Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 18 Σεπτεμβρίου 2019
Πολιτισμός Παραδοσιακές μορφές Τέχνης - Επαγγέλματα Ασημουργία Ήπειρος Ιωάννινα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Πέτρα
Υφαντική
Ασημουργία
Ξυλογλυπτική
Αγιογραφία - Ζωγραφική
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Μέτσοβο
Συράκο και Καλαρρύτες
Ασημουργία: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

11/09/2007
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Δρ. Ιωάννης Τσιουρής

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Η περίοδος της τουρκοκρατίας αρχίζει στην περιοχή το 1430 με την οικειοθελή παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων στον Σινάν Πασά. Τα προνόμια που έλαβαν για την πράξη τους αυτή εξασφάλισαν την απρόσκοπτη συνέχεια της ζωής στο κάστρο. Όμως, η καταστροφή και η λεηλασία που επακολούθησε την επανάσταση του Διονυσίου του «Σκυλοσόφου» το 1611, μας στέρησε από πολύτιμα στοιχεία για την τέχνη την περίοδο αυτήν. Μόνο από το δεύτερο μισό του ιδίου αιώνα επανέρχεται η ζωή σε φυσιολογικούς ρυθμούς.
Από την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας σώζεται μία στάχωση ευαγγελίου χρονολογημένη στον 16ο αιώνα, στην Μονή Μολυβοσκεπάστου, στην Πωγωνιανή Κόνιτσας. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα έργο που συνδέει άμεσα την τέχνη της εποχής με την βυζαντινή παράδοση της περιοχής και δείχνει το υψηλό επίπεδο του τεχνίτη και την αδιάλειπτη συνέχιση της αργυροχρυσοχοϊκής τέχνης. Ωστόσο, παρά την ντόπια παραγωγή που απευθύνεται σε χριστιανούς, δεν λείπουν και δείγματα αργυροχρυσοχοΐας που είτε προέρχονται είτε απευθύνονται τόσο σε χριστιανούς όσο και σε μουσουλμάνους. Από την μετά το 1611 εποχή είναι γνωστή στην έρευνα η οικογένεια Σουγδουρή. Τα αντικείμενα που κατασκεύαζαν, τα περίπλοκα κοσμήματα και η ποιότητα της εργασίας τους οδήγησαν τόσο τους συγχρόνους τους όσο και τους μεταγενέστερους να δώσουν το όνομά τους σε συγκεκριμένους τύπους κοσμημάτων, τα λεγόμενα «σουγδουρά». Δυστυχώς, δεν έχουν με ασφάλεια ταυτοποιηθεί μέχρι σήμερα έργα των Σουγδουρήδων. Έχουν, όμως, διασωθεί άλλα εκλησιαστικά αντικείμενα, των οποίων οι επιγραφές βοηθούν στη χρονολόγησή τους.
Ενδεικτικά, η αργυρή επένδυση ευαγγελίου στο ναό του Αγίου Νικολάου Πυρσόγιαννης στην Κόνιτσα φέρει την επιγραφή: «Αυγερινού ιερέου και οικονόμου κόπος ΖΡΛΘ (1631). Ανάστασιν Χριστού Θεασάμενοι. Η Αγία του Χριστού Ανάστασις. Προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον. Ετελειόθει το άγιο ευαγγέλιο διά χειρός εμού Ιωάννου Κ.… διά συνδρομής και κόπου κυρίου Καστορήτου έτος ΖΡΛΘ Γεώργη…..». Σύμφωνα, λοιπόν, με την επιγραφή το κάλυμμα κατασκευάστηκε το 1631 από τον τεχνίτη Ιωάννη, του οποίου, δυστυχώς, γνωρίζουμε μόνο το πρώτο γράμμα του επιθέτου του, το «Κ».
Στον 18ο αιώνα η τέχνη της ασημουργίας συνεχίζει την πορεία της στην περιοχή των Ιωαννίνων, τόσο στην πόλη όσο και στο Μέτσοβο, τους Καλαρρύτες και το Συρράκο. Η σύνδεση των περιφερειακών αυτών κέντρων με την πόλη των Ιωαννίνων είναι πολύ στενή καθώς αυτή αποτελεί το διοικητικό, πνευματικό και εμπορικό κέντρο στο ομώνυμο πασαλίκι. Ο αργυροχόοι είτε εργάζονται στα εργαστήρια της πόλης είτε στην περιφέρεια και πουλούν στην πόλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέλη του αιώνα ο Αθανάσιος Τζημούρης είναι μεν ο αρχιχρυσοχόος του Αλή Πασά, αλλά εργαστήριό του βρίσκεται και στους Καλαρρύτες.
Παρά την πλούσια παραγωγή σε ασημένια αντικείμενα, κοσμικά και εκκλησιαστικά, οι ίδιοι τεχνίτες κατασκευάζουν και αντικείμενα χάλκινα, τα οποία, όμως, δεν υπολείπονται ως έργα τέχνης από τα ασημένια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα μεγάλο χάλκινο διακοσμητικό αγγείο (υδροχόη), το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Δημοτικό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης στα Ιωάννινα. Σύμφωνα με την επιγραφή είχε δωριθεί τα 1811 από τον διοικητή της σωματοφυλακής του Αλή Πασά Θανάση Βάγια στο γιο του Βελή : «ΣΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ ΒΕΖΥΡΗ ΒΕΛΛΗ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΣΗ ΒΑΓΙΑ 1811». Αν και χάλκινο, η υψηλή ποιότητα της κατασκευής, η δεξιοτεχνική απόδοση του βουκολικού τοπίου και της ποιμενικής σκηνής, που περιτρέχει την κοιλιά του αγγείου, μαρτυρούν την ικανότητα του άγνωστου τεχνίτη. Μάλιστα, ο τεχνίτης αυτός πιθανότατα θα ήταν και ένας από τους πλέον ονομαστούς των Ιωαννίνων, γεγονός που το μαρτυρούν τόσο η ποιότητα του έργου όσο και ο προορισμός του.
Παράλληλα, πολλοί γιαννιώτες αργυροχρυσοχόοι εργάζονται σε μεγάλα κέντρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως για παράδειγμα η Θεσσαλονίκη. Εκεί, στα 1798 συναντούμε τον Καλαρρυτινό Νικόλαο Κέρτζο. Στη Μονή Βατοπαιδίου σώζεται σταυρός αγιασμού που φέρει την επιγραφή: «ΕΚ ΧΕΙΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΕΡΤΖΟΥ ΚΑΛΑΡΥΤΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1798». Ο εξαιρετικής τεχνικής σταυρός, με τον πολύπλοκο συρματερό , κυρίως, άνθινο διάκοσμο, το σμάλτο, τα μαργαριτάρια και τους ημιπολύτιμους λίθους, και την περίπλοκη συρματερή άνθινη δημιουργία της βάσης μαρτυρά την ικανότητα του συγκεκριμένου τεχνίτη. Μάλιστα, είναι πολύ πιθανόν ο Νικόλαος Κέρτζος να ταυτιζεται με τον Νικόλαο από τους Καλαρρύτες, ο οποίος με τον μαθητή του Ιωάννη στα 1811 κατασκεύασε έναν σταυρό, που αφιερώθηκε από τη συντεχνία των χρυσοχόων της Θεσσαλονίκης στην Μονή Βατοπαιδίου («ΧΕΙΡ ΔΕ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΛΑΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ»). Η ανάθεση της κατασκευής του αφιερώματος και ουσιαστικά της εκπροσώπησης της συντεχνίας στον Καλαρρυτινό τεχνίτη μαρτυρά την εξέχουσα θέση που ο ίδιος κατείχε στη συντεχνία των χρυσοχόων της Θεσσαλονίκης.
Επίσης, στο σκευοφυλάκιο της ίδιας Μονής υπάρχουν άλλοι δύο σταυροί αγιασμού «ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΙΩΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΚ ΧΟΡΙΩΝ ΜΕΖΟΒΟΥ», του 1785 και 1789 αντίστοιχα, κατασκευασμένοι στα Γιάννενα και αφιερωμένοι στη Μονή Βατοπαιδίου. Η ενδεικτική αυτή αναφορά σε έργα γιαννιωτών αργυροχόων, τα οποία βρίσκονται σε ένα τόσο απομακρυσμένο τόπο από τα Γιάννενα μαρτυρά την αξία, την εκτίμηση και την ξεχωριστή θέση που κατείχαν τα έργα αυτά στον ελληνικό χώρο και μάλιστα σε μία περιοχή όπου δημιουργούσαν και άλλοι τεχνίτες.
Η έντονη αυτή παρουσία τεχνιτών, οι οποίοι το 1812 φτάνουν τον αριθμό 53 και το 1818 τους 26, καθώς και η πλούσια παραγωγή κοσμικών και εκκλησιαστικών έργων σταματά απότομα το 1820. Η αποστασία του Αλή Πασά, ο πόλεμος και η πολιορκία των Ιωαννίνων που επακολούθησε, η προσωρινή φυγή των κατοίκων και τελικά η πυρπόληση της πόλης αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες στη διακοπή της παραγωγής. Ακόμη, εκτός από την τελική λεηλασία, οι πιέσεις του Αλή προς τους Γιαννιώτες για χρήματα και στη συνέχεια οι πιέσεις των Σουλτανικών στρατευμάτων επίσης για χρήματα, σε συνδυασμό με την τελική λεηλασία της πόλης οδήγησαν στην εκποίηση πολλών αργυρών αντικειμένων, με αποτέλεσμα να έχει χαθεί ένα μεγάλο τμήμα της μέχρι τότε δημιουργίας, ιδιαίτερα της κοσμικής.
Μετά το θάνατο του Αλή Πασά (1822) οι πρόσφυγες αρχίζουν σταδιακά να επιστρέφουν στην πόλη και η ζωή ομαλοποιείται γύρω στο 1830. Χωρίς βέβαια να υπάρχει η παλιά δυναμική, η αγορά επανέρχεται σε φυσιολογικούς ρυθμούς, οι συντεχνίες ανασυντάσσονται και αναδιοργανώνονται, τα καραβάνια συνεχίζουν να κινούνται στους εμπορικούς δρόμους του παρελθόντος. Όμως, οι θάνατοι από τους συνεχείς πολέμους, η πανώλη (1823) και η μετανάστευση οδήγησαν σε μείωση των μελών των συντεχνιών και συνακόλουθα στη μείωση της παραγωγής χωρίς, όμως, να υπάρξει ελάττωση της φορολογίας, η οποία υπολογιζόταν με βάση τους προ του 1820 καταλόγους. Παρά την εμφανή αυτή δυσχέρεια η νέα απογραφή πραγματοποιήθηκε μόλις το 1831. Έτσι, παρατηρείται μία οικονομική ανάκαμψη, η οποία σταματά το 1839 με την έκδοση του Hatt i Serif, οπότε, μεταξύ των άλλων περιορίζονται τα προνόμια των συντεχνιών.
Την περίοδο αυτή, και για όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα λείπουν πια οι μεγάλοι τεχνίτες του ασημιού. Όμως η παραγωγή δεν σταματά. Μάλιστα, το 1862 τα εργαστήρια είναι 26, αριθμός ικανοποιητικός για τα δεδομένα της εποχής.
Η παραγωγή αργυρών αντικειμένων συνεχίζει την πορεία της τόσο ως προς τα κοσμικά όσο και στα εκκλησιαστικά, χωρίς, ωστόσο, να φθάνει το επίπεδο προηγούμενων εποχών. Οι αργυροχόοι ασχολούνται με όλο το εύρος της τέχνης τους αλλά εμφανίζονται πια καινούρια μοτίβα επηρεασμένα από τη δυτική τέχνη της εποχής ή από αγγεία και κοσμήματα τα οποία έρχονται στην πόλη με τα ταξίδια των πλούσιων εμπόρων. Σύμφωνα δε με έγγραφα της εποχής οι αργυροχρυσοχόοι κατασκευάζουν αλβανικά πιστόλια με επάργυρα μέλη και με την τεχνική του savat (σαβάτι) που κόστιζαν 273 γαλλικά φράγκα και πιστόλια επίχρυσα μαλαματοκαπνισμένα ή φλωροκαπνισμένα η τιμή των οποίων ήταν 358 γαλλικά φράγκα. Επίσης, κατασκεύαζαν και διακοσμούσαν και άλλα εξαρτήματα σχετικά με όπλα, όπως φυσιγγιοθήκες, μαχαίρια και κουτί λαδιού για όπλα, πάλι επάργυρα και με την τεχνική του savat, των οποίων η τιμή κυμαίνονταν από 26 έως και 212 γαλλικά φράγκα, αναλογα το είδος.
Ως προς τα αντικείμενα «οικιακής» χρήσης, ονομαστά και περιζήτητα για κατοχή ή για δώρα από όλες τις οικονομικά ισχυρές οικογένειες (χριστιανικές, μουσουλμανικές και εβραϊκές) ήταν τα ασημένια λιγενόμπρικα. Επίσης, συνεχίζεται η δημιουργία και άλλων αντικειμένων, όπως, για παράδειγμα, φυλακτά, τάσια, δίσκοι, επενδύσεις καθρεφτών, μαχαιροπήρουνα, μαστραπάδες και άλλα αγγεία ή κιβωτίδια. Ωστόσο, η πρόοδος του χρόνου και η δημιουργία ενός είδους αστικής τάξης οδηγεί και στη δημιουργία αγγείων ξένων στην παράδοση, όπως φρουτιέρες, ζάφρια, γαλατιέρες κ.α., τα οποία προσδίδουν κύρος και «αστικό» περίβλημα στους κατόχους τους. Ενδεικτικό των αλλαγών αυτών αποτελούν και οι διαφοροποιήσεις στα διακοσμητικά θέματα που συνοδεύουν τα αγγεία αυτά. Χωρίς να αρνούνται τα παραδοσιακά διακοσμητικά θέματα, τώρα υπεισέρχονται και νέα, τόσο σε εικονογραφικό επίπεδο όσο και σε τεχνοτροπικό.
Για παράδειγμα, σε ασημένιο τάσι με εγχάρακτο διάκοσμο και σαβάτι, του 1874 (Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Μετσόβου), εικονίζονται: ένα ελάφι που καταδιώκεται από σκύλο, ένα λιοντάρι που κατασπαράσσει αγριόχοιρο, ένας κυνηγός που επιστρέφει από κυνήγι, ένας νέος που παλεύει με λιοντάρι, μία γυναίκα που επιστρέφει από το χωράφι, ένας καθιστός γραφέας και μία ανδρική μορφή επάνω σε άρμα που σέρνουν δύο άλογα. Η ίδια τάση παρατηρείται και σε κοσμικά αντικείμενα της συλλογής Ιωαννίδη στα Ιωάννινα.
Επίσης, συνεχίζεται και η παραγωγή εκκλησιαστικών αντικειμένων, αν και σε περιορισμένο αριθμό σε σχέση με το παρελθόν, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία και σωζόμενα έργα. Θα πρέπει, όμως, εδώ να σημειωθεί ότι οι τεχνίτες δεν υπογράφουν πια τα έργα τους με τη συχνότητα που απαντάται η τάση αυτή τις προηγούμενες εποχές. Ενδεικτικό, ίσως, της απουσία μεγάλων τεχνιτών αλλά και πιθανότατα της κάμψης της παραγωγής και της απουσίας της αίγλης που περιέβαλε το επάγγελμα παλαιότερα. Για παράδειγμα, στην εκκλησιαστική Συλλογή του Νησιού, στη λειψανοθήκη της αγίας Βαρβάρας ο τεχνίτης υπογράφει: «ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ Χ:Δ:Δ:ΚΓ». Το ίδιο παρατηρούμε και στη λειψανοθήκη της κάρας του αγίου Αλεξάνδρου (1868) όπου υπάρχει η υπογραφή: «δια χ. Κ». ʼλλωστε, η κατασκευή των δύο αυτών λειψανοθηκών και η ποιότητα του διακόσμου μαρτυρούν μία ικανότητα, η οποία, όμως, δεν φθάνει τις δεξιοτεχνικές δημιουργίες του παρελθόντος.