Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 18 Σεπτεμβρίου 2019
Πολιτισμός Παραδοσιακές μορφές Τέχνης - Επαγγέλματα Ασημουργία Ήπειρος Ιωάννινα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Πέτρα
Υφαντική
Ασημουργία
Ξυλογλυπτική
Αγιογραφία - Ζωγραφική
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Μέτσοβο
Συράκο και Καλαρρύτες
Ασημουργία: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

11/09/2007
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Δρ. Ιωάννης Τσιουρής

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Από τη βυζαντινή περίοδο, οπότε και δημιουργείται η πόλη των Ιωαννίνων, επίσης δεν υπάρχουν άμεσες γραπτές για την αργυροχρυσοχοΐα στην περιοχή. Όμως, έμμεσες γραπτές μαρτυρίες και αντικείμενα που προέρχονται από την εποχή αυτή υποδεικνύουν την ύπαρξη τεχνιτών και αντίστοιχων έργων.
Στο Χρονικό των Ιωαννίνων (αρχές 15ου αι.) αναφέρεται ότι στην πόλη υπήρχαν «οι των επιστημών τεχνίτες». Η ερμηνεία της φράσης αυτής ως αναφοράς σε τεχνίτες, άρα και σε αργυροχρυσοχόους, μας δείχνει έμμεσα την ύπαρξή τους στην πόλη κατά τον 14ο αιώνα. ʼλλωστε και στη δημώδη παραλλαγή του Χρονικού αναφέρονται οι «κάθε λογής τεχνίτες».
Σε χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ΄ (14ος αι.), το οποίο αναφέρεται σε μία οικονομική διένεξη δύο γιαννιωτών εμπόρων, του Σταμάτη Σπανού και Στέφανου Λυκουδά, με Βενετό έμπορο, αναγράφεται ότι οι δύο γιαννιώτες έμποροι είχαν παραδώσει ως ενέχυρο στον Βενετό χρυσό, ασήμι και μαργαριτάρια αξίας 400 υπέρπυρων. Παρόλο που δεν αναγράφεται το είδος των χρυσών και ασημένιων αντικειμένων, η υψηλή τους αξία μαρτυρά όχι μόνο την κατοχή τέτοιων αντικειμένων, αλλά και την τέχνη που τα συνοδεύει.
Από την ίδια σχεδόν περίοδο (14ος αι.) υπάρχουν διάφορες άλλες γραπτές μαρτυρίες, οι οποίες αναφέρονται σε δωρεές του Δεσπότη των Ιωαννίνων Θωμά Πρελούμπο και της συζύγου του Μαρίας Παλαιολογίνας (14ος αι.). Το πλέον σημαντικό έγγραφο αποτελεί το κατάστιχο με τα αντικείμενα που είχε δωρίσει ο Θωμάς Πρελούμπος στο ναό της Παναγίας Γαβαλιώτισσας στην Έδεσσα, το οποίο συντάχθηκε το 1375. Από τον συγκεκριμένο κατάλογο προκύπτει μία ποικιλία έργων από τα οποία άλλα είναι χάλκινα και άλλα ασημένια.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τόσο διάφορα σκεύη όσο και εργαλεία: τρία κακάβια, τέσσερα μικρά κακάβια (τα δύο χυτά), πέντε σταγόνια (αντίστοιχο του λιβανωτού), δύο σαλτζερά (αγγείο για σάλτσα), ένα κρεμασταλυσον (χύτρα με αλυσίδα, την οποία κρεμούσαν επάνω από την πυρά), δύο τηγάνια, δύο τζάπες, ένα μαστραπά, τέσσερα υνιά, δύο τσεκούρια, ένα γουδί με το γουδοχέρι. Από αυτά τα περισσότερα είναι καθημερινής χρήσης εργαλεία και αγγεία, ενώ μόνο η καμπάνα και τα μανουάλια προορίζονται για καθαρά εκκλησιαστική χρήση.
Ως προς τα εκκλησιαστικά, αναφέρονται δύο φορητές εικόνες της Θεοτόκου και μία του αγίου Δημητρίου εγκοσμημένες (καλυμμένες με ποδιά από ευγενές μέταλλο, συνήθως ασήμι), αργυρό δισκοπότηρο χωρίς λαβίδα, αργυρός αστερίσκος, τρεις αργυρές καντήλες, ξύλινος σταυρός με πλαίσιο από ευγενές μέταλο, δύο ευαγγέλια και ένα τετραευάγγελο με στάχωση από πολύτιμο μέταλλο, επίσης.
Για όλα αυτά τα αντικείμενα, κοσμικά και εκκλησιαστικά είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η προέλευσή τους. Όμως, η μόνιμη διαμονή των δωρητών στα Ιωάννινα, μας οδηγεί στο συμπέρασμα της προέλευσης των περισσοτέρων από αυτών από την πόλη των Ιωαννίνων. Η ποικιλία των αντικειμένων μαρτυρά την ύπαρξη εργαστηρίων, τόσο για αυτά που προορίζονται για καθημερινή χρήση όσο και για τα εκκλησιαστικά.
Επίσης, σε «αποδικτικόν» γράμμα (1389) της Μαρίας Παλαιολογίνας προς τον αδελφό της Ιωάσαφ, στην Μονή του Μεγάλου Μετεώρου, γίνεται αναφορά σε αντικείμενα τα οποία είχε αποστείλει στη Μονή και τα οποία της επιστρέφονται εκτός από ορισμένα που τα αφήνει ως δωρεά. Ανάμεσα στα τελευταία αναγράφει: «την κρατητήραν μετά του αγίου δίσκου και τον δίσκον της αγίας αναφοράς…… και τον τίμιον και ζωοποιόν σταυρό». Ακόμη στην ίδια μονή είχε αφιερώσει έναν χυτό πολυέλαιο και πολυτελή μανουάλια.
Εκτός από τις ενδεικτικές αυτές αναφορές σε αντικείμενα της βυζαντινής περιόδου που αναφέρον-ται σε έγγραφα, και τα οποία δεν έχουν εντοπιστεί και ταυτοποιηθεί με ασφάλεια, υπάρχουν και άλλα τα οποία βρίσκονται σε ορισμένες μονές και προέρχονται από τα Ιωάννινα.
Στην Αγιορείτικη Μονή Βατοπαιδίου σώζεται δισκοπότηρο αφιερωμένο από τον Δεσπότη των Ιωαννίνων Θωμά Πρελούμπο, σύμφωνα με την επιγραφή που περιτρέχει τη βάση του: «ΘΩΜΑΣ/ΔΕΣΠΟΤΗΣ/ΚΟΜΝΗΝΟΣ/ ΠΡΕΑΛΙΜΠΟΣ». Πρόκειται για ένα από τα πολυτερέστερα και πλέον εντυπωσιακά δείγματα μικροτεχνίας από τα βυζαντινά Ιωάννινα, και το οποίο χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Το Δισκοπότηρο, από επιχρυσωμένο ασήμι, φέρει πλούσια διακόσμηση από σμάλτο, μαργαριτάρια και ημιπολύτιμους λίθους. Ο κάλυκας είναι κωδωνόμορφος και στηρίζεται σε εξάπλευρη βάση και «μήλο» στις εξάρσεις του οποίου είναι τοποθετημένοι ένθετοι ημιπολύτιμοι λίθοι. Η βάση του αποτελείται από έξι τριγωνικά διάχωρα με κυματοειδή απόληξη. Επίσης, συνοδεύεται από κυκλικό κοίλο σκέπασμα το οποίο επιστέφεται από αγαλματίδιο ένθρονου Χριστού με προτεταμένα τα χέρια να ευλογεί. Η υπόλοιπη διακόσμηση αποτελείται από εγχάρακτο διάκοσμο, που συνδυάζεται με διαφανές σμάλτο και ανάγλυφες απεικονίσεις αγγέλων. Οι μορφές που απεικονίζονται, εκτός του Χριστού, είναι η Παναγία, Απόστολοι, Ιεράρχες και άγγελοι. Ειδικά το αγαλματίδιο του Χριστού, οι ανάγλυφες μορφές των αγγέλων και η τεχνική του διάφανου σμάλτου μαρτυρούν επιρροές από την τέχνη της Βενετίας.
Ένα άλλο αντικείμενο που βρίσκεται στη Μονή Βατοπαιδίου και προέρχεται από τα Ιωάννινα είναι ένας αργυρός επιχρυσωμένος Δίσκος, αφιέρωμα και αυτός του Θωμά Πρε-λού-μπου, σύμφωνα με την επιγραφή: «ΔΟΥΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ: ΘΩΜΑΣ: ΔΕΣΠΟΤΗΣ: ΚΟΜΝΗΝΟΣ: ΠΡΕΛΟΥΜΠΟΣ». Τα σχήμα του είναι κυκλικό και διαιρείται σε τρεις ομόκεντρους και διακριτούς ανισοϋψείς κύκλους. Στο κέντρο υπάρχει μετάλλιο όπου εικονίζεται ο Επιτάφιος Θρήνος, σκηνή εγχάρακτη και επισμαλτωμένη. Στο δεύτερο κύκλο εικονίζονται σε ημικυκλικά διάχωρα εγχάρακτες χερουβίμ, ενώ στο τρίτο διάχωρο αποδίδονται εγχάρακτες και επισμαλτωμένες μορφές αγγέλων. Τέλος, στο χείλος υπάρχει εγχάρακτος ανεικονικός διάκοσμος, συνοδευόμενος από ένθετους ημιπολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια. Ο Δίσκος αυτός συνοδεύεται από αστερίσκο, ο οποίος φέρει και αυτός εγχάρακτο ανεικονικό διάκοσμο και ένα ολόγλυφο περιστέρι στο σημείο της ένωσης των δύο ελασμάτων.
Η τεχνική κατασκευής του Δίσκου και του αστερίσκου φανερώνει επιδράσεις από την Βενετσιάνικη τέχνη της εποχής και τα τεχνοτροπικά στοιχεία του έργου, όπως και η επιγραφή, το συνδέουν με το ʼγιο Δισκοπότηρο της ίδιας Μονής, ως έργα του ιδίου εργαστηρίου.
Στην επίσης, Αγιορείτικη Μονή της Μεγίστης Λαύρας υπάρχει χρυσός δίσκος που φέρει την επιγραφή: ΘΩΜΑΣ/ ΔΕΣΠΟΤΗΣ/ ΚΟΜΝΗΝΟΣ/ ΠΡΕΑΛΙΜΠΟΣ. Ο δίσκος, ο οποίος χρονολογείται στα 1367-1384, και διαφέρει από αυτόν της Μονής Βατοπαιδίου, κυρίως ως προς την κεντρική παράσταση, εδώ η ʼκρα Ταπείνωση, πιθανότατα ανήκει στο ίδιο εργαστήριο με τα αντίστοιχα έργα της Μονής Βατοπαιδίου.
Σε μία άλλη περιοχή της Ελλάδος, στα Μετέωρα, και ειδικότερα στην Μονή του Μεγάλου Μετεώρου, σώζονται φορητές εικόνες, δωρεές της συζύγου του Θωμά Πρελούμπου Μαρίας Παλαιολογίνας. Πέρα από την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική τους αξία, αυτές συνοδεύονται από ένθετο αργυρό διάκοσμο που καλύπτει τα φωτοστέφανα των μορφών. Ενδεικτικά, στην εικόνα της Βρεφοκρατούσας Θεοτόκου (1388 – 1393), ο συνδυασμός ανάγλυφου, έκτυπου και συρματερού διακόσμου, μαρτυρά τις δυνατότητες και τις ικανότητες των γιαννιωτών αργυροχρυσοχόων.
Στην ίδια κατηγορία πολυτελών εκκλησιαστικών αντικειμένων και η δίπτυχη λειψανοθήκη της Cuenca αποτελούμενη από επιχρυσωμένο άργυρο και πλήθος μαργαριταριών.
Οι ενδεικτικές αυτές αναφορές τόσο σε ταυτοποιημένα όσο και σε αποδιδόμενα σε γιαννιώτικα εργαστήρια έργα, μαρτυρούν το υψηλό επίπεδο των τεχνιτών της αργυροχρυσοχοΐας στην πόλη κατά τη βυζαντινή περίοδο, την δεκτικότητά τους σε δυτικές επιρροές και την οργανική ένταξη αυτών στη βυζαντινή παράδοση. Οι δημιουργίες τους, είτε αναθήματα της άρχουσας τάξης της εποχής, είτε απλά κοσμήματα και αντικείμενα που έχουν βρεθεί σε διάφορες ανασκαφές (τα περισσότερα αδημοσίευτα) μας οδηγούν στο συμπέρασμα της ύπαρξης μίας παράδοσης στην περιοχή και στην ύπαρξη εργαστηρίων και ικανών τεχνιτών με εύρος γνώσεων και δυνατότητες αυτόνομων δημιουργιών.