Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 15 Δεκεμβρίου 2019
Πολιτισμός Παραδοσιακές μορφές Τέχνης - Επαγγέλματα Ξυλογλυπτική Ήπειρος Γοργοπόταμος

Λυπηρά, Μονή Αγίου Ιωάννη Πρόδρομου Κρύας (1760)
(Φωτογραφία: Τριαντάφυλλος Σιούλης)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Χάρτης Νομού Ιωαννίνων όπου αποτυπώνονται σημεία που υπάρχουν έργα Μετσοβιτών και Τουρνοβιτών ξυλογλυπτών
Χάρτης Νομού Ιωαννίνων όπου αποτυπώνονται σημεία που υπάρχουν έργα Μετσοβιτών και Τουρνοβιτών ξυλογλυπτών

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Πέτρα
Υφαντική
Ασημουργία
Ξυλογλυπτική
Αγιογραφία - Ζωγραφική
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Γοργοπόταμος
Μέτσοβο
Ξυλογλυπτική: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Αντιπροσωπευτικά έργα
Η ξυλογλυπτική του Μετσόβου
Η ξυλογλυπτική του Γοργοποτάμου

23/03/2007
Η ανάπτυξη του εμπορίου σε σχέση με τις επιδράσεις στην τέχνη τους

Τριαντάφυλλος Σιούλης

© Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Με το πέρασμα των αιώνων βέβαια και τις μετακινήσεις των πληθυσμών, καθώς και την ανάπτυξη του εμπορίου, αναπόφευκτα γίνονται και πολιτισμικές ανταλλαγές, κυρίως με τη Δύση, όμως δεν χάνεται το τοπικό παραδοσιακό χρώμα.
Οι επαφές άλλωστε με τη Δύση είναι πολλές και έντονες στην Ήπειρο από πολύ παλιά, αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι «... τα Γιάννινα επί τρεις σχεδόν αιώνες (1500-1789), είχαν έντονες εμπορικές συναλλαγές, αλλά και παντοδαπές ανταλλαγές», καθώς συμβαίνει και με τη Δυτική Ελλάδα γενικότερα.
Ειδικότερα όσον αφορά τους ξυλογλύπτες, βλέπουμε ότι αυτοί ταξιδεύουν παντού και στη Δύση, απ’ όπου και δέχονται τις περισσότερες επιδράσεις από τα μέσα κυρίως του 18ου αιώνα και μετά. Οι καλλιτεχνικές ανταλλαγές που υπάρχουν με τη Δύση φαίνεται από γεγονότα όπως η κατασκευή του τέμπλου της Ελληνικής Εκκλησίας στο Λιβόρνο το 1820 από Μετσοβίτες ξυλογλύπτες, η υιοθέτηση σχεδίων προερχομένων από εκεί, όπως είδαμε με τον Μετσοβίτη ξυλογλύπτη Ιωάννη Πασκούλη, του οποίου ζητήθηκε να φιλοτεχνήσει τέμπλο κατά το σχέδιο της Βιέννης και ακόμη από την παραγγελία εκεί των εργαλείων τους.
Για τον ναό της Αγίας Κυριακής στη Ζαγορά και για το τέμπλο που φιλοτεχνήθηκε το 1740-1742, «...στα 1762 παραγγέλνονται στο εξωτερικό πόρτες ... Ο Ιωάννης Πρίγκος αναλαβαίνει τη φροντίδα και τη δαπάνη… σε διαδοχικές επιστολές του προς το Νικόλαο Ρεϊζή ... γράφει ‘‘... Έγραψα στη Βιέννα δια αυτές τις πύλες, και αναμένω απόκρισιν ότι εδώ ( Σ.Σ. στο ʼμστερνταμ) μήτε έχουν μήτε ηξέρουν τέτοια πράγματα. Ότι οι εκκλησίες των λουτεροκαλβίνων σα τζαμιά είναι με 4 τοίχους ασβεστωμένους. Δεν έχουν παρά διδαχή και καμμιά ευλάβεια σε άγια Εκκλησίας’’, 15/9/1762. ‘‘Δια τες ιερές πύλες έως τώρα δεν έγιναν, ότι στα εδώθεν από αυτά δεν ηξεύρουν. Από τη Βιέννα μου αποκρίθηκαν πως μήτε εκεί, αυτό δεν ηξεύρουν παρά στη Ρωσία. Και αναμένω να επιτύχω τινά όπου να πηγαίνει δια τα εκεί, να δώσω την κομμισιόνα’’. Τρία χρόνια αργότερα οι πύλες δεν έχουν γίνει: ‘‘Δια τες πύλες δεν ηξεύρω αν σου τες έστειλε από την Πόλη ο κυρ Δημήτρης Φρόνιμος, οπού του είχα γράψει, και γράψε του από μέρους μου με το μέσον του τιμιοτάτου πατρός του να σου τες στείλη, ότι εδώ που είμαι από τέτοια δεν ηξεύρουν’’, 1/6/1765. Οι πύλες του τέμπλου είναι παρόμοιες με το υπόλοιπο. Φαίνεται λοιπόν, πως τελικά έγιναν από τους ίδιους τεχνίτες ή άλλους που μιμήθηκαν την εργασία τους. Η αξιόπιστη πληροφορία του Πρίγκου πως στη Βιέννη δεν ξέρουν να σκαλίζουν τέμπλα έρχεται σε αντίθεση με άλλες πληροφορίες πως όχι μόνο τμήματα αλλά και ολόκληρα τέμπλα κατασκευάζονται και έρχονται από τη Βιέννη, όπως το τέμπλο της Παναγίας Τσαριτσάνης, έργο αξιόλογης δεξιοτεχνίας αλλά ψυχρό. Η φράση ‘‘κατά το σχέδιον της Βιέννης’’, που υπάρχει σε συμβόλαιο του Μετσοβίτη Γιάννη Πασκούλη, ασφαλώς αναφέρεται στο μπαρόκ ύφος».
Ακόμη, όσον αφορά τις επιδράσεις, είναι γνωστό ότι ο Βασίλης Σκαλιστής, ένας από τους πιο περίφημους ξυλογλύπτες, είχε τελειοποιήσει την τέχνη του στη Φλωρεντία της Ιταλίας επί δύο χρόνια.
Στα επτάνησα επίσης αναφέρεται η ύπαρξη Ιταλών ταλιαδόρων κατά τον 18ο αιώνα, «πέρα από το γεγονός ότι είχαν εισαχθεί στα Ζαγόρια τέμπλα ή τμήματά τους από τα εργαστήρια της Βιέννης. ... Την ίδια γοητεία ασκούσαν και τα ξυλόγλυπτα από τη Ρωσία και τις παραδουνάβιες περιοχές ... Τον 18ο και 19ο αι. στα λαϊκά ξυλόγλυπτα είναι εμφανής η επίδραση από την τέχνη της Ρουμάνικης περιοχής Maramures και Sibiu, όπου ολόκληρα χωριά, σπίτια, έπιπλα, αντικείμενα διακόσμησης και καθημερινής χρήσης, ακόμα και επιτύμβιες στήλες είναι εξολοκλήρου από ξύλο».
Θα πρέπει να παρατηρήσουμε όμως ότι αυτά τα φαινόμενα είναι τόσο περιορισμένα - αν και για τα Ζαγόρια ο συγγραφέας δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένο έργο και δεν αναφέρει την πηγή του - που δεν ήταν δυνατόν να διαμορφώσουν δραστικά και κυριαρχικά την Ηπειρωτική ξυλογλυπτική τέχνη και να αλλάξουν το ύφος της. ʼλλωστε, η ύπαρξη τόσο πολλών και φημισμένων ταλιαδόρων, καθώς και τα ταξίδια τους, φανερώνουν ήδη από πολύ νωρίς και την ακτινοβολία της Ηπειρωτικής τέχνης, στα Βαλκάνια και αλλού. Ταυτόχρονα καθιστούσαν περιττή την ύπαρξη ξένων ταλιαδόρων. Αν τώρα υπάρχουν κάποια δείγματα ξυλογλύπτων αντικειμένων, τα οποία αποδεδειγμένα έχουν μεταφερθεί από άλλες περιοχές, αυτό συνέβη σε ελάχιστες περιπτώσεις. Κατά τη γνώμη μας το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι κάποιοι πλούσιοι ή συντεχνίες ντόπιων που υπήρχαν στις εν λόγω περιοχές της ξενιτιάς, από αγάπη στον τόπο τους ή ακόμη και από διάθεση υστεροφημίας και επίδειξης, προέβαιναν σε τέτοιου είδους ενέργειες. Κάτι τέτοιο συνέβη για παράδειγμα, όπως διασώζει η προφορική παράδοση, με το τέμπλο του ναού Προφήτη Ηλία Πλαισίου Θεσπρωτίας αλλά και αλλού.
Όλα αυτά φανερώνουν τις επαφές που έχουν οι ξυλογλύπτες με τη Δύση και την Ανατολή, αλλά και τις επιδράσεις που φυσιολογικά δέχονταν από εκεί. Όμως, όπως θα δούμε στα επόμενα κεφάλαια, τα στοιχεία που προσλαμβάνουν, τα προσαρμόζουν αριστοτεχνικά με τα παραδοσιακά βυζαντινά θέματα, δένοντάς τα σε ένα σύνολο ελληνότροπο, δημιουργώντας ταυτόχρονα και καινούρια παράδοση στον τομέα αυτό.
«Και έτσι παρουσιάζονται προϊστορικά θέματα ενωμένα με βυζαντινά και τα δεύτερα συγχωνευμένα με φόρμες ανατολικές, βενετσιάνικες ή τούρκικες. Ο κατασκευαστής δηλαδή, ενώ δεχότανε τη ξένη επίδραση, επαναλάμβανε ασυνείδητα τα πατροπαράδοτα θέματα. Μπορούμε βέβαια να ξεχωρίσουμε τα θέματα στις γενικές τους γραμμές, όπως σε όσα κρατούνε τον παλιό αυτόχθονο ρυθμό και σε όσα έχουν υποστεί επιδράσεις γενικά. Δυσκολότερο όμως είναι φυσικά να παρακολουθήσουμε κάθε επίδραση και εξέλιξη τους, έστω και αν προηγηθεί συστηματική τοπική έρευνα και μελέτη».
Όσον αφορά το γεγονός ότι πολλά τέμπλα Ελληνικών ναών παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες μεταξύ τους, πιστεύουμε ότι αυτές οφείλονται κατά κύριο λόγο στο ότι οι κάτοικοι των περιοχών αυτών ζητούσαν από τους ίδιους φημισμένους ξυλογλύπτες να φιλοτεχνήσουν τον ξυλόγλυπτο διάκοσμο των ναών τους. Αυτοί φυσικά φιλοτεχνούσαν τα έργα με βάση τα ίδια σχέδια. ʼλλοτε πάλι οι επίτροποι των εκκλησιών, είχαν πρότυπο τα ξυλόγλυπτα κάποιων ναών που είχαν υποπέσει στην αντίληψή τους και σύμφωνα μ’ αυτά ήθελαν να φιλοτεχνηθούν και τα ξυλόγλυπτα των δικών τους ναών, όπως διαπιστώνουμε από πολλά συμφωνητικά. Παράλληλα βέβαια δεν απουσιάζουν και τα τελείως πρωτότυπα και μοναδικά έργα, όμως αυτά είναι οι εξαιρέσεις.
Οι αλλαγές στην δομή, την τεχνική εκτέλεση και την θεματογραφία επέρχονταν σιγά-σιγά και ίσως και γι’ αυτόν τον λόγο δεν αλλοιώθηκε το χρώμα της παραδοσιακής ξυλογλυπτικής τέχνης δραματικά. Υπήρχε δηλαδή το απαραίτητο εκείνο χρονικό διάστημα για τη σταδιακή προσαρμογή των υιοθετούμενων καινοτομιών στο τοπικό χρώμα και την τελική αφομοίωσή τους απ’ αυτό.
Πάντως, όσον αφορά τις επιδράσεις κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι «επιβάλλεται» κατά κάποιο τρόπο η αλλαγή πλεύσης. «Το ελεύθερο Ελληνικό Κράτος περιφρονεί τη δημοτική γλώσσα και τη ‘βάρβαρη’ τέχνη της παράδοσης. Η καθαρεύουσα, ο ρωμαντισμός της σχολής του Μονάχου, ο νεοκλασσικισμός στην αρχιτεκτονική εκτοπίζουν τον εθνικό λαϊκό πολιτισμό. Βέβαια και πριν εισάγονται ξένα στοιχεία, αυτά όμως μπολιάζουν γόνιμα το γερό κορμί αυτού του πολιτισμού. Τώρα όμως, που έχουν κοπεί οι ρίζες, μαραίνεται ολόκληρος ο κορμός. Εγκαταλείπεται η πατροπαράδοτη τεχνική. Η ευκολία οδηγεί σε πρόχειρες λύσεις. Ψυχρή συμμετρία, εκζήτηση κομψότητας, καλλιγραφία, χαρακτηρίζουν τα τέμπλα της εποχής αυτής». Αυτό το γεγονός διαπιστώνουμε σε πολλά ξυλόγλυπτα αντικείμενα εκκλησιών της Ηπείρου της περιόδου αυτής.
Δυστυχώς, αυτή η νοοτροπία συνεχίσθηκε και φάνηκε ότι κυριάρχησε σε πολλές μορφές της τέχνης. Για το θέμα αυτό και το τι δέον γενέσθαι, αξίζει να αναφέρουμε λίγα λόγια από άρθρο του Παναγιώτη Μιχελή, που ταιριάζουν πλήρως και για την ξυλογλυπτική τέχνη: « ... Η μίμηση των αυτόχθονων μορφών λαϊκής τέχνης ... θα ήταν επιτήδευση μιας δήθεν ανεπιτήδευτης παράδοσης. Απ’ την παράδοση, λοιπόν, αξίες μόνον μπορούμε ν’ αναστηλώσουμε, το μέτρο, τη λιτότητα, τη χάρη και τόσες άλλες, αναμορφώνοντας την τέχνη μας εκ των έσω και όχι εκ των έξω», όπως ακριβώς γινόταν αιώνες τώρα, περνώντας ομαλά από εποχή σε εποχή.

Σχετική Βιβλιογραφία