Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 23 Σεπτεμβρίου 2019
Πολιτισμός Μουσικοχορευτική παράδοση Οι άλλες πληθυσμιακές ομάδες Η μουσικοχορευτική παράδοση των Συρρακιωτών της Πρέβεζας Εισαγωγή Ήπειρος Νομός Πρεβέζης

Συρρακιώτες στην καλύβα
(Φωτογραφία: Αρχείο Γ. Πουλιάνου)
Μάζεμα ελαιών. Σπ Ζίκα, Κ Κατσάνου, αδερφές Σαούγκου Λαμπρινή, Αμαλία, Μαρία, Μ Πιπεράγκα, Μ Νταλαούτη, Α Βαγγέλη.
Ελαιώνας, όργωμα, 1955
Πρέβεζα Οι Συρρακιώτες παίζουν τη Γκόλφω
(Φωτογραφία: Αρχείο Γ. Πουλιάνου)
Γλέντι Συρρακιωτών στην Πρέβεζα
Συρρακιώτες τις Απόκριες του 60, γλέντι με γαμπρό και νύφη
(Φωτογραφία: Αρχείο Γ. Πουλιάνου)
Διαβατήριο τυροκόμου Κώστα Μπάσμπα για την Ιταλία
(Φωτογραφία: αρχείο Η. Γκαρτζονίκα)
η Φανερωμένη των Συρρακιωτών
(Φωτογραφία: Αρχείο Β. Γιωτόπουλου)
Βάφτιση Συρρακιωτών στη Φανερωμένη Αύγουστος 2007
(Φωτογραφία: Αρχείο Β. Γιωτόπουλου)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Εισαγωγή
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Νομός Πρεβέζης
Εισαγωγή: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

11/12/2007
Εισαγωγή

Αρχείο Ελληνικού Χορού

© Αρχείο Ελληνικού χορού
προεπισκόπηση εκτύπωσης

του Ηλία Χ. Γκαρτζονίκα
Καθηγητή Φυσικής Αγωγής



Πρέβεζα και Συρράκο. Πρεβεζάνοι και Συρρακιώτες.
Δυο λέξεις, δυο περιοχές που φωτίζουν την Ήπειρο και την Ελλάδα στο διάβα των χρόνων και η μια περιέχει και περιέχεται στην άλλη.

Η Πρέβεζα, το λιμάνι, είσοδος και έξοδος για την ευλογημένη μα και πολύπαθη γωνιά της Ελλάδας, την Ήπειρο.
Μα και ο τόπος. Η εύφορη γη και η θάλασσα με τα καλά της.
Και οι Συρρακιώτες. «Κτηνοτρόφοι» και «Ραφτάδες» μιας κωμόπολης και ενός χωριού που η ανάγκη μα και το «είναι» τους, τους έκανε συχνά να ταξιδεύουν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σαν τα ταξιδιάρικα πουλιά να ξαναγυρίσουν όταν θα ξανάρχονταν η ώρα.

Ανάβοντας το κεράκι, στον Προστάτη τους, τον ʼγιο των Ταξιδευτάδων, στον Αϊ Νικόλα τους εκεί στο μεσοχώρι του Συρράκου, παίρναν το βιος και τα πολυάριθμα κοπάδια τους να τα ξεχειμωνιάσουν σε λιβάδια της ʼρτας, των Γιαννίνων, της Φιλιππιάδας, της Αιτολωακαρνανίας, μα ιδίως σε αυτά της Πρέβεζας, της Λάμαρης (που, ώσπου να έρθουν οι πρόσφυγες μετά την μικρασιατική καταστροφή, κατοικούνταν αποκλειστικά από Συρρακιώτες κτηνοτρόφους) και του Ακτίου (της Μπούντας).

Παίρναν και τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τον αυστηρά δομημένο τρόπο ζωής τους μαζί και τα φύλαγαν σαν τα μάτια τους γιατί ήταν ο συνδετικός κρίκος με την πατρογονική γη και αυτά που θα αποτελούσαν το διαβατήριό τους όταν θα ξαναγύριζαν.
Τότε, που σαν έπιανε για τα καλά η ʼνοιξη, ζωντανά και άνθρωποι άρχιζαν να κοιτούν επίμονα στον ορίζοντα προς την κατεύθυνση του Συρράκου, σαν μια απροσδιόριστη δύναμη να τους έλεγε ότι είχε ξανάρθει η ώρα για τον γυρισμό.

Ένας μαγνήτης που λες και ενεργοποιούνταν ξαφνικά συγκεκριμένες μέρες του χρόνου.
Και όταν η ζωή τα έφερε έτσι, σταμάτησαν αυτόν τον αέναο κύκλο και ρίζωσαν στον τόπο του χειμώνα. Και μέσα από δυσκολίες και κακουχίες, πρόκοψαν και δέθηκαν με τον τόπο και τους συνανθρώπους που τον κατοικούσαν μόνιμα ως τότε ή ήρθαν σαν και αυτούς αργότερα στην Πρεβεζάνικη γη.

Φτάνει κανείς να παρατηρήσει τις φωτογραφίες των Συρρακιωτών της Πρέβεζας του περασμένου αιώνα και να δει πίσω από τα σοβαρά πρόσωπα με τα λεπτά και έντονα χαρακτηριστικά, εκείνο το χαρακτηριστικό βλέμμα με την έκδηλη αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες συνθήκες και αφού επιβιώσουν, να προκόψουν και να προσφέρουν στον καινούριο τόπο.

Και τα παιδιά τους ξεκίνησαν μια διαφορετική ζωή εκεί, με κυριότερο χρονικό διάστημα των αλλαγών τον 20ο αιώνα, αλλάζοντας σταδιακά τον τρόπο από αυτό των γονιών, προσαρμοζόμενοι στις εξελίξεις και στα νέα δεδομένα.

ʼλλαξαν σταδιακά πολλά από τα επαγγέλματα που ασχολούνταν οι γονείς
τους, τον τόπο και τον τρόπο που στέγαζαν τις οικογένειες και το βιος τους.

Και έκαναν οικισμούς με δικό τους στοιχείο να κυριαρχεί στο Μπαχλάβα, στην Ανάληψη, στο Πετρίτσι, την Ταράνα, την Αγιά Τριάδα, τον ʼϊ Θωμά και αλλού.

Κράτησαν όμως τον τρόπο ζωής με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, την αυστηρή πατριαρχική δομή της οικογένειας, στηριζόμενοι όμως στην αξία της μάνας για τη διατήρηση της οικογενειακής συνοχής, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, το λατινογενές προφορικό γλωσσικό ιδίωμα- τα «βλάχικα»- μαζί με την ελληνική γλώσσα, την ανάγκη να ζουν κοντά και να αλληλοϋποστηρίζονται, να εκκλησιάζονται, να εργάζονται, να γλεντούν, να γιορτάζουν, να παντρεύονται μαζί.

Αυτό που όμως αποτελεί σήμερα τον κυριότερο συνδετικό κρίκο με το παρελθόν τους, είναι η μουσικοχορευτική τους κληρονομιά.
Μέσα από αυτή μπορείς και σήμερα να δεις, αλλά και να νοιώσεις, πολλά από τα σημάδια που οριοθέτησαν το σημαντικό, μα με πολλές δυσκολίες παρελθόν, αλλά και να συμπεράνεις αρκετά για το παρόν και το μέλλον τους.
Και φυσικά δεν είναι εύκολο να ειδωθεί αυτό το στοιχείο ξέχωρα από τα άλλα της ζωής που το δημιούργησαν, το διαμόρφωσαν και το διατήρησαν.
Την ιστορία του χωριού και το λαμπρό παρελθόν, τις κοινωνικές τάξεις, της συνθήκες ζωής, το κλίμα, το έδαφος και την φορεσιά στο παλιότερο και καινούριο περιβάλλον, τους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς, πολιτικούς παράγοντες κ.α που επηρέαζαν και διαμόρφωναν τη ζωή στο Συρράκο και την Πρέβεζα και συντηρούσαν, διαμορφώνοντας παράλληλα, την Παράδοσή τους.

Πράγματα σαν αυτά που θυμάμαι, που μου είπαν και διάβασα.
Και που μπορούν σε λίγες γραμμές να δώσουν επιγραμματικά το στίγμα αυτού του καιρού, αυτού του κόσμου.
Στιγμές που ανήκουν στην αγροτική κοινωνία, μιας και αυτή κατά κύριο λόγο, διαμορφώνει την Κληρονομιά αυτή.

Σαν Συρρακιώτης, από γονείς που έζησαν για χρόνια στην Πρέβεζα και με τους μισούς μου συγγενείς να διαμένουν εκεί και σήμερα και ζώντας σχεδόν τρεις- τέσσερις μήνες κάθε χρόνο μαζί τους, θυμάμαι τέτοιες στιγμές.
Και δίνοντας μια στον τροχό του Χρόνου προς τα πίσω, έρχονται στο νου τέτοιες θύμησες.

Θυμάμαι πρώτα από όλα εκείνο τον δρόμο που έφτανε στο σπίτι της γιαγιάς μου της Όλγας Μπάσμπαινας, που δεν ξέρω αν ζωγράφος θα μπορούσε να τον αποτυπώσει.
Στον Ελαιώνα των Συρρακιωτών, εκεί δίπλα από το «σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος- τι αντίθεση!», μια ευθεία διακοσίων μέτρων σαν σε τούνελ από αιωνόβιες ελιές και ένα λεπτό καφετί χώμα με χορτάρια δεξιά και αριστερά, λες και σε οδηγούσε στον παράδεισο. Και ελιές, ελιές, ελιές όπου και αν γύριζες το μάτι. Πανέμορφες, ψηλές, δυνατές, γεμάτες καρπό που μαύριζε τα δάχτυλά μας όταν τον μαζεύαμε για να τον πάμε στο λιοτρίβι με εκείνη την παράξενη μυρωδιά που όμως ξέραμε ότι θα φέρει τα χρήματα στους δικούς μας και την προκοπή.

Θυμάμαι μετά τα θερμοκήπια, τα «τόλ», με τις ντομάτες και τα κηπευτικά. Το φτιάξιμό τους με τα ημικυκλικά σίδερα και το νάιλον, το φύτεμα, τα καλάμια για το στήριγμα του φυτού, το άναμμα της γκαζιέρας το χειμώνα στην παγωνιά και τέλος την γιορτή όταν όλο το σόι μαζεύονταν για να μαζέψει τον καρπό, να τον διαχωρίσει, να τον βάλει με τάξη στα τελάρα και να τον πουλήσει στον έμπορο.
Θυμάμαι μετά, τα περιβόλια με τις πορτοκαλιές, τις μανταρινιές και τις λεμονιές.

Θυμάμαι και τα κοπάδια στον «Αέρα» του Ελαιώνα, στον «Ασύρματο» δίπλα στα αρχαία της Νικόπολης και αλλού, απομεινάρια ενός διαφορετικού παρελθόντος, αλλά και τα λίγα πρόβατα και κατσίκες σε πολλά σπίτι για να το θυμίζουν.
Θυμάμαι τις βόλτες για να μάθουμε ποδήλατο, ως την Αγία Φανερωμένη, το σύμβολο και το σημείο αναφοράς της συνοχής των Συρρακιωτών.
Και τα ποδήλατα, τα πολλά ποδήλατα της Πρέβεζας, που πολλές φορές με αυτά πηγαίναμε κρυφά να δούμε την ατελείωτη πάνω κάτω βόλτα των ανθρώπων στην παραλία της πόλης.

Και μετά έρχονται στο νου μου οι άνθρωποι.
Η γιαγιά μου, 100 χρονών σήμερα στον Ελαιώνα, να μου μιλάει για έναν αιώνα ζωής Συρρακιωτών στην Πρέβεζα, από τότε που ανεβοκατέβαιναν στο χωριό, μέχρι τον απίστευτο αγώνα να ριζώσουν μόνιμα στον καινούριο τόπο.

Και να με συμβουλεύει, σταλάζοντας την σωρευμένη πείρα και την αληθινή σοφία από μια γενιά που ακούγοντάς την, λες ότι αυτοί οι άνθρωποι έζησαν σε έναν άλλο κόσμο. Λες και βλέπεις ταινία, γιατί ήταν πραγματικά, ένας άλλος κόσμος.
Και να μιλά χωρίς μοιρολατρία. Γιατί πως μπορεί να μοιρολατρεί κάποιος που έστηνε και ξανάστηνε τη ζωή από την αρχή κάθε λίγο και βγήκε νικητής.

Αυτοί οι άνθρωποι μόνο μηνύματα ζωής και αισιοδοξίας μπορούν να δώσουν για τις επόμενες γενιές και τη συμβουλή για εντιμότητα, συνύπαρξη και διαρκή αγώνα για κατάκτηση των στόχων, μικρότερων και μεγαλύτερων.

Το διαβατήριο του παππού μου για την Ιταλία, σαν τυροκόμος, στα μέσα του 20ου αιώνα, τότε που οι Συρρακιώτες ήταν περιζήτητοι και για αυτή την τέχνη και εκτός της ενασχόλησης στην Πρέβεζα και την Ελλάδα, έφευγαν για μήνες να κάνουν το ίδιο και στο εξωτερικό.
Την θεία μου τη Βαγιούλα να μας φιλοξενεί στην αχυρένια περίτεχνα στημένη καλύβα, πριν όλοι φτιάξουν σπίτια, που παραξενευόσουν πως είναι δυνατό να χωράνε και να ζουν τόσοι άνθρωποι σε τόσα τετραγωνικά, μαζί με το νοικοκυριό τους.

Και την μυρωδιά της τηγανίτας και του φρέσκου γάλατος το πρωί να σε ξυπνάει, γιατί ο μουσαφίρης, όποιος και αν ήταν αυτός, ήταν και είναι ιερός.

Θυμάμαι τη μητέρα μου, την Ελένη, και όλες τις γυναίκες του σογιού, να πλένουν το μαλλί, να το γνέθουν, να το βάφουν, να το «ιδιάζουν», να το περνούν στον αργαλειό και να υφαίνουν, με τις ώρες, με τις μέρες.

Και να τελειώνουν οι «φλοκιαστές», οι «στρώσες», οι «μπάντες», και όλα τα άλλα που κοιτώντας τα να μην μπορείς να πιστέψεις πως ανθρώπινα χέρια μπορεί να έφτιαξαν έτσι τα σχέδια σαν να τα ζωγράφισαν με πινέλο και με ένα τρόπο που θα ήταν από τα πιο δύσκολα μαθήματα σήμερα σε σχολές.
Και πόσο παράξενο ήταν το ότι όλες ένοιωθαν ότι έπρεπε να δουλέψουν στον αργαλειό, στο κέντημα και το πλέξιμο και ας κουράζονταν τόσο.
ʼγραφος κανόνας, όπως τόσοι και τόσοι.

Να φτιάχνουν τις περίφημες Συρρακιώτικες πίττες και να χρησιμοποιούν τη γάστρα δημιουργώντας φαγητά που δύσκολα τη νοστιμιά τους θα τη βρεις σήμερα.

Και μετά οι γάμοι με την μοναδική διάρθρωση, τα προκαθορισμένα στάδια και την ιεροτελεστία. Στήναμε τις τέντες, με τις μαντανίες στις πλάτες για την μεταμεσονύκτια υγρασία, τα ξύλινα τραπέζια, τις καρό ποδιές που μας φορούσαν για να βοηθήσουμε, τα καζάνια, τα συγκεκριμένα φαγητά, τα όργανα και ιδίως τα ηλεκτρόφωνα.

Τα γλέντια στη νύφη το Σάββατο και στο γαμπρό την Κυριακή. Και γλέντια να δουν τα μάτια. Δυό και τρεις σειρές χορευτών και χορός ως το πρωί. Και για μέρες. Τα βαριά τα τσάμικα, είναι και πιο κοντά στο Ξηρόμερο που είναι επηρεασμένα τα Συρρακιώτικα, και εκείνους τους ωραίους βλάχους με το τσιγκελωτό μουστάκι που χόρευαν «στον τόπο» και αναρωτιόσουν πως είναι δυνατό να χορεύει το σώμα, χωρίς να χορεύει. Και τους άλλους χορούς που μετέφεραν τους χορευτές και τους καλεσμένους, νοερά, στο «χοραστάσι» του χωριού τους.
Και τα τραγούδια, στα «βλάχικα» και στα ελληνικά, με τον αργό ρυθμό τους, να εξιστορούν τόσα και τόσα από την ζωή των προγόνων και τη δική τους.
Αλλά και τα μοιρολόγια, που σε λίγες μεριές της χώρας μπόρεσα να βρω ανάλογα. Που να σου μεταδίδουν τόσο έντονα τον πόνο του παντοτινού αποχωρισμού.

Θυμάμαι επίσης τον μπάρμπα Σωτήρη Κατωγιάννη, με το μπακάλικο, που πηγαίναμε για τα καθημερινά ψώνια εκεί μπροστά από το «βλάχικο» δημοτικό σχολείο (8ο Δημοτικό Σχολείο Πρέβεζας σήμερα), που μαζευόμασταν για μπάλα με τα παιδιά που κατάγονταν από το χωριό.
Εκείνο τα γραφικό μαγαζί, που σαν και τα άλλα της εποχής εκείνης, ήταν κέντρο συνεύρεσης των συμπατριωτών και στο άλλο μισό του ήταν καφενείο, για κουβέντα, τσίπουρο και δηλωτή.

Και τα άλλα Συρρακιώτικα καφενεία, που αναζητούσαμε τους συγγενείς όταν τους χρειαζόμασταν.
Μα και τα Συρρακιώτικα μαγαζιά της Πρέβεζας, του Ευαγγέλου, των Αδελφών Αυδίκου, των Αδελφών Μπίτσιου και άλλων, που συνήθως εκεί θα ψωνίζαμε τα παπούτσια, τα γλυκά και τα χρειαζούμενα.
Θυμάμαι επίσης τον μπάρμπα Αντρέα Κοτίκα, πίσω από το σπίτι της γιαγιάς, με την «χαμάλα», την συνέχεια των οδηγών των κοπαδιών και τον προάγγελο των αυτοκινητιστών Συρρακιωτών, να πηγαινοφέρνει πράγματα και εμείς κρυφά να ανεβαίνουμε για λίγο πάνω, όταν ήταν ελεύθερος.

Επίσης τον πατέρα μου να μιλάει για το μεγάλο κοπάδι του άλλου σογιού μου, τα άλογα που ανήκαν στη γιαγιά μου και την απίστευτη άνοδο και κάθοδο των Κτηνοτρόφων στο χωριό, το στήσιμο του κονακιού στην Ταράνα, το άρμεγμα, τον κούρο, το σκάρο και τις άλλες δουλειές, μα και τις αρρώστιες των ζωντανών που πολλές φορές έφερναν την καταστροφή.

Επίσης το πώς το γονίδιο των Συρρακιωτών τους ώθησε στην αυτοκίνηση, στα φορτηγά, τα αστικά και τα λεωφορεία, όπως και εκείνον.
Και πως, αφού έζησαν στην Πρέβεζα, κάτι έσπρωχνε πολλούς προς το μεγαλύτερο αστικό κέντρο, τα Γιάννινα.
Και αρκετούς να θέλουν να παντρέψουν εκεί τις κοπέλες τους, γιατί φαίνονταν ότι θα ήταν καλύτερο το ριζικό.

Και άλλους συγγενείς μου, σαν τον μπάρμπα Χρήστο Κατσάνο, με εκατοντάδες πρόβατα στον «Ασύρματο», να μου λέει ιστορίες με ένα μοναδικό τρόπο για εκείνο τον κόσμο.

Ή τους θείους μου Γιώργο Μπέλλο, να διηγείται πως οργάνωνε τα γλέντια των Συρρακιωτών, στη Φανερωμένη και τον Ελαιώνα και τον Σταύρο Βαγγέλη να περιγράφει την τέχνη των τυροκόμων .

Τη μητέρα μου επίσης να μας στέλνει την Πρωτοχρονιά να μαζέψουμε τη «μπόσκα» για να τη ρίξουμε στη στέγη, αλλά και τις χαρακτηριστικές φωλιές για τις κότες στα σκουριασμένα στρατιωτικά κράνη, απομεινάρια του πολέμου, όπως και τα κιβώτια των πολεμοφοδίων που έγιναν «κασέλες» και αντικείμενα αποθήκευσης.
Και κάθε Πάσχα πολύ κόσμο στην Αγία Ειρήνη, το σημερινό και για τις τελευταίες δεκαετίες τόπο αναφοράς των Συρρακιωτών, να εύχονται χρόνια πολλά, στην ελληνική και στα «βλάχικα» και να παίρνουν το δρόμο για το σπίτι με τα πόδια οι κοντινότεροι, και τις λαμπάδες στο χέρι να φαντάζουν σαν πυγολαμπίδες, ώστε να κάνουν το σταυρό με τον καπνό πάνω από την πόρτα.
Μα και τόσους Συρρακιώτες να βοηθούν στο χτίσιμο και τη διαμόρφωση της νέας εκκλησιάς τους και τον παπά Αλέκο να τους καθοδηγεί.

Θυμάμαι και άλλα πολλά.
Και τα θυμάμαι γιατί με μάγεψαν.
Και ένοιωσα ότι αναπνέω μέσα από τα Παραδομένα και μ’ αρέσει να μαθαίνω μέσα από τα διαβάσματα, τα μελίσματα και τα ακούσματα των παραπάνω, αλλά και πολλών άλλων.
Και αφού δεν μπορούσα να ζήσω τίποτα από τα παραπάνω ξανά, μου έμενε μόνο ένα που μπορούσε να συνεχιστεί. Να τα χορέψω. Και να τα χορέψω για να ηρεμώ, να χαίρομαι και να λυπούμαι.

Και μετά γίναμε δάσκαλοι για να τα συνεχίσουμε.
Θεωρώ ότι δεν θα χρειάζονταν να διδάσκουμε βήματα και χορούς, αν ζούσαμε τα παλιά χρόνια.
Δάσκαλοι γίναμε όταν αυτά τελείωσαν με τον τρόπο που δημιουργήθηκαν και συντηρήθηκαν.

Όταν σταμάτησαν να αποτελούν μέρος της καθημερινότητας.
Τότε που ο παππούς μάθαινε στο γιο και τον εγγονό απευθείας το χορό, το τραγούδι και ότι άλλο χρειάζονταν.
Και αφού σταμάτησε αυτή η φυσιολογική διαδικασία, έμενε σε όποιον πιστεύει στη δύναμη των Παραδομένων, να τα μάθει και να τα συνεχίσει.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω κάποιες περιπτώσεις που πάντα θα δίνουν τον τόνο της αισιοδοξίας και της αξίας αυτών που παραδόθηκαν και την απόδειξη ότι όσο και αν είναι αναπόφευκτη η εξέλιξη, η ουσία και η δύναμή τους θα αποτελεί σημαντικό εφόδιο στην καθημερινότητα και στη διαμόρφωση του μέλλοντος των σημερινών Συρρακιωτών.

Πως μπορείς να πεις ότι όλα τελείωσαν, όταν τόσα παιδιά που γεννήθηκαν στην Πρέβεζα και κατάγονται από το Συρράκο, επανδρώνουν το Τμήμα Παραδοσιακών Χορών του Συνδέσμου Συρρακιωτών Πρέβεζας και συχνά πυκνά χορεύουν εξαιρετικά πάνω στα Παραδομένα χνάρια στην Πρέβεζα, την Ελλάδα και αλλού, μα ιδίως στο χωριό στα πανηγύρια του καλοκαιριού;
Ή όταν ο ΣΣΠ αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά και δημιουργικά κύτταρα της Πρέβεζας;
Ή το ότι η Αγία Ειρήνη αποτελεί έναν τόπο που ενώνει τους Συρρακιώτες σήμερα και την στηρίζουν σα σπίτι τους;
Ή όταν ακόμα, στις μέρες μας, 11/8/2007, στην Αγία Φανερωμένη, τον πρώτο ιερό τόπο- σύμβολο των Συρρακιωτών όταν έρχονταν στην Πρέβεζα, ο Συρρακιώτης Χρήστος Δ. Κατσάνος βάφτισε την κόρη του εκεί, θέλοντας να δώσει σαν εφόδιο στην καινούρια της αρχή, κάτι από τη αγιοσύνη και τη μαγεία του τόπου.

Παρατίθενται λοιπόν στοιχεία της μουσικοχορευτικής κληρονομιάς τους (χοροί, τραγούδια) καθώς και ορισμένες από τις πολλές στιγμές και περιπτώσεις που έχουν σχέση με την Κληρονομιά αυτή (πανηγύρια, γάμοι, φορεσιές) με χρονικό επίκεντρο τον 20ο αιώνα και ιδίως το δεύτερο μισό του, κατά κύριο λόγο.

ΠΗΓΕΣ ΑΝΤΛΗΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την σημαντική συμβολή τους στην συλλογή των παραπάνω στοιχείων:
Τους γονείς μου Χρήστο Γκαρτζονίκα και ιδιαίτερα την μητέρα μου Ελένη Γκαρτζονίκα- Μπάσμπα που συνέδραμε στην καταγραφή πολλών στοιχείων
Την γιαγιά μου Όλγα Μπάσμπα, στην οποία αφιερώνω και την εργασία αυτή.
Τους Γιάννη και Θεόδωρο Μπάσμπα, Σταύρο και Αθηνά Βαγγέλη.
Τον Γιάννη Πουλιάνο για το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο που μας διέθεσε.
Και όλους τους Συρρακιώτες που μας άνοιξαν τις πόρτες και τις καρδιές τους.

Στοιχεία επίσης αντλήθηκαν από:
«ΣΥΡΡΑΚΟ, πέτρα- μνήμη- φως», εκδ. Πνευματικό Κέντρο Συρράκου.