Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 22 Οκτωβρίου 2019
Πολιτισμός Μουσικοχορευτική παράδοση Οι άλλες πληθυσμιακές ομάδες Η μουσικοχορευτική παράδοση των Συρρακιωτών της Πρέβεζας Χοροί και στοιχεία της παράδοσης Ήπειρος Νομός Πρεβέζης

Συρρακιωτάκια
(Φωτογραφία: αρχείο Στ. Βαγγέλη)
Παιδιά στο σχολείο
(Φωτογραφία: αρχείο Ε. Γκαρτζονίκα)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Εισαγωγή
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Νομός Πρεβέζης
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

11/12/2007
Νανουρίσματα - Μοιρολόγια

Αρχείο Ελληνικού Χορού

© Αρχείο Ελληνικού χορού
προεπισκόπηση εκτύπωσης

του Ηλία Χ. Γκαρτζονίκα
Καθηγητή Φυσικής Αγωγής



Εκπληκτικά δείγματα τραγουδιών μας δίνουν οι Συρρακιώτες για τις δύο ακραίες στιγμές της ζωής τους, της γέννησης και του θανάτου.
Ιδίως όσων αφορά στα μοιρολόγια, δύσκολα κάποιος δεν έχει λυγίσει ακούγοντάς τα, έστω και αν δεν έχει σχέση με το θλιβερό γεγονός.
Ορισμένα από αυτά είναι τα παρακάτω:

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ:
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο
Μικρό μικρό σου το ‘δωσα μεγάλο φέρε μου το
Έλα ύπνε αγάλι αγάλι απ την πόρτα τη μεγάλη
Έλα ύπνε ύπνωσέ το και γλυκά αποκοίμισέ το
Κοιμήσου και παρήγγειλα στην πόλη τα προικιά σου
Στη Βενετιά του ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου
Νάνι του νανάκια του, ύπνος στα ματάκια του

ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ:
Σου παραγγέλλω μαύρη γη κι αραχνιασμένο χώμα
Αυτούς τους νιούς που στείλαμε να μη τους αραχνιάσεις
Και τα σγουρά τους τα μαλλιά να μη τους τα χαλάσεις.
Βάλ’ τους να φαν’ βάλ’ τους να πιουν, βάλ’ τους να τραγουδήσουν.
‘μένα με λένε μαύρη γης κι αραχνιασμένο χώμα,
που τρώω τους νιους και χαίρομαι, τις νιες και καμαρώνω.
Παίρνω τους νιους απ’ το χορό, τις νιες απ’τα τραγούδια..

ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΔΕΝ ΦΟΒΗΘΗΚΑ ΣΑΝ ΤΗ ΣΗΜΕΡΝΗ ΜΕΡΟΥΛΑ
Που ακούω τα φτυάρια να βροντάν και τα τσαπιά που σκάβουν
Που ακούω και το σήμαντρο που κράζει το όνομά μου.
Μάστοροι που δουλεύεται που φτιάχνετε το κιβούρι
Σκάψτε βαθιά σκάψτε βαθιά, σκάψτε καμαρωμένα.
Να κάτσω ορθός να ντύνομαι, να διπλωθώ να κάτσω.
Και στη δεξιά μου τη μεριά ν’ αφήστε παραθύρι.
Να μπουν να βγούνε τα πουλιά της ʼνοιξης τ’ αηδόνι.
Να δω πότε είναι ʼνοιξη και πότε καλοκαίρι.

ΈΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ ΠΕΡΑΣΕ ΣΕ ΠΗΡΕ ΣΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ
Ουδέ σε δέντρο ακούμπησε, ουδέ σ’ ελιάς κλωνάρι.
Μον’ πήγε και ακούμπησε της εκκλησιάς την πόρτα.
Κι ο χάρος τον περίμενε σε γρίβο καβαλάρι.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέρους από πίσω.
Παρακαλούν οι γέροντες κι οι νέοι γονατίζουν
Για να τους παν από χωριό και από την κρύα βρύση
Ούτ’ από χωριό τους πήγαινε, ούτ’ από κρύα βρύση.
Παν’ οι μανάδες για νερό γνωρίζουν τα παιδιά τους.
Είναι παιδιά που παίζουνε γνωρίζουν τους γονείς τους.