Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 17 Νοεμβρίου 2019
Πολιτισμός Παραδοσιακές μορφές Τέχνης - Επαγγέλματα Υφαντική Ήπειρος Ιωάννινα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Τουρισμός - Σύγχρονη Ζωή
Πολιτισμός
Περιβάλλον
Οικονομία
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Δέλβινο
Δίστρατο
Ζαγόρι
Ζίτσα
Ιωάννινα
Μέτσοβο
Πωγώνι
Τζουμέρκα
Υφαντική: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

06/09/2007
ΣΧΕΣΗ ΥΦΑΝΤΙΚΗΣ ΜΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΕΙΔΗ ΤΕΧΝΗΣ

Πέτρος Παργανάς

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Η υφαντική εκ των πραγμάτων είναι συνδεδεμένη με πολλά άλλα είδη ανθρώπινης δραστηριότητας. Κατά αρχήν συνδέεται άρρηκτα με την κτηνοτροφία και γενικά με όλες τις καλλιέργειες από όπου προέρχονται οι πρώτες ύλες (μεταξοκαλλιέργειες, βαμβακοκαλλιέργειες κ.ά).
Από την στιγμή που θα μετατραπεί σε νήμα η πρώτη ύλη και υφανθεί δημιουργείται το αντικείμενο. Αν πρόκειται για είδος οικιακής χρήσης μπορεί να συνδεθεί με τις λεγόμενες διακοσμητικές τέχνες, κεντητική και χρυσοκεντητική. Αν το προϊόν προορίζεται για εμπορική συναλλαγή τότε είναι έργο επαγγελματιών.
Στην περίπτωση της ενδυμασίας πρέπει να συνεργαστούν πολλοί τεχνίτες για την ολοκλήρωση της: ραφτάδες, καποτάδες, αμπατζήδες, τερζήδες (κεντητές), συρμακέσηδες, τακεντζήδες (αυτοί που πουλούν τακίμια δηλαδή διάφορα καπέλα, πιλήματα, αλλά και άλλα εξαρτήματα τεπελίκια, καλτσοδέτες, ζώνες, χρυσοκεντημένα μαντήλια, άσπρα ή κόκκινα φέσια), γουναράδες, ταμπάκηδες, τσαρουχάδες. Παρεμφερείς με τους τακενζήδες είναι οι τσαρτσήδες ή τζαρτζήδες που ονομάστηκαν έτσι από το τσαρσί ή τζαρσί που στα τούρκικα θα πει υφασματαγορά. Οι τζαρτζήδες και τακεντζήδες συναγωνιζόταν με τους ραφτάδες γιατί οι δεύτεροι πλούτισαν τόσο ώστε μπορούσαν και αυτοί να αγοράζουν υφάσματα. Οι κάτοικοι των Καλαρρυτών ήταν διάσημοι ασιμιτζήδες και χρυσοκεντητάδες.
Συντεχνίες καζάζηδων, αμπατζήδων, καποτάδων, μπουτζάδων μονοτεχνικές κατηγορίες. Λαογραφικές μελέτες μας πληροφορούν ότι στο τέλος 19ου αιώνα υπήρχαν 300 εργαστήρια μάλλινων υφασμάτων, για τα οποία είναι βέβαιο ότι προμηθεύονταν το ύφασμα από τους αργαλειούς της υπαίθρου.
Οι ράφτες ήταν είτε πλανόδιοι είτε εγκατεστημένοι στην πόλη. Η αυξημένη ζήτηση ενδυμάτων έφερε σε πολλούς από αυτούς πλούτο. Έραβαν αλλά και κεντούσαν ενδύματα, γι’ αυτό μέσα από αυτούς διαμορφώθηκαν και άλλες κατηγορίες τεχνιτών όπως τερζήδες, συρμακέσηδες οι οποίοι ικανοποιούσαν την επιθυμία για διακόσμηση των ενδυμάτων. Τα ενδύματα που ετοίμαζαν οι ράφτες, τα διοχέτευαν στην αγορά οι έμποροι, στην συνέχεια μετατράπηκαν οι ίδιοι σε εμπόρους- μεταφορείς.
Η εξειδίκευση της ραπτικής δημιούργησε το επάγγελμα του καποτά. Καποτάδες ήταν αυτοί που έραβαν κάπες. Οι κάπες εξάγονταν στο εξωτερικό ξεφεύγοντας από το πεδίο της αυτοκατανάλωσης. Μπούτζος είναι ο ράφτης που έραβε μαύρες κάπες για τους φτωχούς, χωρικούς.
Οι πλανόδιοι ράφτες και καποτάδες πηγαινοερχόταν από τον τόπο καταγωγής τους σε μέρη όπου έβρισκαν δουλειά, στα χωριά της οροσειράς της Πίνδου. Ταξιδεύοντας ράφτες και καποτάδες σχημάτιζαν ιδιαίτερες ομάδες, μικρά καραβάνια, τα λεγόμενα επαγγελματικά τσούρμα ή μπουλούκια ή παρέες. Περιουσία τους είναι η τέχνη τους, διατηρούν θρησκεία και γλώσσα, γιατί ο κατακτητής τους έχει ανάγκη, ανάγκη από την τέχνη τους. Πρόσφεραν τα εμπορεύματα τους σε χαμηλότερες τιμές, γνώριζαν τις ξένες αγορές, έμεναν μακριά από τον τόπο τους για μήνες αφήνοντας πίσω στα εργαστήρια τους πρωτοκαλφάδες. Αυτοί τους έστελναν ότι χρειάζονταν όταν βρίσκονταν μακριά. Ιδρύουν εμπορικούς οίκους και μετατρέπονται από πλανόδιοι σε μεγαλοεπιχειρηματίες.
Ο καποτάς αμπατζής ή μπρουτζάς ή κεπετζής έκοβε και έραβε αποκλειστικά επενδύτες, κάπες από εγχώρια μάλλινα χοντρά ή μαλάκα, άσπρα ή μαύρα υφάσματα με φλόκια ή χωρίς φλόκια. Αυτοί παράγγελναν τα διάφορα υφάσματα στα χωριά. Μερικοί καποτάδες ήξεραν να κεντούν καθώς οι καλύτεροι επενδύτες, ιδιαίτερα οι λευκοί, είχαν κεντήματα στις ενώσεις. Έραβαν τις φλοκάτες, που φορούσαν σε πολλές περιοχές καθημερινά, με τα φλόκια εσωτερικά και τις γιορτές τα φλόκια εξωτερικά. Από νωρίς εξελίσσονται σε πλούσιους εμποροβιοτέχνες, επιχειρηματίες.
Εργαλεία αυτών είναι τα ψαλίδια, χοντροψάλιδο, σιδερένιες πήχες, σιδερένιο πιάκο που κρατούσε τεντωμένο το σκουτί που θα ράβανε, τα βελόνια, τα σπανέλια. Ποτέ κάποιος μάστορας δεν ξεκινά μόνος του αλλά με τον βοηθό του για να μην του τύχει στραβό. Συνήθως ακολουθούσαν τακτικό σχέδιο περιοδείας. Ο καθένας πήγαινε σε συγκεκριμένες περιοχές και είχε συγκεκριμένη πελατεία την οποία κληρονομούσε από τον πατέρα του. Πολλοί ράφτες αποφάσισαν μόνιμη εγκατάσταση σε περιοχές που είχαν πολύ δουλειά, π.χ. στην Λειβαδιά οι ράφτες ήταν από το Συρράκο και τα ʼγναντα. Αλλά και οι πελάτες αποκτούσαν προσωπικές σχέσεις με τους ράφτες, και δεν άλλαζαν τον ράφτη που ραβόταν οι γονείς τους. Πάντα οι χωρικοί ήξεραν την εποχή που θα έρθουν οι διάφοροι πλανόδιοι τεχνίτες. Αυτοί έμεναν στα σπίτια όπου έραβαν, τους περιποιούνταν. Ραφτάδες και καποτάδες δεν έλειπαν από τα πανηγύρια, όπου έκλειναν συμφωνίες για δουλειές, συνήθως πληρώνονταν σε είδος (μαλλιά, τυρί, σιτάρι, λάδι, καλαμπόκι κ.ά.).
Σε όλες τις πόλεις λειτουργούσαν συντεχνίες, τα ισνάφια. Ποτέ δεν έλειπαν τα ισνάφια των ραφτάδων καποτάδων, που ήταν και με τα περισσότερα μέλη μαστόρους. Είχαν πολύ στενές σχέσεις μεταξύ τους. Τα παιδιά του μάστορα γινόταν δικαιωματικά μέλη της συντεχνίας. Στα Γιάννενα το ισνάφι των ραφτάδων είχε 150 μέλη και ανάλογα εργαστήρια μαγαζιά. Τον 17ο αιώνα αποτελεί ένα από πιο σημαντικά ισνάφια στο παζάρι των Ιωαννίνων. Το ισνάφι των καποτάδων είναι το παλαιότερο στα Γιάννενα, πιάνει ένα ολόκληρο τσαρσί ή μπεζεστένι (στοά με ομοειδή εργαστήρια) με 150 περίπου καποτάδικα. Μέσα σε αυτά τα μαγαζιά εργάζονται και οι βοηθοί. Η ιεραρχία της συντεχνίας είναι μάστορας στην κορυφή, κάλφας ο βοηθός και τσιράκι το μαστορόπουλο. Μετά από συγκεκριμένα χρόνια μαθητείας μπορεί να εξελιχθεί κάποιος.
Στα Γιάννενα την εποχή του Αλή Πασά δούλευαν 1200 βελόνια. Αργότερα η τέχνη φθίνει.
ʼλλη σημαντική ομάδα τεχνιτών ήταν οι τερζήδες, οι οποίοι σχηματίζουν το διακοσμητικό τους θέμα στα ενδύματα με μεταξωτό γαϊτάνι ή κορδόνι, ή αργυρού σειριτίου. Αυτά ράπτονταν επάνω στα ρούχα με λεπτή μεταξωτή κλωστή. Το σχέδιο το σχημάτιζαν πάνω σε χαρτί στην συνέχεια το στερέωναν πρόχειρα στο ένδυμα. Το κορδόνι ή το γαϊτάνι το έραβαν σύμφωνα με το σχέδιο. Στο τέλος έβγαζαν το χαρτί. Την τέχνη αυτή την έλεγαν χρυσοκεντητική.
Ως τον 18ο αιώνα οι χρυσοκεντητές ήταν αναγκασμένοι να μεταναστεύουν και να περιοδεύουν καθώς η εγχώρια κατανάλωση δεν απαιτούσε μεγάλη προσφορά. Η λαϊκή ελληνική φορεσιά ήταν πολύ απλή και δεν έφερε μεγάλο στολισμό. Από τον 18ο και εξής δεν ήταν ανάγκη να φεύγουν. Η ελληνική φορεσιά εμπλουτίζεται με πλούσια περίτεχνα κεντήματα οπότε βρίσκουν δουλειά στον τόπο τους, ώστε ακμάζει η τέχνη των χρυσοραφτάδων.
Παρόμοια εργασία με τους τερζήδες έκαναν οι συρμακέσηδες αλλά τα γαϊτάνια ή σειρίτια ράβονταν με χρυσή κλωστή. Το σχέδιο με το χαρτί ράβονταν πάνω στο ένδυμα με βελονιές πολλών ειδών. Η τεχνική αυτή εφαρμόστηκε στην διακόσμηση εκκλησιαστικών υφασμάτων. Στην κοσμική τέχνη στην Ήπειρο η τεχνική αυτή απαντάται στην διακόσμηση μαξιλαριών, παπλωμάτων, ενδυμάτων κ.ά.
Πρέπει να αναφερθεί ότι οι τεχνικές αυτές παρουσιάζουν τα ίδια στοιχεία και στον αλβανικό χώρο και αυτό γιατί έχουν κοινή καταγωγή και ασκήθηκαν από τους ίδιους τεχνίτες δεδομένης της γειτνίασης της Ηπείρου με την Αλβανία και των συνεχών μετακινήσεων των επαγγελματιών.