Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 16 Οκτωβρίου 2019
Πολιτισμός Μουσικοχορευτική παράδοση Οι άλλες πληθυσμιακές ομάδες Η μουσικοχορευτική παράδοση των Συρρακιωτών της Πρέβεζας Χοροί και στοιχεία της παράδοσης Ήπειρος Νομός Πρεβέζης

Συρρακιώτισες με τα «καλά» τους

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Εισαγωγή
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Νομός Πρεβέζης
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

11/12/2007
Η φορεσιά

Αρχείο Ελληνικού Χορού

© Αρχείο Ελληνικού χορού
προεπισκόπηση εκτύπωσης

του Ηλία Χ. Γκαρτζονίκα
Καθηγητή Φυσικής Αγωγής



Η ΦΟΡΕΣΙΑ.
«Όλη μέρα, τα καλοκαίρια, βρίσκονταν σε κίνηση.
Όταν δεν διάβαζε στις ρεματιές, γύρναε άσκοπα μες στο χωριό ή άκουγε τους μαραμπάδες πού ανιστορούσαν στο μεϊντάνι οι γερόντοι.
Ανεβοκατεβαίνοντας σ' όλα τα καλντερίμια, στέκονταν όπου έβλεπε τις γυναίκες να υφαίνουν στους αργαλειούς τα χειμωνιάτικα λάρια.
Εκεί όμως πού χασομέραε περσότερο ήταν έξω από τ' αργαστήρια.
Οι άνυφαντήδες κι οι χρυσοκεντιστάδες, για δροσιά, δούλευαν έξω, στη ρούγα, κάτω απ' τα δέντρα· κι ήταν χαρά των ματιών να βλέπεις πώς έπαιζαν τα δάχτυλα, πλουμίζοντας με χρυσάφια και με τιρτίρια τα ξόμπλια τους».
(Μ. Περάνθη «Ο Τσέλιγκας» όπου περιγράφεται ως μυθιστόρημα ο βίος του Συρρακιώτη ποιητή του «Βουνού και της Στάνης» Κώστα Κρυστάλλη)

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ.
Μετά από τις πλεχτές φούστες και «πόλκες» οι κοπέλες στο σπίτι φορούσαν λουλουδάτες φανελένιες ρόμπες το χειμώνα με πετο- γιακά, κουμπιά μέχρι κάτω και δύο τσέπες ή καρώ με άλλο ειδικό ύφασμα. Από μέσα φορούσαν μπλούζα με λαιμόκοψη. Στα πόδια αφού έβγαλαν τις μάλλινες κάλτσες φόρεσαν «χουλαχούπ» (μπεζ κάλτσες) και από πάνω πλεχτές κοντές κάλτσες μέχρι τη γάμπα (σοσονάκια). Για καλό ντύσιμο φορούσαν φορέματα κόκκινα – πράσινα – μπλε – καφέ – κεραμιδί. Τα καλά υφάσματα ήταν μεταξωτά, ζορζέτα και αργότερα τα «μπροκάρ». Το καλοκαίρι «τσιτάκια» για κάθε μέρα και αργότερα φούστες από τσόχα, φορέματα από βελούδο, μπροκάρ κα. ʼρχισαν σταδιακά να κόβουν τα μαλλιά που τα είχαν κοτσίδες και τα έκαναν περμανάντ ή ρολό όποια δεν τα είχε κόψει. Έβγαλαν το «φακιόλι» που ήταν άσπρο μαντήλι το οποίο φορούσαν κάθε μέρα, καθώς και το μαύρο μαντήλι με την κλάρα που το έδεναν πεταλούδα. Φόρεσαν παρδαλά φορέματα, φουρό εσωτερικά για να «φουσκώνει» το εξωτερικό φόρεμα και ψιλό λεπτό τακούνι στα πέλματα.

Συρρακιώτισες μες τα «καλά» τους
Οι ηλικιωμένες γυναίκες αφού έβγαλαν τις μάλλινες φούστες, φόρεσαν το «ντρίλι», που ήταν μαύρο ύφασμα με ρίγα μαύρη ή καφέ στην ύφανση. Ήταν αμάνικο και με τρία κουμπιά μπροστά. Από τη μέση και κάτω είχε πιετούλες και 15 πόντους περίπου κάτω από τη μέση δίπλωναν και γάζωναν το ύφασμα γύρω – γύρω, 5 πόντους περίπου. Αυτό λέγονταν (πόστα). Από τα κουμπιά προς τα αριστερά 10 πόντους, περίπου ήταν ανοιχτό και το έκλειναν με μία κόπτσα που λέγονταν «τοκάδι».
Από πάνω φορούσαν πόλκα. Ποδιές ριγέ, σκούρες υφασμάτινες. Πλεχτές ζακέτες, στο χέρι ή στη μηχανή.
Κάλτσες μάλλινες στα πόδια. Παπούτσια λαστιχένια για κάθε μέρα, τα οποία είχαν κολλημένο και ένα φιογκάκι από πάνω, φτιαγμένο από το ίδιο λάστιχο, ή χωρίς αυτό.

ΑΝΤΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ
Οι άνδρες αφού έβγαλαν τις μπουραζάνες, φόρεσαν παντελόνια μάλλινα από «σκαλτερό» (χοντροσκούτι). Τα σακάκια ήταν από «δίμιτο». Μετά φόρεσαν παντελόνια υφασμάτινα. Τα σακάκια επίσης ήταν υφασμάτινα από «σκούλα» που ήταν σαν τσόχα. Επίσης ήταν φτιαγμένα και από άλλα υφάσματα. Τα πουκάμισα ήταν ριγέ μπλε- άσπρο και μαύρο-άσπρο με «παπαδίστικο» γιακά και κουμπιά μπροστά. Φορούσαν αμάνικο γιλέκο πλεχτό, συνήθως μπλε, που σχηματίζε «βε V» στο λαιμό (το έλεγαν και «μυτερό»), με σχέδια στο πλέξιμο. Οι κάλτσες ήταν μάλλινες και μακριές και τα παπούτσια σκαρπίνια.
Τα αγόρια παλιότερα φορούσαν τα μάλλινα κοντά παντελόνια που έφταναν ως κάτω από το γόνατο και ήταν υφαντά καρό μπλε ή κόκκινο, σκούρο ή ανοιχτό, με λεπτές γραμμές. Είχαν κουμπιά μπροστά και λουρί στη μέση. Το σακάκι που φορούσαν ήταν από δίμιτο και έβαζαν βελούδο στο γιακά που λέγονταν «θέλπα». Είχαν κάλτσες μάλλινες μέχρι το γόνατο με γιρλάντα ή ρίγες πάνω από τη γάμπα, και είχαν ένα σχοινάκι δεμένο στο τέλος το οποίο το έφερναν γύρω από το πόδι για να σφίγγει και να μην πέφτει η κάλτσα. Στα πέλματα φορούσαν παλιότερα τσαρούχια και αργότερα σκαρπίνια. Μετά φόρεσαν παντελόνια μπλέ μέχρι κάτω από το γόνατο από «ντρίλι», και αργότερα φτιαγμένο από άλλα υφάσματα. Τα παιδιά φορούσαν παλιότερα (με τα μάλλινα) πουκάμισο ριγέ με «παπαδίστικο» γιακά και αργότερα με κανονικό γιακά (όπως τα σημερινά). Μετά από τα 15 χρόνια τους, περίπου, φορούσαν μακριά υφασμάτινα παντελόνια, πουκάμισα με γιακά, σακάκι υφασμάτινο με πέτο - γιακά (σαν τα σημερινά). Το χειμώνα φορούσαν πλεχτά πουλόβερ κόκκινα , πράσινα , μπλε, καφέ σκούρο ή ανοιχτό με γιακά και κουμπιά μπροστά ή φερμουάρ 7-8 πόντους κάτω από το λαιμό.

Παλιότερα, από όταν περπατούσαν ως την ηλικία 4-5 χρονών περίπου, τα αγόρια και τα κορίτσια φορούσαν μάλλινα υφασμάτινα φορέματα. Ζωνάρι πλεχτό στη μέση με βελονάκι το οποίο από μέσα είχε σχέδια. Στο κεφάλι φορούσαν πλεχτή «κατσιούλα» (σκουφάκι) στο σχήμα του κεφαλιού, με κορδονάκια που να δένουν στο λαιμό και κάτω από αυτό, 7-8 πόντους περίπου, ήταν πλεχτό με σχέδιο «ψαροκόκαλο» και άλλα τρυπητά σχέδια.
Στα πόδια φορούσαν «πατουνάκια» πλεχτά με βελόνες ή βελονάκι.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για να μάθουν να περπατούν τα μικρά παιδιά έβαζαν δύο παράλληλους κοντούς πασσάλους με διάστημα δύο μέτρων περίπου, στο ύψος του παιδιού, με ένα ξύλο που τα ένωνε, για να πηγαίνουν πέρα δώθε και να συνηθίζουν.
Αργότερα τα κοριτσάκια φορούσαν πλεχτά φορεματάκια με σχεδιάκια στην πλέξη ή γιρλάντα κάτω. Κάλτσες μάλλινες πολλές φορές στη μέση της γάμπας. Οι πιο όμορφες κάλτσες ήταν άσπρες «ψαροκόκαλο» πλεγμένες και το τελείωμα ήταν κόκκινο κρεμέζι. Είχαν επίσης πλεχτές ζακετούλες.
Μετά φόρεσαν υφασμάτινα ρούχα. Φούστες από τσόχα, φορέματα βελούδινα κ.α.
Στα πόδια είχαν άσπρα κοντά καλτσάκια. Παπούτσια δερμάτινα ή λουστρίνι.
Καρώ φορεματάκια με σούρα στη μέση ή πιέτες.
Φανελένια εμπριμέ «τσιτάκια» το καλοκαίρι. Στα μαλλιά έδεναν φιόγκο κορδέλες άσπρες κόκκινες ή ροζ. Ο φιόγκος γίνονταν πάνω στο κεφάλι όταν ήταν κοντό το μαλλί ή κάτω στις κοτσίδες όταν υπήρχαν.

Στους βοσκούς χαρακτηριστική ήταν η κάπα με την κατσούλα (ταλαγκάνα) από τραγόμαλλο, της οποίας το ύφασμα που παρασκευάζονταν στον αργαλειό λέγονταν «καπρίνα».
Ήταν φημισμένη η Συρρακιώτικη κάπα και λέγεται ότι και ναύτες του Ναπολέοντα τις φορούσαν.
«Εκ των παραλίων της Αλβανίας και Ηπείρου ιδόντες τους ναύτας της Μεσογείου φορούντας τας καπότας των, επεχείρησαν αμέσως να ράψωσι και τοιαύτας προμηθευόμενοι το ύφασμα καπόταν και βλαχ. σκούτικο λεγόμενον, εκ των βλαχοχωρίων του Ασπροποτάμου, όπου κατασκευάζεται και σήμερον ακόμη περίφημον»
Τις κάπες τις έραβαν πρώτα και μετά τις έβαφαν, αφού ως τότε ήταν χρώματος γκρι.
Πάνω από την κάπα χρησιμοποιούσαν πολλές φορές λόγω των καιρικών συνθηκών άλλο ένα μεγάλο κομμάτι, σαν κάπα, για το οποίο χρησιμοποιούσαν στην κατασκευή του και λίγο πρόβειο μαλλί.