί και απόμακροι, επώνυμοι και ανώνυμοι, ξένοι και ντόπιοι ποιητές και άξιοι συγγραφείς συνέθεσαν αριστουργηματικά ποιήματα και διηγήματα για το γεφύρι. Τα δε εθνικός καλλιτεχνικός μας θησαυρός, ενέπνευσαν πολλούς ευαίσθητους μουσικούς μας και το τραγούδησαν. Ο Μ. Καλομοίρης εμπνεύστηκε από τον "πρωτομάστορα” του Ν. Καζαντζάκη και συνέθεσε μαγευτική όπερα, το ίδιο και ο Σαμοήλης. Στον τόπο μας το δημοτικό τραγούδι “του γιοφυριού της ʼρτας” τραγουδιέται από μικρούς και μεγάλους με ιδιαίτερη ιεροπρέπεια και ξεχωριστή γοητεία.

Σε όλους τους τόπους σύνθεσης των παραλλαγών ο λαός τις επένδυσε με μουσικό μανδύα, συνήθως αργού και κατανυκτικού ρυθμού, και τις τραγούδησε, σχεδόν πάντα, καθιστός. Επίσης εμπνευσμένα θεατρικά έργα έξι καλλιτεχνών παίχτηκαν στη θεατρική σκηνή της ʼρτας και προκάλεσαν ρίγη συγκινήσεως στο κοινό.

ʼριστοι ζωγράφοι, με τέλειους καλλιτεχνικούς πίνακες του γεφυριού, κόσμησαν τα γραφεία των δημόσιων καταστημάτων και τα σαλόνια των αρχοντικών σπιτιών της ʼρτας. Ενώ δεξιοτέχνες χρυσοχόοι και αργυροχόοι σκάλισαν με ιδιαίτερη λεπτότητα και μεράκι επάνω στο χρυσάφι και το ασήμι το κομψό σώμα του γεφυριού.
Κατσαρόλες, ταψιά, τσουκάλια, κουβέρτες, στρωσίδια, χαλιά σαρμανίτσες, ξύλινα νεροβάρελα κι ένα σωρό άλλα δημιουργήματα, στολίστηκαν με παραστάσεις του πολυύμνητου κεντήστρες και υπομονητικούς ξυλόγλυπτες

Θρησκευτικός εικονισμός – συμβολισμός του γεφυριού.
Μια προσεκτική ματιά σε όλο το μήκος του γεφυριού επιβεβαιώνει την επικρατούσα παράδοση, που θέλει το μεγάλο έργο να βρίσκεται υπό την κηδεμονία της θρησκείας μας, υπό την προστασία της εκκλησίας μας και πιο συγκεκριμένα υπό τη σκέπη των δώδεκα Αποστόλων. Μας το επιβεβαίωσαν τα δώδεκα τόξα, τα δώδεκα ανοίγματα (σήμερα το 12ο έχει κτισθεί για να βοηθήσει τη συγκράτηση του σώματος του γεφυριού), τα οποία συμβολίζουν τους δώδεκα μαθητές του Χριστού.

Μια ευδιάκριτη γραμμή στο σώμα του γεφυριού, επάνω από τα ανοίγματα, αρχίζει από το δυτικό άκρο, υπερκαλύπτει τα έντεκα ανοίγματα (τόξα ή καμάρες ή δόξες) και αφήνει έξω το δωδέκατο άνοιγμα, που βρίσκεται στην ανατολική άκρη. Η ευδιάκριτη αυτή γραμμή συμβολίζει τη σκέπη της εκκλησίας μας, την προστασία της θρησκείας μας και αφήνει έξω (ακάλυπτο) απροστάτευτο το δωδέκατο άνοιγμα.

Το δωδέκατο αυτό άνοιγμα συμβολίζει τον Ιούδα.
Τα τέσσερα μεγάλα ανοίγματα (καμάρες), που διαφέρουν στο άνοιγμα και το ύψος, συμβολίζουν τους τέσσερις ευαγγελιστές (Μάρκο, Λουκά, Ιωάννη, Ματθαίο), των οποίων η προσφορά και το έργο ήταν μεγαλύτερο και σημαντικότερο από το έργο των υπολοίπων μαθητών.

Μια δεύτερη ομάδα τεσσάρων ανοιγμάτων, μικρών σε μέγεθος και με διαφορετική βάση από τις μεγάλες καμάρες, βρίσκεται προς τα δύο άκρα του γεφυριού και συμβολίζει τους τέσσερις τελευταίους σε προσφορά μαθητές.

Το πρώτο τόξο από το μέρος της πόλης, που όπως αναφέρουμε συμβολίζει τον Ιούδα, είναι κτισμένο σε θέση, που δε διέρχεται νερό, γιατί δεν είναι διαμπερές, όπως όλα τα υπόλοιπα, αλλά φτάνει μέχρι τη μέση του σώματος του γεφυριού.
Συμβολικά παριστάνει τη στείρα προσφορά του Ιούδα στο έργο του Χριστού.

Για να το δει κανείς, πρέπει να πάει στον ιστορικό πλάτανο, γιατί ακριβώς απέναντί του (αντίκρυ του) βρίσκεται το άνοιγμα αυτό. Το άνοιγμα αυτό παρουσιάζεται σαν πρόσθετο στην εξωτερική του όψη, πλην όμως είναι εσωτερικά συνδεδεμένο με τον κορμό του κυρίως γεφυριού, αλλά δεν είναι διαμπερές.

Η αιχμή της προστατευτικής γραμμής, που συμβολίζει τη θεία προστασία, σβήνει στην κορυφή του ενδέκατου (προτελευταίου στη σειρά) ανοίγματος. Το άνοιγμα αυτό συμβολίζει τον Ιούδα, ο οποίος εξακολουθεί αν είναι μέλος της δωδεκάδας αλλά, αφού αποβλήθηκε με τη πράξη της προδοσίας, κατέστη στείρος απέναντι στο έργο των άλλων μαθητών.

Χωρίς καμία αμφιβολία, το πρώτο άνοιγμα του γεφυριού από την πλευρά της πόλης είναι έτσι φτιαγμένο, που να δικαιολογεί τις απόψεις όλων όσων ισχυρίζονται ότι συμβολίζει τον Ιούδα.

Της τρίτης ομάδας τα ανοίγματα βρίσκονται στον ενδιάμεσο κορμό του γεφυριού και ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα, γιατί είναι ορθοστατικής κατασκευής και συμβολίζουν τους υπόλοιπους μαθητές (μεσαίας απόδοσης) της δωδεκάδας. Από τα τέσσερα μεγάλα ανοίγματα διέρχονται συνεχώς τα ζωτικά νερά του ποταμού (καθημερινά).

Συμβολικά της ʼρτας το γεφύρι είναι στηριγμένο στους ώμους των δώδεκα Αποστόλων, ένα ακόμη γεγονός που υποχρέωνε τους διερχόμενους χριστιανούς, να σταυροκοπιούνται και να αποδίδουν τον οφειλόμενο σεβασμό της ιεροπρεπούς διέλευσης, έθιμο που τήρησαν και οι Τούρκοι κατακτητές.

Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, ο πρωτομάστορας σκόπευε να χτίσει το γεφύρι με δεκατρία ανοίγματα, όσες είναι και οι φάσεις της Σελήνης, λόγω του μεγάλου ανοίγματος της κοίτης κι επειδή η μητέρα του ήταν αστρολόγος κι επηρεαζόταν πολύ από τις απόψεις της.

Σε συνάντησή του με το Δεσπότη της ʼρτας και σε σχετική συζήτηση, πείστηκε να φτιάξει το γεφύρι με δώδεκα ανοίγματα, σεβόμενος την άποψη της εκκλησίας για συμβολισμό των δώδεκα μαθητών του Χριστού. Επέδειξε έτσι εμπιστοσύνη στη γνώμη περί προστασίας του γεφυριού από τους μαθητές του Χριστού.

Ο διεισδυτικός μύθος του γεφυριού εισχώρησε στα τρίσβαθα της ψυχής του Αρτινού λαού, ζυμώθηκε με πολιτισμικές συνήθειες και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινής ζωής των κατοίκων της περιοχής μας.

Το καλαίσθητο γεφύρι και η τραγικότητα του μύθου του δε λησμονιούνται και δε χάνονται.. Οι Αρτινοί γεννιούνται και πεθαίνουν λουσμένοι στη γοητεία του δραματικού θρύλου του αθάνατου γεφυριού.

Ο Κωστής Παλαμάς ο μεγάλος εθνικός ποιητής γράφει για της ʼρτας το γεφύρι:
«της ʼρτας το γεφύρι είναι λαϊκό αριστούργημα, σαν ένα κομμάτι από Ραψωδία ομηρική. Και είναι για να το εκμελλεύονται ποίηση και μουσική όσο υπάρχουν», περιοδικό ΣΚΟΥΦΑΣ, τεύχος 64, σελ. 331).

Ιστορική αναδρομή του γεφυριού.

α. Ο τρόπος δόμησης των βάθρων του γεφυριού – στήριξη σε 75 – 80 κορμούς δρυών και κέδρων, ύψους 6-7 μέτρων (πασσαλόμπηξη) για εξασφάλιση στέρεων θεμελίων, γεγονός που εξακριβώθηκε το έτος 1983, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το γεφύρι πρωτοκτίστηκε την εποχή του Πύρρου (3ος π.χ. αιώνας).

Η μέθοδος αυτή της πασαλόμπηξης σε ελώδη εδάφη, σε σαθρές προσχωσιγενείς περιοχές και εκβολές ποταμών, και η χρήση μεγάλων λίθων με ειδικά βαθουλώματα (υποδοχές) για στέρεα συνένωση με τους ξύλινους κορμούς, αποτελούν χαρακτηριστικό μιας ευρύτατης χρονικής περιόδου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η εποχή του Πύρρου. Ακόμη, στην εποχή του Πύρρου γίνεται προσπάθεια, για πρώτη φορά, εξασφάλισης ασφαλών χερσαίων δρόμων για τη μετακίνηση των στρατευμάτων, των εμπορευμάτων και των ταξιδιωτών, με αποτέλεσμα να καταστεί αναγκαία η γεφυροποίηση των μεγάλων ποταμών και να ευοδοθεί η προσπάθεια της χερσαίας επικοινωνίας.

β. Το τμήμα του γεφυριού λίγο πιο πάνω από την επιφάνεια του νερού, που στηρίζεται στα παλιά βάθρα με τις τέσσερις καμάρες και τα υπόλοιπα ανακουφιστικά τοξοειδή ανοίγματα, είναι κατασκευασμένο την εποχή του δεσποτάτου της Ηπείρου 1220-1227 μ.Χ.

γ. Η υψηλή καμάρα, που κατέρρευσε επί τουρκοκρατίας, ανακατασκευάστηκε το 1612-1615μ.χ. μαζί με μερικά πλαϊνά της μέρη πολύ ευδιάκριτα σήμερα.

δ. Επίσης επί τουρκοκρατίας και σε άγνωστη για μας εποχή ανακατασκευάστηκε ολόκληρο το οδόστρωμα του γεφυριού, με σκοπό την εξασφάλιση ανετότερης διέλευσης των πεζών και τροχοφόρων της εποχής. Λόγω υπερύψωσης της υψηλής καμάρας δημιουργήθηκε επικίνδυνη κατηφόρα στο οδόστρωμα του γεφυριού προς το μέρος του κάμπου.

ε. Το 1881 το γεφύρι μετατράπηκε σε σύνορο (όρια) Ελλάδας και Τουρκίας, όταν η δύναμη και η αλαζονεία των ισχυρών της γης άλλαξε τον προορισμό και την αρχική του σκοπιμότητα. Η τοποθέτηση συνόρων, διαχωριστικών γραμμών και διασπαστικών ενεργειών στην υψηλή καμάρα, το σημείο της θυσίας της πρωτομαστόρισσας, δημιουργεί προβλήματα έντασης και αντιπαλότητας. Εκεί που πριν λίγες ημέρες επικρατούσε σύμπνοια, αγάπη συνεργασία και αλληλοβοήθεια, άρχισαν τα προβλήματα για τους Αρτινούς καλλιεργητές του κάμπου.

Το γεφύρι, αντί να ανταμώνει και να φιλιώνει τους ανθρώπους, τους χώριζε, τους διαιρούσε, έξυνε εθνικές πληγές και κορύφωνε τα μίση και τα πάθη. Μέχρι το 1912 διαδραματίστηκαν πολλά γεγονότα, συρράξεις και εντάσεις μεταξύ των δύο λαών.
στ. Το 1897, σε μια εποχή εθνικής έξαρσης πραγματοποιήθηκε ανεπιτυχής απελευθερωτική εξόρμηση των Ελλήνων, με ορμητήριο το ιστορικό μας γεφύρι.

ζ. Αντίθετα το 1912, στις 6 Οκτωβρίου, ακολουθεί καλά προετοιμασμένη νικηφόρα απελευθερωτική προσπάθεια με ορμητήριο το γεφύρι, η οποία χάρισε την πολυπόθητη Ελευθερία σε ολόκληρη την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Το γεφύρι απαλλάχτηκε από τα διχαστικά του καθήκοντα κι επέστρεψε στις πρωτινές του υποχρεώσεις.

η. Κοντά στα 1929 μερικοί στενοκέφαλοι υπάλληλοι, με περιορισμένη πνευματική εμβέλεια, εισηγούνται την κατεδάφιση του γεφυριού και στη θέση του την ανέγερση νέου. Την εποχή αυτή, που μειώνεται η αξία του πέτρινου κομψοτεχνήματος, επικρατούσε η αντίληψη της εξαφάνισης και του γκρεμίσματος όλων όσων είχαν τη στόφα του παλιού, του ξεπερασμένου, του μη κερδοφόρου και θύμιζαν δουλεία και μαρτύρια της χώρας κάτω από τον ξένο ζυγό. Ευτυχώς η εξέγερση των εγγραμάτων, των πνευματικών ανθρώπων απέτρεψε την τελευταία στιγμή το έργο της κατεδάφισης του γεφυριού.

θ. Τα βάθρα του γεφυριού επιβαρύνονται επικίνδυνα με την πρόσθεση, προς το βόρειο μέρος αυτών, άκομψων και τελείως αταίριαστων τσιμεντένιων βάθρων, για τη στήριξη νέας αμαξωτής γέφυρας. Την πλευρική αυτή κατασκευή επιβάρυνε τα παλιά βάθρα με τους επικίνδυνους κραδασμούς από τα διερχόμενα οχήματα της νέας γέφυρας. Επρόκειτο για μια ύπουλη κι επικίνδυνη επιβάρυνση, η οποία στην αρχή δεν έγινε αντιληπτή, αλλά με το πέρασμα του χρόνου αποδείχτηκε καταλυτική ασθένεια, που διέβρωσε τη συνοχή και την αντοχή του γεφυριού και το κατέστησε ετοιμόρροπο.

ι. Το απροσμέτρητο θάρρος σύμπαντος του Ελληνικού λαού, κατά τη διάρκεια της πολεμικής αναμέτρησης, και η απίστευτη γενναιότητα του Έλληνα φαντάρου στα πεδία των μαχών, κουρέλιασαν το γόητρο των Ιταλογερμανών, πεισμάτωσαν τους αυθάδεις και υπερόπτες Γερμανούς, οι οποίοι επέδειξαν ασυνήθιστη βαρβαρότητα εναντίον του Ελληνικού λαού και συμπτώματα βανδαλισμού στα πολιτιστικά μας μνημεία. Κατά την είσοδό τους στη χώρα μας κακοποίησαν το πέτρινο γεφύρι, γκρεμίζοντας τα προστατευτικά του πεζούλια για να διέλθουν από το γεφύρι βαριά τανκς και πυροβόλα με κίνδυνο κατάρρευσής του.

Το 1944, οι Γερμανοί κατά την αποχώρηση τους, υπoνόμευσαν ολόκληρο το σώμα του γεφυριού με μεγάλες ποσότητες εκρηκτικής ύλης, για να το ανατινάξουν, προκειμένου να διακόψουν την προέλαση και την καταδίωξή τους από τους αγωνιστές της υπερήφανης εθνικής μας αντίστασης. Το γεφύρι σώθηκε χάρις στα φιλελληνικά αισθήματα του υπολοχαγού Λούνικ, ο οποίος συμφώνησε με τους αντάρτες, ότι από την πλευρά των Γερμανών δε θα ανατινάζονταν το γεφύρι και από την πλευρά των ανταρτών δε θα πραγματοποιούνταν καταδίωξη μέχρι να περάσουν το χώρο της Φιλιππιάδας οι Γερμανοί. Για παραπλάνηση των υπολοίπων Γερμανών ο υπολοχαγός Λούνικ, αξιωματικός του γερμανικού στρατού, πραγματοποίησε εικονική πυροδότηση, χωρίς να θίξει το γεφύρι, που σώθηκε για μια ακόμη φορά.

ια. 1945-1960: Η τοποθέτηση στα τσιμεντένια βάθρα μιας βαριάς σιδερένιας στρατιωτικής γέφυρας, για την εξασφάλιση άνετης και ακίνδυνης διέλευσης των τροχοφόρων οχημάτων, είχε σαν αποτέλεσμα τη μεταφορά των επικίνδυνων κραδασμών στα πέδιλα του γεφυριού, και από εκεί, σ’ ολόκληρο το σώμα του.

Όσο τα τροχοφόρα μεγάλωναν, βάραιναν και πλήθαιναν, τόσο αυξανόταν κι ο κίνδυνος αποσύνδεσης των δομικών υλικών του γεφυριού, και η κατάρρευση του ήταν υπαρκτή και αρκετά ορατή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι πρώτες ρωγμές στο κυρίως σώμα, αλλά και στα πέλματα στήριξης, ήταν καταφανέστατες και πανικόβαλαν την τοπική κοινωνία, η οποία εναγωνίως απαιτούσε τη λήψη μέτρων αποτελεσματικής προστασίας του αρχιτεκτονικού μας θησαυρού.

ιβ. Η κατασκευή τσιμεντένιας γέφυρας σε απόσταση 150 μέτρων δυτικά του γεφυριού, κάπως άκομψης και αταίριαστης, απάλλαξε οριστικά το γεφύρι από τους φθοροποιούς κραδασμούς της σιδερένιας στρατιωτικής γέφυρας στα 1960.

Ταυτόχρονα πραγματοποιήθηκε σωτήρια επέμβαση στα πέλματα και το κυρίως σώμα του γεφυριού, με ισχυρά συγκολλητικά υλικά και πολλές άλλες ανακουφιστικές επεμβάσεις και στηρικτικές ενέργειες.

Στα 1960 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της ευρύχωρης και στερεότατης τσιμεντένιας γέφυρας, η οποία δόθηκε στην κυκλοφορία των οχημάτων και ανακούφισε το πολύπαθο και βαριά άρρωστο πέτρινο γεφύρι. Η σιδερένια γέφυρα, τύπου ΜΠΕΛΕΫ, αποσυνδέθηκε και μεταφέρθηκε σε άλλο σημείο του ποταμού, τοποθετήθηκε κοντά στο άλλο ιστορικό μας γεφύρι στην Πλάκα, κοντά στα ʼγναντα, για να εξυπηρετήσει εκεί τη διέλευση των οχημάτων.

ιγ. Στις 13 Μαρτίου του έτους 1981, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια λειτουργίας του υδροηλεκτρικού σταθμού Πουρνάρι Ι μέσα σε κλίμα ιδιαίτερης ευφορίας και μεγάλων προσδοκιών, χωρίς να γίνουν αισθητές οι δυσμενείς επιπτώσεις στο οικοσύστημα της κοίτης, της παρόχθιας περιοχής και στο ιστορικό γεφύρι. Από το φράγμα κι επάνω είχαμε πολλές ωφέλειες κι ευνοϊκές επιπτώσεις, αλλά από το φράγμα και κάτω, μαζί με τις θετικές και τα πολλά καλά, είχαμε και αρκετές αρνητικές από τον εγκιβωτισμό και την τιθάσευση του Αράχθου στον ταμιευτήρα του υδροηλεκτρικού σταθμού.

Τα οικοσυστήματα του περιαστικού χώρου της πόλης, η χλωρίδα και η πανίδα της κοίτης και της παρόχθιας περιοχής, μέχρι τις εκβολές του ποταμού, διαταράχθηκαν, αλλοιώθηκαν και μισοκαταστράφηκαν ακόμη και μέσα στον Αμβρακικό κόλπο. Τη μεγαλύτερη ζημιά και το δεινότερο πλήγμα, από την κατασκευή του φράγματος και την ασυνεχή ροή του ποταμού, υπέστη το θρυλικό μας γεφύρι.

Τα άφθονα φερτά υλικά εγκλωβίζονταν στην τεχνητή λίμνη, και ο λαβωμένος ʼραχθος τελείως αθόρυβα και ύπουλα διέβρωσε σε επικίνδυνο βαθμό την κοίτη και τα θεμέλια του γεφυριού. Η διάβρωση έφερε στο φως, το άγνωστο μέχρι τότε, ξύλινο μέρος των βάθρων, με αποτέλεσμα να μείνει κάποιο διάστημα χωρίς νερό και να διαβρωθεί από τον ατμοσφαιρικό αέρα σε επικίνδυνο βαθμό (καταστροφή 60 περίπου κορμών από τους 80). Ο συμπολίτη ς μας Γεώργιος Τσάκαλος, δεινός ψαροτουφεκάς, αντίκρισε πρώτος το μεγάλο πλήγμα, που υπέστη το πρώτο ποδαρικό, από τη μεριά της πόλης, και ανήγγειλε το δυσάρεστο θέαμα στις αρμόδιες υπηρεσίες.

Λαός και αρχές ξεσηκώθηκαν και αμέσως κατέφθασε στην περιοχή ειδικό συνεργείο άμεσης παρέμβασης και διάσωσης.
Το παμπάλαιο κτίσμα του γεφυριού παρουσίαζε πένθιμη όψη, με εμφανή τα σημάδια του γεροντισμού, καταπονημένο με χάσκουσες ρωγμές στο σώμα του, φαγωμένο και σχεδόν εναέριο το ένα του ποδαρικό.

Βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση από τα απανωτά σφάλματα του ανθρώπου και από την ταυτόχρονη προσβολή του από πολλές δομικές ασθένειες, γι' αυτό και προκαλούσε τον οίκτο των περαστικών. Οδηγήθηκε στο αρχιτεκτονικό χειρουργικό κρεβάτι.

Οι θεράποντες μηχανικοί και οι βοηθοί της ειδικής υποστυλωτικής εταιρείας «ΕΔΡΑΣΗ» πραγματοποίησαν θαυμάσιες και σωτήριες δομικές επεμβάσεις, ανανέωσαν το γεφύρι και βελτίωσαν αισθητικά το όλο κτίσμα με πολλές πλαστικές ενέργειες. Ήταν η δυσκολότερη περίοδος της ζωής του, αλλά όταν σηκώθηκε από την άρρωστη κλίνη του, ήταν κατάγερο, δόθηκε στην κυκλοφορία και ανέλαβε με ανανεωμένο κουράγιο τα διαιώνια καθήκοντά του

Η παθολογική αγάπη του Αρτινού λαού, η ευαισθησία του Υπουργείου Πολιτισμού, η εμπειρία και το μεράκι των θεράποντων μηχανικών και κυρίως η ακατανίκητη δύναμη της στοιχειωμένης πρωτομαστόρισσας, σύμφωνα με τη ντόπια παράδοση, έσωσαν το γεφύρι.
ιδ. Το έτος 1999, ταυτόχρονα σχεδόν με την ανάρρωση του γεφυριού, πραγματοποιήθηκε από το Δήμο Αρταίων καθαρισμός του χώρου γύρω από το γεφύρι, ο οποίος ήταν γεμάτος από πελώριους λόφους σκουπιδιών κι επικίνδυνους ρύπους.

Στη συνέχεια, με επιτυχημένες αναμορφωτικές κι εξωραϊστικές προσπάθειες, ο Δήμος Αρταίων βελτίωσε την αισθητική εικόνα του χώρου.
Κατασκευάστηκε πρόσβαση αυτοκινητόδρομου για την εύκολη προσέγγιση του γεφυριού και καλλωπίστηκε η περιοχή με ευρύχωρους πεζόδρομους περιστοιχισμένους με εύοσμους θάμνους και καλλωπιστικά φυτά.

Οι επισκέπτες ευκολύνονται να πλησιάσουν την κοίτη του ποταμού, να απολαύσουν το ιρίδισμα του λιγοστού γάργαρου νερού, να δροσιστούν στην αναψυκτική δροσιά των γέρικων πλατάνων, να ρεμβάσουν τις ήσυχες και γλυκές βραδιές και να ανασύρουν στη μνήμη τους τον τραγικό μύθο της εντοίχισης της καλοκάγαθης γυναίκας του πρωτομάστορα.

Οι ευεργετικές αυτές αναμορφωτικές εργασίες του Δήμου Αρταίων διευκολύνουν τους επισκέπτες, βελτιώνουν την αισθητική εικόνα της περιοχής και συντελούν στις περιπατητικές απολαύσεις των κατοίκων της περιοχής.

1. Το γεφύρι της Πλάκας

Ο Στέφανος Φίλος, συνταξιούχος εκπαιδευτικός και συγγραφέας, γράφει σχετικά: Στη θέση που είναι σήμερα η σιδερένια γέφυρα, λένε πως ήταν παλιά τα πρώτα γεφύρια, κι αυτό μας το προσδιορίζει το τοπωνύμιο «Παλιοδιοφύρια».

Όταν το ποτάμι παρέσυρε τα γεφύρια αυτά, οι κάτοικοι των Τζουμέρκων γεφύρωσαν το ποτάμι πιο πάνω απ’ εκεί που είναι σήμερα το πέτρινο γεφύρι. Το παρέσυρε και αυτό το ρέμα του ποταμού το 1860". (Τα Τζουμερκοχώρια, Αθήνα 2000 σελ. 26)

Σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία, ακριβώς στο πέρασμα από το Νομό ʼρτας στο Νομό Ιωαννίνων και στον τερματισμό του γραφικού φαραγγιού του Αράχθου, αεροκρέμαστο κι επιβλητικό ζεύει τον πολυτάραχο ʼραχθο το γεφύρι της Πλάκας.

Πρόκειται για μονότοξη γραφική κι επιβλητική πέτρινη κατασκευή, η οποία φαντάζει πανώρια και αρκετά γοητευτική επάνω από τα μανιασμένα νερά του Αράχθου. Η στέψη της ιλιγγόφερτης καμάρας ορθώνεται σε ύψος 20 μέτρων και απλώνεται με σχετική απλοχωριά από την αριστερή όχθη, για να καθίσει κάπως άγαρμπα και άβουλα στη στενόχωρη δεξιά όχθη, με άνοιγμα που ξεπερνά τα 40 μέτρα.

Τη μονοτονίατης όλης κατασκευής βελτιώνουν αισθητικά και της προσδίνουν ιδιαίτερη χάρη τα δύο πλαϊνά ανακουφιστικά ανοίγματα του γεφυριού. Το πλάτος του διαδρόμου, που παρουσιάζει απότομη άνοδο, λόγω της εδαφικής διαμόρφωσης, ανέρχεται σε 3,20 μέτρα, και ο διαβήτης διευκολύνεται από συνεχή πλατύσκαλα σε μικρή κλίση, τα οποία δεν επεκτείνονται σε όλο το μήκος του γεφυριού.

Στα πλάγια υπάρχουν προστατευτικά χαμηλόσχημα πέτρινα πεζούλια, τα οποία με τη σειρά τους δένουν αρμονικά με το κύριο σώμα του γεφυριού, προσθέτουν δε γοητεία, ομορφιά και παρέχουν σχετική ασφάλεια στους διερχόμενους. Καλύτερα και παραστατικότερα ορίζει την τοποθεσία, τον τρόπο δόμησης και τη σκοπιμότητα του γεφυριού ο Νικ. Παπακώστας; επιθεωρητής Δημ. Εκπαίδευσης και συγγραφέας, στα «Ηπειρωτικά», Αθήνα 1967, σελ 428.

«Το δυσχείμερον των Τζουμέρκων, και ιδία των Βορειο-Δυτικών χωρίων ανέκαθεν ηνάγκαζε τους πλείστους των κατοίκων να εκπατρίζονται κατά τους φθινοπωρινούς μήνες (8/βρίου- Απριλίου) και να κατέρχονται εις τα πεδινά μέρη.

Οι των ορεινών τούτων μερών (Μελισσουργών - Πραμάντων - Αγνάντων - Κοσοβίτσης κ.ά.) όντες επί το πολύ κτηνοτρόφοι και εργάται, δια τους συνήθεις, βαρείς, ενσκήπτοντας χειμώνας ηναγκάζοντο να κατέρχονται εις ʼρταν προς παραχείμασιν των ποιμνίων των όσον και προς εξεύρεσιν εργασίας, δεδομένου ότι η εν γένει περιοχή αυτής, και δη η πέραν του Αράχθου πεδιάς, εύφορος και πλουσία εις παραγωγήν, ικανάς παρείχεν ευκολίας.

Κατ' εκείνους του χρόνους επί τουρκοκρατίας, η των ορεινών μετά της πεδιάδος και της πόλεως ʼρτης συγκοινωνία εγίνετο πάντοτε δια βατής μεν αλλά στερεάς και υπό πολλάς επόψεις ασφαλούς οδού ακολουθούσης τας παρά την δεξιάν όχθην του ποταμού κλιτύας των Ξηροβουνίων και συναντώσης τα χωριά Movoλίθι, Πλατανούσα, Δαφνωτή, Σκούπα, Πιστιανά και Γραμμενίτσα.

Εκεί εις το βάθος, κάτω από τους Ραφταίους, παρά τον συνοικισμόν «Μουχούστι» ένθα και το Μοναστήριον «Γενέθλιον της Θεοτόκου», συμβάλλουσιν οι κυριότεροι των βραχιόνων του Αράχθου. Εις την στενωπόν ταύτηντην ιστορικήν και ένδοξον γνωστήν υπό το όνομα «Πλάκα», όπου κατά τους απελευθερωτικούς αγώνας 1821, 1845, 1878, λαμπράς ήραν οι Έλληνες νίκας, κατ' επανάληψιν συντρίψαντες τους προαιωνίους του γένους εχθρούς, υπήρχεν παλαιόθεν γέφυρα λιθίνη, απαραίτητον τότε, αλλά και μόνον μέσου διαβάσεως του Αράχθου, παρέχουσα την ευεργεσίαν συγκοινωνίας των Τζουμερκιωτών μετά της ʼρτης. Εστηριγμένη κατά το δεξιόν σκέλος επί τεραστίου βράχου επί αιώνας άντεχεν εις τα χειμαρρώδη και ορμητικά ρεύματα. Αλλ' η εκτεταμένη λεκάνη βορείας πλευράς των Τζουμέρκων κατόπιν καταρρακτωδών φθινοπωρινών βροχών, ολοκλήρου θαλάσσης ύδατα συγκεντρώσασα, ελαφράν μετατόπισιν του βράχου κατά το 1860 επέφερε - η γέφυρα απεκόπη.

Η επικοινωνία των εντεύθεν και πέραν του Αράχθου έπαυσεν, η δε μετά της ʼρτης και της περιφερείας αυτής συγκοινωνία διεκόπη. Οι κάτοικοι των Τζουμέρκων οι συναλλασσόμενοι με την «φτωχομάνα» ʼρταν δια την προμήθειαν τροφίμων προ παντός δε οι μεταβαίνοντες προς παραχείμασιν και ιδία οι κτηνοτρόφοι, υπέστησαν συμφορά, άγουσαν μεγάλας ταλαιπωρίας.

Προκειμένου - κατά το Φθινόπωρο ή την ʼνοιξη - να διέλθωσι τον ποταμόν, μετά βροχήν ή εν ημέραις βροχών, ηναγκάζοντο να παραμένωσιν εις το ύπαιθρον. Εκεί μαστιζόμενοι υπό της βροχής και του ψύχους επί ημέρας μαρτυρικώς ανέμενον την πτώσιν της πλημμύρας. Πεζή δε και «θαλασσοπνιγόμενοι» μετά των υποζυγίων, φρτωμένων τας απαραιτήτους αποσκευάς των, ή και συνοδελυοντες τα ποιμνιά των, χιλιάδων αιγοπροβάτων, εκινδύνεον την διάβασιν των θολών και πλήρων κροκαλών παγερών υδάτων.

Το μαρτύριο δεν ήταν δυνατόν να εξακολουθήση. Τότε εν κοινή συμφωνία των ενδιαφερομένων Τζουμερκιώτικων χωρίων, απεφασίσθη η ανακατασκευή της γέφυρας. Αλλά προς τοις άλλοις έδει να ευρεθή και ο ικανός εμπειροτέχνης, ο πρωτομάστορας, όστις θεμελιώνων αυτήν επί στερεού εδάφους θα κατασκεύαζε ταύτην, κατ’ ανάγκην επιμηκεστέραν της παλαιάς, αλλά και μονότοξον, καθ' ότι αι κατάλληλοι διά την θεμελίωσιν θέσεις δεν επέτρεπον την ανέγερσιν διτόξου.

Όθεν εκ των προσκληθέντων και αναδεχθέντων την ανάληψιν του έργου εμπειροτεχνών (εκ Πραμάντων, Ραφταναίων, Σκλάπου και Κονίτσης) προετιμήθη ο Κονιτσιώτης Μάστρο-Γεώργης και τούτο, επειδή, εις το ζήτημα του σχεδίου και της αναλογίας των δοθησομένων διαστάσεων επήλθε διαφωνία μεταξύ των πρωτομαστόρων, το δε δικαίωμα υποδείξεως του προτιμητέου, εδόθη εις τον εκ Κοτορτσίου - Κατσανοχωρίων ευεργέτην Ιωάννην Λούλην, όστις και εχορήγησεν βοήθημα 9.000 γροσίων.
Ληφθείσης τότε της αποφάσεως κατά το θέρος του 1863 η μεγάλη γέφυρα κατασκευάσθη. Οι στηρίζοντες αυτοί τύποι και τα ικριώματα αφηρέθησαν.

Προς στιγμήν δε οι συγκεντρωθέντες ενδιαφερόμενοι χωρικοί την εκαμάρωσαν «την εχάρηκαν» κατά το δή λεγόμενον. Αλλ’ όμως καθ’ ήν ώρανκόν επί τη περατώσει του έΡ-Υου εκκωφαντικός κρότος, σείσας τα πέριξ, επεσφράγισεν την καταστροφήν. Η νέα γέφυρα είχε καταρρεύσει, είχε μεταβληθεί εις σωρόν λίθον. Το γεύμα διελύθη. Η έκπληξη μετετράπει εις απογοήτευσιν. Απελπισία αφάνταστος κατέλαβε τους πάντας, καταιοχύνη δε και ταπείνωσις τους μαστόρους, δια το «ρεζιλίκι». Εν αμηχανία και προ του αδιεξόδου ευρεθέντες οι Τζουμερκιώται, και αμεσώτερον ενδιαφερόμενοι, αποφάσισαν την επί νέων βάθρων ανέγερσιν της γέφυρας και συμφώνως προς το υπό του πρότερου παραγκωνισθέντος Μάστρο- Κώστα υποδειχθέν σχέδιον.

Ούτος ελθών εις συμψωνίαν και αναλαβών, ήρχισε την οικοδομήν κατά τας αρχάς Ιουλίου του μεταπροσεχούς, μεθεπομένου έτους 1866. Εξηκολούθησε δε κανονικώς και εντέχνως μέχρι του Σεπτεμβρίου του αυτού έτους. Εργασία τεχνική, καλή ζηλευτή. Αλλ εν ω η γέφυρα εδει να παραμείνει στηριζομένη επί των τύπων και των ικριωμάτων επί εβδομάδας, προς αποξήρασιν και έψυραν, παρέστη ανάγκη, όπως - και με κίνδυνου βλάβης αυτής- αρθώσιν ενωρί- (δοκών και σανίδων) διακομίσασα άμα αυτήν επί τόπου, εις χρήμα δε 48.000 γρόσσια από κοινού. Αλλά το εν γένει διατεθέν ποσόν δεν επήρκεσεν. Παρέμειναν ατέλεια το πλάτος της γέφυρας δεν υπήρξεν το προσήκον η εκατέρωθεν υπέρ τα βλαθρα τοιχοποιία ατελής, τα δε στηθάτα και οι προφυλακτήρες των χειλέων ελλείποντε καθίστων αυτήν δυσδιάβατον.

Η περιοχή της Πλάκας ήταν για 30 χρόνια έδρα υποτελωνείου στρατιωτικής ομάδας για τη φρούρηση των συνόρων Ελλάδας – Τουρκίας. Για τις ανάγκες του στρατού είχε κτιστεί στρατώνας στο συνοικισμό της Πλάκας και ιδικό φυλάκιο δίπλα από τη γέφυρα, για τον απαιτούμενο έλεγχο και την ασφαλή επιτήρηση των συνόρων. Οι Τούρκοι, ακριβώς απέναντι από το γεφύρι, έκτισαν καρακόλι (φυλάκιο) για τον ίδιο λόγο και λίγο πιο πάνω, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου , Κούλια (στρατώνα).

Η περιοχή παρέχει στρατηγική θέση και, όπως ήταν επόμενο, είχαμε πολλές συγκρούσεις και φονικές μάχες για την κατοχή και τον έλεγχό της.

Στις 26 και 27 Ιουλίου, του έτους 1821, οι Έλληνες με αρχηγούς τους Μάρκο Μπότσαρη, το Μήτρο Κουτελίδα, το Σουλειμάν Μέτο, τον Ανδρέα Καραίσκο, το Γιαννάκη Κουτελίδα, το Γεώργιο Βαρνακιώτη, το Δράκο και τον Τζαβέλλα, κατατρόπωσαν και διέλυσαν τον από 2.000 άνδρες αποτελούμενο στρατό του Αλή Τοπάλ Πασά.

Στις 3 Φεβρουαρίου του 1878 ο Κων/νος Κοττίκας επιτέθηκε με τους άνδρες του κατά της Τουρκικής φρουράς του γεφυριού και μετά από πολύωρη μάχη, ανάγκασε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους με σοβαρότατες απώλειες.
Στις 4,5 και 6 Ιανουαρίου, του έτους 1944 διεξήχθησαν στην περιοχή της Πλάκας και των Φράστων πολύνεκρες αδελφοκτόνες μάχες μεταξύ των αντιστασιακών ομάδων ΕΔΕΣ και ΕΑΜ.

Οι εργασίες αποπεράτωσης και βελτίωσης του γεφυριού της Πλάκας συνεχίστηκαν μετά την παρέλευση δεκαπενταετίας από την ημέρα της απελευθέρωσης του Ελληνικού Έθνους και το όλο κτίσμα βελτιώθηκε αισθητά κι ενισχύθηκε ελάχιστα στηρικτικά.

Η πρώιμη αφαίρεση των ξύλινων υποστηριγμάτων, λόγω νεροποντής, δε δημιούργησε μόνον αισθητική μείωση, από την μικρή υποχώρηση, αλλά υπήρξε η αιτία σοβαρής ασθένειας του γεφυριού. Το ράγισμα, σύμφωνα με το πόρισμα της ειδική ομάδας των επιστημόνων που έστειλε το αρμόδιο Υπουργείο, είναι σοβαρό και δυσκολογιάτρευτο. Οι αρμόδιοι τοπικοί φορείς είναι ανήσυχοι και δραστηριοποιούνται με γοργούς ρυθμούς, για την αποκατάσταση της φθοράς και την εξασφάλιση βιωσιμότητας στον πέτρινο θησαυρό της περιοχής.

Η προσπάθειά τους επισύρει τον έπαινό μας, που πιστεύουμε ότι είναι έπαινος σύμπαντος του Αρτινού λαού.. Μια προσπάθεια που πρέπει να στηριχθεί από όλους μας, για να έχει αίσιο τέλος το πρόβλημα του γεφυριού και μάλιστα όσο γίνεται πιο γρήγορα. Ο χώρος λίγο πιο κάτω από το γεφύρι κατακλύζεται από πλήθος επισκεπτών και πολυπληθείς ομάδες εραστών των ποτάμιων αθλημάτων (κανό, καγιάκ, ράφτιγκ).
Στη γέφυρα βρίσκεται ο τερματισμός ποτάμιας διαδρομής 23 χιλ. της περίφημης Χαράδρας του Αράχθου και η έναρξη της επίσης γραφικής, αλλά επικινδυνότερης διαδρομής Γέφυρα Πλάκας - Ροδαυγής.

Το Γεφύρι της Πολιτσάs (ΠΟΛΤΣΑΣ)

Ανηφορίζοντας, μετά την Πλάκα, απαντάμε το καμπούρικο γεφύρι της Πολιτσάς, που ανταμώνει το Φορτόσι με το Αμπελοχώρι και ζεύει τον ʼραχθο στο βάθος του φαραγγιού. Η κοίτη του ποταμού, μεταξύ των δύο γεφυριών, που ακολουθεί πιστά το δρόμο του φαραγγιού, είναι πολύ φοβερή, αρκετά επικίνδυνη, τελείως απροσπέλαστη και σπανιότατης άγριας ομορφιάς. Η προσέγγιση του γεφυριού, με αρκετή ταλαιπωρία κι επικινδυνότητα, πραγματοποιήθηκε, αφού ακολουθήσαμε, λίγο πριν από την Πλάκα, την αριστερή κατεύθυνση του δρόμου, που οδηγεί στα Ιωάννινα.

Αφού περάσαμε το Καλέντζι, στο χωριό Φορτόσι εγκαταλείψαμε τον κεντρικό δρόμο, στρίψαμε δεξιά και ακολουθήσαμε ένα στενότερο δρόμο γεμάτο στροφές με κίνδυνο ατυχήματος, ιδίως όταν είναι βρεγμένος, παγωμένος και χιονισμένος. Οι πολλές και απότομες στροφές μαζί με το δέος από το μεγάλο και απότομο ύψος, προξένησαν φόβο και καρδιοχτύπι.
Μετά από λιγόλεπτη δοκιμασία, βρεθήκαμε στο βάθος του θορυβώδους φαραγγιού, όπου πρόβαλαν δυο γεφύρια, το ένα πέτρινο, γέρικο, στενό και καμπούρικο, το άλλο νεότερο, φαρδύτερο, στερεότερο, αλλά τσιμεντένιο. Φιλιωμένα το ένα δίπλα στο άλλο, καλόδεχτα, υπομονητικά και πρόθυμα για εξυπηρέτηση των επισκεπτών, έλουζαν τα πόδια τους στα γαλαζοπράσινα νερά του Αράχθου.

Βίοι παράλληλοι, αλλά αταίριαστα κτίσματα υποβασταζόμενα μάλιστα από τους ίδιους ογκόλιθους, τους ίδιους υπηρέτες.
Πρώτα θρονιάστηκε το πέτρινο γεφύρι, άγνωστο σε μας πότε και από ποιον ευεργέτησε τους κατοίκους της περιοχής, περνώντας τους ακίνδυνα πέρα και δώθε- και όταν αδυνατούσε να περάσει τα τροχοφόρα οχήματα, δημιουργήματα του τεχνικού μας πολιτισμού, δέχτηκε τη συγκατοίκησή του με την πλατιά τσιμεντογέφυρα. ων, τις οποίες αδυνατούσε να ικανοποιήσει ο παλιός κυρίαρχος του ποταμού. Το πέτρινο γεφύρι σηκώθηκε πολύ και κάπως απότομα από το δεξιό του μέρος, για να τεντώσει μακριά το σώμα του και να εδραιωθεί με ασφάλεια και σι- κύρτωμα, που το ασχημίζει αισθητικά. σώμα του γεφυριού, αδυνατούν να θεραπεύσουν την ασχήμια του αυτή.

Προσεγμένο και καλοδουλεμένο το σώμα του, το οδόστρωμά του επίσης με αρκετά υψωμένα τα προστατευτικά του πεζούλια, τα οποία δένουν αρμονικά με το υπόλοιπο σώμα του γεφυριού. Η ημέρα της επίσκεψής μας θεωρήθηκε τυχερή, γιατί συναντήσαμε την ομάδα καγιάκ της "Τύμφης" από την Κόνιτσα, η οποία είχε έρθει για ασκήσεις στον ʼραχθο. Ο ποτάμιος χώρος των γεφυριών είναι καταλληλότατος για άθληση και αποτελεί το σημείο εκκίνησης αρκετών ποτάμιων αθλημάτων με προορισμό την Πλάκα ή και τη Ροδαυγή.

Αναζητώντας το Γεφύρι του Τσιμόβου

Ο ʼραχθος κατοικούνταν πάντοτε και από τις δυο όχθες του και από τις δυο μεριές του: πολλές φορές οι άνθρωποι έβρισκαν ευρύχωρες κοντινές εκτάσεις και δημιουργούσαν τους οικισμός τους παρέα με τον ʼραχθο.
Σε αρκετές περιπτώσεις όμως οι κοντινές περιοχές ήταν απότομες, βραχώδεις και τελείως ακατάλληλες για κατοίκηση, οπότε καταλάμβαναν ξέμακρες κατάλληλες εκτάσεις και δημιουργούσαν απόμακρους οικισμούς.
Οι απέναντι οικισμοί, είτε βρίσκονταν κοντά στο ποταμό είτε μακρύτερα, έπρεπε να επικοινωνήσουν, να ανταμώσουν, να αλληλοβοηθηθούν. Για να εξασφαλίσουν όμως την επικοινωνία τους, έπρεπε να γεφυρώσουν τον ʼραχθο και να φτιάξουν προσβάσεις προς τα γεφύρια.

Μια τέτοια ανάγκη δημιουργήθηκε στα κτηνοτροφικά χωριά ανατολικά του Αράχθου, τα οποία έπρεπε να συνδεθούν με τα κτηνοτροφικά χωριά και την δυτική πλευρά και την πόλη των Ιωαννίνων. Έπρεπε να γεφυρωθεί ο ʼραχθος στο μέρος της μοναδική πρόσβασης της περιοχής, που ήταν το Τσίμοβο. Πραγματικά οι κάτοικοί με πολλές στερήσεις συγκέντρωσαν χρήματα και α- στα καθήκοντά του από ευρύχωρο και στέρεο τσιμεντογέφυρο, που στήθηκε στην ίδια τοποθεσία. Τελικά παραμελήθηκε και παρασύρθηκε από τα ορμητικά νερά του Αράχθου.

Μάρτυρες του ένδοξου παρελθόντος του αποτελούν λιγοστά κομμάτια, απομεινάρια, σημάδια της ανθρώπινης αχαριστίας και της σύγχρονης αδιαφορίας προς τα πολιτιστικά μας μνημεία. Η περιοχή, με περίσσευμα άγριας φυσικής ομορφιάς, που διαταράσσεται από το δυνατό κατρακύλισμα του υγρού στοιχείου και τη μεγάλη αντήχηση, σου δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας και φοβίας. ʼνετα υποβάλλεσαι και ο νους σου εύκολα οδηγείται σε φαντασιώσεις.

Η απότομη όχθη, ύψους πολλών εκατοντάδων μέτρων, με πολλές χάσκουσες σπηλιές, σε μεταφέρει στο μυθικό κόσμο των αρχαίων Ελλήνων, για να σε ξαφνιάσουν και να σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα οι κρωγμοί και το χαμηλό πέταγμα των αετών.

Ο δρόμος προσπέλασης από -την αριστερή όχθη, επικίνδυνος και φοβερός, βάφτηκε με άφθονο αίμα, από ανθρώπινα ατυχήματα' παρ' όλη τη βελτίωσή του, προκαλεί δέος, που γρήγορα μετατρέπεται σε φοβία για να καταλήξει, σε υπερευαίσθητα άτομα, σε πανικό, όταν μάλιστα βαδίζουν πάνω του υπερευαίσθητα άτομα.

Όσοι πάσχουν από ίλιγγο του ύψους, είναι προτιμότερο, να μη δοκιμάσουν την κάθοδό τους προς το Τσίμοβο, γιατί η πρόκληση ατυχήματος είναι πολύ πιθανή.

Το Γεφύρι του Παπαστάθη

Βρίσκεται ριζωμένο και θεμελιωμένο στο δυσκολοπέραστο φαράγγι του Αράχθου, που σχηματίζουν ο ομαλόσχημος Δρίσκος με τη γυμνή κρημνώδη Πρίξα. Απόμακρα θρονιασμένο, σχεδόν ολομόναχο και ολότελα ξεχασμένο από τον άνθρωπο, ζει με μοναδική του παρέα ης πλούσιες συστάδες των θαλερών πλατάνων, μόνιμων συντρόφων και προστατών του, και ης μαγευτικές συναυλίες των φτερωτών του φίλων. Μέχρι κι αυτός ο ʼραχθος το εγκατέλειψε, λες και βαρέθηκε την πολύχρονη πάλη του με το γεφύρι κι έδιωξε τα νερά του από τις γοητευτικές καμάρες, να περνούν πέρα κι έξω από το σώμα του γεφυριού, διαμορφώνοντας καινούρια κοίτη. Σε αυτή την ξέμακρη, δυσπρόσιτη κι ερημική περιοχή δυσκολευτήκαμε αφάνταστα να προσεγγίσουμε το γεφύρι και χρειάστηκαν δύο προσπάθειες. Η μια έγινε στα τέλη Νοεμβρίου, του έτους 2000, με αποτυχία, γιατί δε σχεδιάστηκε καλά,. από ελλιπή πληροφόρηση για την τοποθεσία. και τον τρόπο προσέγγισης. Φθάσαμε αργά το απόγευμα στο χωριό Κράψη και όχι στην Ανατολική, που έπρεπε να πάμε, και ο χρόνος δεν επέτρεπε την κάθοδό μας στην περίφημη γέφυρα του Παπαστάθη. Η άλλη επιτυχημένη απόπειρα πραγματοποιήθηκε την πρώτη Κυριακή του μηνός Αυγούστου, του έτους 2001, καλύτερα σχεδιασμένη, αλλά και τώρα χωρίς πλήρη και σαφή ενημέρωση.

Ξεκινήσαμε πρωί από την ʼρτα εφοδιασμένοι με χάρτες της περιοχής, νερό τρόφιμα φωτογραφική μηχανή με το Ι.Χ. αυτοκίνητό μας. Η διαδρομή, παρότι γρήγορη, βιαστική και με θερμοκρασία 39 βαθμούς Κελσίου, ήταν φανταστική και όσο γινόταν απολαυστική. Η δυσκολία άρχισε από την είσοδό μας στον ανηφορικό χωματόδρομου του πυκνοντυμένου, στα πράσινα, ιστορικού Δρίσκου.

Η ταλαιπωρία από τις συνεχείς και κουραστικές στροφές του χωματόδρομου, ανταμειβόταν από τη θωπεία του δροσερού και μυρωδάτου βουνίσιου αέρα και την ανεπανάληπτη ομορφιά του κατάφυτου Δρίσκου. Οι επικίνδυνες λακκούβες και ο πολύστροφος δρόμος μας στερήσανε την απόλαυση της άγριας ομορφιάς, που παρείχε η θέα της γυμνόκορφης Πρίξας. Μια Πρίξα με αλπικό χρώμα, που άπλωνε βιαστικά τα άκομψα πόδια της, για να της τα πλύνει και να τα χαϊδέψει ο πολυπρόσωπος ʼραχθος.

Η ολιγόλεπτη στάση στη σιδερένια γέφυρα, που αντάμωνε τις όχθες του Αράχθου, για ενημέρωσή μας από φυσιολάτρες, οι οποίοι απολάμβαναν, ως αργά, τον ύπνο τους κάτω από δροσερούς πλατάνους ήταν άκαρπη. Ο δρόμος από την απέναντι όχθη, ελικοειδής με στενό οδόστρωμα και ανηφορικός, ταλάνιζε το αυτοκίνητό και μας κούρασε μέχρι να φθάσουμε στο χωριό της Ανατολικής.

Πρόθυμοι οι κάτοικοι του όμορφου χωριού, μας κατατόπισαν για τον τρόπο προσέγγισης του γεφυριού, μας κατεύθυναν σε δυσκολοκατέβατη πρόσβαση, αφού μας ενημέρωσαν για τους πιθανούς κινδύνους που εγκυμονούσε η κάθοδό μας στο φαράγγι του γεφυριού. Πορευτήκαμε με φοβία και τεταμένη προσοχή κι, ευτυχώς χωρίς κίνδυνο πλησιάσαμε το γεφύρι στα χίλια μέτρα περίπου. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο με περισσή ικανοποίηση και με γρήγορους μεγάλους διασκελισμούς και θρησκευτική ευλάβεια φθάσαμε στην αριστερή απόληξη του γεφυριού. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μας και μια βαθιά ανάσα υπέρτατης ανακούφισης βγήκε από τα τρίσβαθα της ψυχής μας. Μεθυσμένοι από χαρά κοντοσταθήκαμε και οι δυο μας, να απολαύσουμε το μεγαλείο της μαγευτική ς θέας της παραδεισένιας κοίτης του Αράχθου και να γευτούμε την τερπνή εικόνα του πετρόκτιστου καλλιτεχνικού θησαυρού του ευεργέτη Παπαστάθη. Δεν κατάλαβα αν θόλωσαν τα μάτια μου από την προηγηθείσα κουραστική διαδρομή ή αν άθελά μου ξέφυγαν δάκρυα συγκίνησης και θαμπόβλεπα το γεφύρι.

Γρήγορα αποκαταστάθηκε η όρασή μου καθώς και όλες οι λειτουργίες, οπότε περιεργαστήκαμε με τον οφειλόμενο σεβασμό και την επιβεβλημένη προσοχή το ονειρεμένο κτίσμα: λαβωμένο στην απόληξη της υψηλότερης καμάρας από την πτώση ογκόλιθων της κρημνώδους πλαγιάς, με πολλές ουλές και μικρορωγμές στο σώμα του, σημάδια που άφησε ο πανδαμάτορας χρόνος και τα φθοροποιά καιρικά φαινόμενα.
Έστεκε υπερήφανα με λαμπρή κορμοστασιά, αλλά με γέρικη όψη, ταλαιπωρημένο, αφρόντιστο και περιθωριοποιημένο. Κάποιες επεμβάσεις σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και από διαφορετικούς θεράποντες μηχανικούς, φανερώνουν την ύπαρξη κάποιου ενδιαφέροντος σε κάποια περίοδο του παρελθόντος.

Τρεις μεγάλες καμάρες στη σειρά και μια μικρότερη στη δεξιά πλευρά, ίππευαν τον ʼραχθο με κάποιο αταίριαστο, αλλά αναγκαίο κάθισμα στην απέναντι πλευρά.
Το καλντεριμωτό οδόστρωμα φαίνεται, ότι δεν ήθελε να υπακούσει στα κελεύσματα του πρωτομάστορα και τις απαιτήσεις αψίδων και δημιουργεί βαθούλωμα στο μέσον του γεφυριού, γεγονός που αφαιρεί αισθητικά από την όλη γοητεία του γεφυριού. Ίσως η ατέλεια αυτή να εξυπηρετούσε κάποια άλλη σκοπιμότητα, την οποία να γνώριζε ο πρωτομάστορας και να αγνοούμε εμείς, επειδή δε διαθέτουμε καθόλου ειδικές γνώσεις στον τομέα αυτό.

Τα προστατευτικά χαμηλά πεζούλια και από τις δύο πλευρές δένουν αρμονικά με τον κορμό του γεφυριού, είναι ωστόσο σε πολλά σημεία φθαρμένα. Τα ανακουφιστικά ανοίγματα σε κάθε ποδαρικό του γεφυριού, κομψά και ταιριαστά, χαλωτή κατασκευή, δεν εξασφαλίζουν μηδενική επιφάνεια αντίστασης, πράγμα που παρατηρείται σε πολλά άλλα γεφύρια (ʼρτας) με αποτέλεσμα να δέχεται αρκετή πίεση από τα ορμητικά νερά.
Βέβαια ο ʼραχθος, είτε γιατί κουράστηκε να παλεύει με το γεφύρι, είτε γιατί το περιφρόνησε, είτε για άλλη αιτία, άλλαξε κοίτη, παρέκαμψε τις τρεις μεγάλες καμάρες και μόλις το άκρο του γεφυριού λούζει και χαϊδεύει με τα νερά του. Με την περιφρονητική του αυτή ενέργεια ο ʼραχθος αχρήστευσε τον αρχικό σκοπό κατασκευής του γεφυριού και υποχρεώνει και τους ελαχιστότατους περαστικούς να αναζητούν νέους τρόπους διέλευσή ς του. Είναι βέβαια γνωστό σε όλους μας ότι ο άνθρωπος, εδώ και αρκετά χρόνια, κατασκεύασε ευρύχωρα και στέρεα τσιμεντένια γεφύρια ή εγκατέστησε σιδερένιες γέφυρες τύπου Μπέλεϋ, για να διέρχονται τα τροχοφόρα οχήματα, και απάλλαξε τα πέτρινα γεφύρια από τις νέες αυξημένες ανάγκες. Η όλη αλγεινή εμφάνιση
του γεφυριού και η περίεργη συμπεριφορά του Αράχθου μείωσαν τη χαρά της ειδυλλιακής περιοχής και μας βύθισαν σε μελαγχολικές σκέψεις.

Ανακάμψαμε από τη ρέμβη και τον κόσμο της μελαγχολίας, όταν διαπιστώσαμε τα πρώτα σημάδια έναρξης αναστυλωτικών και αναπλαστικών ενεργειών στο πέτρινο κτίσμα. Τις πρώτες ενδείξεις και τα πρώτα σημάδια τα αποτελούσαν οι μεγάλοι σωροι δομήσιμης πέτρας, τσιμέντα ασβέστης και αρκετά υλικά για σκαλωσιές. Έστω και αργά για το γεφύρι του Παπαστάθη, αλλά έγκαιρα και αποτελεσματικά για τα άλλα γεφύρια του Νομού Ιωαννίνων, η ενέργεια αυτή αξίζει πολλά συγχαρητήρια. Το γεφύρι του Παπαστάθη χτίστηκε το 1746 από τον ηγούμενο της μονής Βίλζης (Βίλιζας) Αγάπιο, ο οποίος διέθεσε για το σκοπό αυτό 175 Βενέτικα φλουριά.

Για την αποπεράτωση του γεφυριού χρειάστηκαν άλλα τόσα χρήματα, τα οποία προσέφεραν από τις στερήσεις τους τα φτωχοχώρια της περιοχής, γιατί δεν ήθελαν την απομόνωση Και τον πνιγμό των συγχωριανών τους. Η ιστορία του γεφυριού είναι ζυμωμένη με την εξής ωραία παράδοση, που μας διέσωσε ο συγγραφέας Σπύρος Μαντάς στο βιβλίο του με τίτλο «Το γεφύρι κι ο Ηπειρώτης», Αθήνα 1987, σελ. 201, η οποία έχει ως εξής «…ο ηγούμενος του μοναστηριού, ονόματι Στάθης πριν χειροτονηθεί, δέχτηκε με ευγένεια και πολύ φιλόξενα μερικούς περαστικούς – κλέφτες στην πραγματικότητα που σκόπευαν σαν φάρσα να του προσφέρουν αντί για ψάρι κάποιο φίδι, που μόλις είχαν σκοτώσει. Ο καλός όμως τρόπος συμπεριφοράς του ηγουμένου απέναντί τους, τους έκανε όχι μόνον να αλλάξουν σχέδια αλλά και να του εμπιστευτούν, σαν κάποτε αποφάσισαν να φύγουν, και τα χρήματά τους.

Αφού πέρασαν χρόνια πολλά- συνεχίζει το παραμύθι- και τούτοι δεν ξαναφάνηκαν πίσω ο ηγούμενος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα χρήματά τους για κάτι καλό, για κάτι που θα ωφελούσε όλους τους κατοίκους των γύρω χωριών. Το μυαλό του πήγε στο γεφύρωμα του Αράχθου, που κάθε χρόνο έπνιγε στα ορμητικά του νερά τρεις με τέσσερις νομάτους. Για να προτρέψει μάλιστα τους μαστόρους να ξεκινήσουν το έργο μια και δυσπιστούσαν για την πληρωμή τους, πέταξε μια χούφτα λίρες στο ποτάμι, κατανικώντας έτσι και τους τελευταίους τους δισταγμούς".
Λένε ακόμα τούτοι οι κάτοικοι των κοντινών χωριών, όσοι βέβαια απόμειναν εδώ, πως οι μάστοροι βάλανε μεσ’ το «κουρασάνι» ακόμα κι ασπράδια αυγών, κάνοντας το μίγμα δυνατό σαν "τσιμέντο".
Αφού χορτάσαμε τη θέα του γεφυριού, την ψυκτικότητα της κοίτης και το κάλλος της περιοχής, γυρίσαμε με άγχος στο αυτοκίνητό μας και αρχίσαμε την ανηφορική ανάβαση, που ευτυχώς πραγματοποιήθηκε ακώλυτα και χωρίς περιπέτειες.

Στο καφενείο της Ανατολικής συναντήσαμε τον κ. Γεώργιο Τσιρώνη, ο οποίος με ευγένεια μας καλωσόρισε και προθυμοποιήθηκε να μας ενημερώσει για τις εργασίες του γεφυριού. Με μεγάλη ικανοποίηση και ιδιαίτερη χαρά ακούσαμε ότι η αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία θα αποκαταστήσει τις φθορές του γεφυριού και θα οδηγήσει την κοίτη του Αράχθου στην πρωτινή της θέση, δηλαδή κάτω από τις καμάρες του γεφυριού. Επίσης χαρήκαμε για τη 2η συνάντηση νέων, που πραγματοποιήθηκε στη γέφυρα Κράψης, στις μαγευτικές όχθες του Αράχθου κάτω από τον παχύ ίσκιο χιλιάδων πλατάνων, στις 6,7 και 8 Ιουλίου, του έτους 2001.

Αργά αναχωρήσαμε από την Ανατολική, αρκετά ικανοποιημένοι από την επιτυχημένη και γεμάτη από πλούσιες εμπειρίες επίσκεψή μας στο περίφημο γεφύρι του Παπαστάθη. Ένα γεφύρι στολίδι μοναδικό, ένα γεφύρι μεγάλος καλλιτεχνικός θησαυρός, που δε φωτογραφίστηκε, δε σχολιάστηκε, δεν ερευνήθηκε και δε μελετήθηκε όσο θα έπρεπε, όπως όλα τα υπόλοιπα ηπειρώτικα γεφύρια.
Η απόμερη και δυσκολοπροσέγγιστη τοποθεσία του το αδίκησε, του μείωσε την αξία του, του στέρησε τους ερευνητές και θαυμαστές του, το κράτησε μακριά από την επικαιρότητα και το σχολιασμό και παραλίγο να το ξεχάσουν και οι αρμόδιες υπηρεσίες.

Το μικρογέφυρο της Γκούρας στην Κοτομίστα.

Η συζήτησή μας για το γεφύρι του Παπαστάθη με τον κ. Τσιρώνη Γεώργιο, κάτοικο της Ανατολικής, τελείωνε, όταν κάπως απρόσμενα μας ανέφερε την ύπαρξη μικρού πέτρινου γεφυριού λίγα χιλιόμετρα μετά το χωριό, στο δρόμο για την Ποταμιά. ' Μας πληροφόρησε ότι το γεφύρι αυτό είναι νέο και κτίστηκε στη διάρκεια της μικρής πέτρινης καμάρας σε χείμαρρο, λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω από το γεφύρι του Παπαστάθη, την οποία δεν επισκεφθήκαμε, γιατί η περιοχή ήταν δυσπρόσιτη. Ξεκινήσαμε για το μικρογέφυρο της Γκούρας ακολουθώντας το δρομολόγιο για την Ποταμιά.

Μετά από διαδρομή λίγων χιλιομέτρων απαντήσαμε το βίαιο και κρημνώδες κατέβασμα της Πρίξας, που κατέληγε σε πελώριο ημιμετέωρο φοβερό βράχο, πολλών δεκάδων μέτρων ύψους. Δίπλα του κατέβαινε ορμητικός και φωναχτός ο χείμαρρος της Γκούρας, που μάζευε φόρα από την αλπική κορυφή της Πρίξας. Ένας γοητευτικός καταρράκτης, που έκρυβε τα νερά του στο κάτω μέρος του πελώριου βράχου, τον οποίο τρύπησε με τη διαβρωτική του τέχνη, μας εντυπωσίασε και κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο.

Το ανηφορικό κοίταγμα του αεροκρέμαστου βράχου μας προκαλούσε ίλιγγο και ο απέραντος όγκος του δυνατή φοβία. Με ανάμεικτα συναισθήματα γοητείας και φοβίας, περάσαμε πεζοί την ασφαλέστατη σιδερένια γέφυρα, που έζευε τις απότομες όχθες του χειμάρρου, και με μεγάλη προσοχή πλησιάσαμε από την απέναντι όχθη το μικρό πετρογέφυρο. Μια επικίνδυνη προσπάθεια, γιατί ο παλιός δρόμος προσέγγισης είχε εγκαταλειφθεί και ήταν κατεστραμμένος. Το μονοκάμαρο γεφύρι, περιθωριοποιημένο, αχρηστευμένο και απαλλαγμένο από τα αρχικά του καθήκοντα, έστεκε λίγα μέτρα πιο κάτω από τη σιδερένια γέφυρα που το αντικατέστησε εξ ολοκλήρου στο έργο του.

Πληγωμένο σε όλο του το σώμα και αφρόντιστο, προκαλούσε τον οίκτο των περαστικών με την κουρελιασμένη φορεσιά του. Η αγριότητα του φυσικού περιβάλλοντος αύξανε την άσχημη παρουσία του και επιβεβαίωνε την εγκατάλειψη από αυτούς που ευεργετήθηκαν από την αρχική του παρουσία.

Σε γραφική και φωτεινή τοποθεσία, λίγο πιο κάτω από τη σιδερένια γέφυρα της Μπαλτούμας και σε μια μεγάλη συστάδα από θαλερά πλατάνια, συναντάμε το μισογκρεμισμένο γεφύρι των υλών. Είναι έργο της μητέρας του Πασά Καλώς και φτιάχτηκε το έτος 1661, για να διευκολύνει την κίνηση του κεντρικού δρόμου που έρχεται από τη Θεσσαλία, το Μέτσοβο και οδηγεί στα ξακουστά Γιάννενα. Τότε το γεφύρι είχε συνεχές ωράριο και κουραστικό έργο να εκτελέσει, εξυπηρετούσε τους διαβάτες, διαφόρων εθνικοτήτων, που περνοδιάβαιναν ακίνδυνα τον ποταμό, διευκόλυνε χιλιάδες οθωμανικά στρατεύματα και νυχτοπερνούσε αθόρυβα τους αρματωλούς και κλέφτες, τους προμάχους της Ελληνικής Ελευθερίας.
Ήταν πολυσύχναστος ο χώρος του γεφυριού και συχνοδιάβατο το γεφύρι. Σήμερα τελείως ξεχασμένο, λησμονημένο και εγκαταλειμμένο και από τον ίδιο τον ʼραχθο που το νίκησε, το περιφρόνησε και το άφησε έξω από την κοίτη του, προκαλεί τον οίκτο των λιγοστών του επισκεπτών.

Τόσο ο ʼραχθος, που άλλαξε κοίτη και το άφησε έξω, όσο και η ασπλαχνία των ανθρώπων, που το παρέδωσαν απροστάτευτο στα φθοροποιά στοιχειά της φύσης, το διάβρωσαν και το περιθωριοποίησαν μόνιμα.
Με περίλυπη όψη διαλαλεί την αχαριστία των ανθρώπων, και αρκείται πλέον στη συντροφιά που του προσφέρουν οι λυγερόκορμες λεύκες και τα αγκαθερά βάτα τα οποία φύτρωσαν στα φθαρμένα ποδαρικά του και προσπαθούν να σταματήσουν τη διαβρωτική μανία των νερών, υψώνοντας προστατευτικά το σώμα τους γύρω από το γεφύρι. Στα απομεινάρια του γεφυριού, σχεδόν σε ολόκληρη τη έκτασή τους, φώλιασαν πολλοί σπόροι αγριόχορτων και φύτρωσαν ζημιογόνοι θάμνοι και βλαβερά χόρτα.

Στην αριστερή όχθη της κοίτης του ποταμού, ένα κομμάτι του γεφυριού απομονωμένο χάσκει με ανοιχτές αγκάλες, λες και αναζητεί το υπόλοιπο σώμα του, που κάποια ξαφνική μπόρα το σώριασε και το μετέτρεψε σε όμορφη μάζα.
Μια γέρικη συστάδα πλατάνων φαίνεται ότι προφύλαξε το κομμάτι αυτό και το διέσωσε μέχρι τις ημέρες μας, για να θυμίζει στους ανθρώπους την προστασία που εγγυάται η γειτονική φιλική συνύπαρξη, ο φυσικός Νόμος, τον οποίο ο άνθρωπος συχνά αθετεί. Η μεμονωμένη αυτή περίπτωση, πλήρους εγκατάλειψης πολιτιστικού μας μνημείου, μας προβλημάτισε. Ευχή και προσευχή μας είναι να μην αφήσουν, να χαθεί το γεφύρι της Κυράς ή των Μύλων στην Μπαλντούμα.

Τις ανάγκες των λιγοστών κατοίκων της περιοχής αυτής, κυρίως γεωργοκτηνοτρόφων, ικανοποιεί στενή σιδερένια γέφυρα, ιδιόσχημη με σιδερένια πλαϊνά, για προφύλαξη, η οποία πάλλεται με την παραμικρή παρέμβαση.
Γέφυρα η οποία δεν εξυπηρετεί καθόλου τα τροχοφόρα.