Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 20 Οκτωβρίου 2019
Πολιτισμός Μουσικοχορευτική παράδοση Οι άλλες πληθυσμιακές ομάδες Η μουσικοχορευτική παράδοση των Συρρακιωτών της Πρέβεζας Χοροί και στοιχεία της παράδοσης Ήπειρος Νομός Πρεβέζης

Γάμος Συρρακιωτών στην Πρέβεζα
Γλέντι Συρρακιωτών στην Πρέβεζα
Γάμος Σταύρου Βαγγέλη και Αθηνάς Μπάσμπα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Εισαγωγή
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Νομός Πρεβέζης
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

11/12/2007
Στοιχεία του γάμου στους συρρακιώτες της Πρέβεζας

Αρχείο Ελληνικού Χορού

© Αρχείο Ελληνικού χορού
προεπισκόπηση εκτύπωσης

του Ηλία Χ. Γκαρτζονίκα
Kαθηγητή Φυσικής αγωγής

Ο Γάμος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εκφάνσεις του βίου της παραδοσιακής κοινωνίας.
Επρόκειτο για μια κοινωνική λειτουργία η οποία στηρίζονταν στις αξίες τα πρότυπα και τις προτεραιότητες που έθεταν οι γενιές τις κάθε περιόδου αλλά και αυτές που προϋπήρξαν.
Ήταν μια διαδικασία που στηρίζονταν σε συγκεκριμένο τελετουργικό το οποίο ήταν γεμάτο συμβολισμούς και επιρροές που μας οδηγούν χιλιάδες χρόνια πίσω.
Ο Γάμος και το Πανηγύρι ήταν ο μοναδικός τρόπος διασκέδασης και ψυχαγωγίας της παραδοσιακής κοινωνίας των Συρρακιωτών.
Στο Συρράκο γινόταν πάντα καλοκαίρι και τούτο γιατί μόνο τότε ανταμώνανε όλοι οι Συρρακιώτες στο χωριό. Οι «Κτηνοτρόφοι» που γυρνούσαν από τα χειμαδιά και οι «Ραφτάδες» που επέστρεφαν από τις μεγάλες αγορές του εξωτερικού και της Ελλάδας όπου πουλούσαν τα εμπορεύματα τους.
Με την μόνιμη εγκατάσταση στην Πρέβεζα, κάποιες διαδικασίες μεταβλήθηκαν ή προσαρμόστηκαν στις καινούριες συνθήκες, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η ουσία της διαδικασίας και του γεγονότος.
ΠΡΟΞΕΝΙΟ
Η υποχρέωση για την αποκατάσταση των νέων ήταν καθήκον των γονιών και ιδίως των πατεράδων. Γι’ αυτή ίσχυε η προτεραιότητα αναλόγως της ηλικίας τους.
Η ηλικία των γυναικών που ήταν κατάλληλη για παντρειά ήταν συνήθως μετά το 15ο έτος της ηλικίας τους, αφού έχει ετοιμάσει την προίκα της, ενώ των αγοριών μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεών τους.
Τα περισσότερα συνοικέσια τελούνταν τις μέρες των πανηγυριών.
Τα πολλά πανηγύρια που γίνονταν εξυπηρετούσαν και τη σκοπιμότητα αυτή, δηλαδή να δουν και να σχεδιάσουν τα πιθανά προξενιά.
Η επιδίωξη όλων ήταν οι μελλόνυμφοι να προέρχονται από το Συρράκο.
Το προξενιό το έστελναν οι γονείς της κοπέλας στους γονείς του γαμπρού. Το αντίθετο ήταν υποτιμητικό.
Έτσι κάποιος συγγενής της κοπέλας αναλάμβανε, εν αγνοία της, να μεταφέρει το μήνυμα σε κάποιον αντίστοιχο του γαμπρού.
Αν απορρίπτονταν κρατιόνταν μυστικό για να μην εκτεθούν οι συγγενείς και η κοπέλα.
Αν συμφωνούσαν το ανακοίνωναν στον άλλο υπεύθυνο του προξενιού και μετά το πληροφορούνταν οι μελλόνυμφοι.
Στη συνέχεια συναντούνται οι γονείς και στενοί φίλοι των δύο μερών συνήθως στο σπίτι του γαμπρού για να συζητήσουν και να συμφωνήσουν το μέγεθος της προίκας
Πολύ παλιότερα, στην εποχή που οι Συρρακιώτες ήταν στο Συρράκο, συνέτασσαν και το προικοσύμφωνο.
Μετά τον αρραβώνα και αφού τα είχαν συζητήσει στο προξενιό, περίπου 10 άντρες, συγγενείς του γαμπρού, πήγαιναν στης νύφης για να τα καταγράψουν τα συμφωνηθέντα σε χαρτί. Πρώτα τα χρήματα και τα ζώα.
Η έκφραση ήταν πως «έριχναν στον τόμο τον ρουχισμό». Κατέγραφαν την ποσότητα των ρούχων που συμφωνήθηκαν και έλεγχαν αν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή αν έπρεπε να συμπληρωθεί αργότερα.
Δηλ. αν είχαν συμφωνήσει να υπάρχουν 4 σάρικες και υπήρχαν εκείνη τη στιγμή 2, έπρεπε σε καθορισμένο χρονικό διάστημα να συμπληρωθούν.

ΓΑΜΟΣ:
Προσκαλούσαν τον κόσμο προφορικά, δηλαδή δεν έκαναν προσκλήσεις. Πήγαινε ένας από σπίτι – σε σπίτι και έκανε τη δουλειά αυτή .

ΠΕΜΠΤΗ- προίκα:
Την Πέμπτη οι φίλες της νύφης πήγαιναν σπίτι της. Έκαναν στοίβα το προικιό (σε «γίκο») δηλαδή διπλωμένα τα υφάσματα κλπ , το ένα πάνω στο άλλο. Κάτω κάτω έβαζαν τα χοντρότερα και πιο πάνω τα λεπτότερα. Τις φλοκιαστές (κουβέρτες με φλόκο (βλαχ. τσιέργκα), τις βελέντζες (υφαντό ίσιο χωρίς φλόκο, βλαχ. σάσμα) τις στρώσες (χαλιά υφαντά), μαντανίες (λεπτό υφαντό που έστρωναν στα κρεβάτια με γιρλάντα στο πάνω και κάτω μέρος ή ρίγα) και μετά τα μαλλινοσέντονα (συνήθως έδιναν το μαλλί στα εργοστάσια και φτιάχνονταν με βαμβάκι και μαλλί, μπορεί να τα ύφαιναν και στο σπίτι σε μερικές περιπτώσεις). Από πάνω γέμιζαν με μαξιλάρια (συνήθως 3 ζευγάρια ύπνου και 1 ζευγάρι σε πιο εμφανές σημείο όρθιο)
Στο κάτω μέρος έβαζαν μαξιλάρια για άλλες χρήσεις που ήταν φτιαγμένα κεντημένα στον αργαλειό ή στο χέρι ή πλεχτά

Στα κρεβάτια άπλωναν τα κεντήματα, τα σεντόνια, τις μαξιλαροθήκες, τις πετσέτες τις ποδιές κ.α. Τα φορέματα τα τοποθετούσαν κρεμαστά. Ετοίμαζαν και τις πλεχτές κάλτσες (βλαχ. Τσιουρέπια) που προορίζονταν για δώρα στο σόι του γαμπρού. Μπορεί να ήταν 80-100-120 ζευγάρια, αναλόγως του πόσο μεγάλο ήταν στο σόι του.

Στα χαρακτηριστικά των προκαθορισμένων διαδικασιών συγκαταλέγεται και «η κασέλα»
Η κασέλα είναι ένα ξύλινο μακρόστενο, παραλληλόγραμμο κιβώτιο, με κάλυμμα που ανοιγόκλεινε, στο οποίο φύλασσαν τακτοποιημένα ρούχα και υφάσματα.
Οι συγγενείς του γαμπρού ανέκαθεν την έπαιρναν μαζί με τα προικιά από τη νύφη, ως σχεδόν το 1955.
Στην πάνω δεξιά μεριά (της στενής πλευράς) είχε ένα παταράκι, σαν κουτάκι, 7-8 εκατοστών πλάτους και ύψους που λέγονταν «παράκλα» και από την αριστερή πλευρά, ένα σανιδάκι καρφωμένο για να στηρίζει το κάλυμμα της κασέλας όταν ήταν ανοιχτή.
Όταν η κασέλα σταμάτησε να αποτελεί μέρος της προίκας, αντικαταστάθηκε από καλοφτιαγμένη ντουλάπα.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Την Παρασκευή έρχονταν οι συμπέθεροι (σόι του γαμπρού) για να πάρουν την προίκα σε παϊτόνια, σε «χαμάλες», σε κάρα, ή μικρά φορτηγά.
Αυτή απλώνονταν και μερικά κρέμονταν στα πλάγια για να φαίνονται. Αφού τα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, η μητέρα του έριχνε ρύζι και τα έκαναν πάλι στοίβα (γίκο). Απαραίτητη όμως προϋπόθεση ήταν να πάρουν πρώτα το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό. Αν αυτό δεν παραλαμβάνονταν, μπορεί να χαλούσε και ο γάμος..

ΣΑΒΒΑΤΟ - νύφη
Το βράδυ του Σαββάτου γίνονταν το γλέντι στην νύφη. Η οικογένεια του κάθε προσκεκλημένου έφερνε ένα «πόδι» κρέας πρόβειο (ένα τέταρτο του ζώου) και από ένα ταψί ψωμί. Μερικοί έφερναν και κρασί. Πριν έρθουν τα όργανα τραγουδούσαν με το στόμα οι άντρες και οι γυναίκες σε αντιφώνηση (μία φορά οι γυναίκες και μία οι άντρες). Τραγούδια καθιστικά περισσότερο.
Όταν έλεγαν χορευτικό τραγούδι, το χόρευαν. Μετά έρχονταν τα όργανα-, οι κομπανίες. Συνήθως ήταν οι αυτές του Λάζαρου (από τη Στεφάνη, «Κατζά»), του Τζάρα (από την Πρέβεζα), του Νταή (από το Μέτσοβο) και των Γεροδημαίων. Έμπαιναν στο χορό ανά παρέες, συνήθως ανά οικογένειες. ʼντρες και γυναίκες μαζί (πιο ελεύθερα όχι όπως στο πανηγύρι στον προκαθορισμένο διπλοκάγγελο ή τριπλοκάγγελο χορό). Ένας είχε την ευθύνη για να κρατά και να δίνει τη σειρά για το χορό. ʼλλος ήταν υπεύθυνος για το φαγητό και λέγονταν κελαρτζής. Έκοβε το κρέας που έφερναν οι καλεσμένοι σε μερίδες και το τσιγάριζαν στο ταψί. Μετά έβαζαν τρία καζάνια στη φωτιά και το έβραζαν. Το ένα σούπα με ρύζι, το άλλο στιφάδο και το άλλο πατάτες ή φασολάκια.

Το γλέντι πραγματοποιούνταν σε ένα κατάλληλα διαμορφωμένο σημείο. Έβαζαν «τέντα» ολόγυρα, οι οποία ήταν μεγάλη τράγινη κουβέρτα, χρώματος ριγέ μαύρο και γρι, ενώ συμπλήρωναν με άλλες κουβέρτες.

Εσωτερικά της κάθονταν γύρω-γύρω σε καθίσματα τα οποία ήταν ενωμένα. Ήταν φτιαγμένα από καλάμια ή σανίδες που στηρίζονταν σε πασσάλους. Μπροστά, πάλι γύρω-γύρω ενωμένα, ήταν τα τραπέζια, τα οποία ήταν πάλι από σανίδες. Στα καθίσματα έστρωναν μάλλινες κουβέρτες, μαξιλάρια και ότι άλλο ανάλογο είχαν. Στα τραπέζια δεν έστρωναν κάτι πάνω.
Πριν το φαγητό έρχονταν το συμπεθεριό (συγγενείς του γαμπρού) αποτελούμενο από 10-15 περίπου άτομα. Στρώναν το τραπέζι και αφού τελείωναν το φαγητό τραγουδούσαν το τραγούδι «Σε τούτη τάβλα που ‘μαστε» σε δύο παρέες, μία φορά η μία και μία φορά η άλλη.
Το φαγητό το τοποθετούσαν 2 άτομα στα πιάτα. Πρώτα σερβίρονταν το ρύζι. Νέα παιδιά (5-6 άτομα) που φορούσαν καρώ άσπρο-κόκκινο ποδιά (και λιγότερο μπλε άσπρο), κάθονταν στη σειρά και ο ένας έδινε στον άλλο το πιάτο, ώσπου να φτάσει στο τραπέζι. Εκεί κάποιος μεγαλύτερος είχε την ευθύνη σε ποιόν θα δοθεί , αναλόγως τη σειρά. Μόλις τελείωνε το πρώτο πιάτο, μάζευαν τα σκεύη και τα έπλεναν ώστε να χρησιμοποιηθούν στο δεύτερο πιάτο. Το ίδιο και στο τρίτο. Στο τέλος, στο τέταρτο, σερβίρονταν το κρέας. Έπιναν και κρασί ή ούζο. Χαρακτηριστικά ο κελαρτζής έλεγε ότι «δεν φτάνει το ένα, δεν φτάνει το άλλο», για να μην μεθύσουν.
Στη αρχή χόρευε το σόι της νύφης.
Όταν έρχονταν οι συμπέθεροι, μαζί με το γαμπρό, τον κουμπάρο (νουνό τον έλεγαν) κλπ, τους έβαζαν στην καλύτερη θέση και τους κερνούσαν λουκούμια και ούζο.
Μετά χόρευαν οι συμπέθεροι μαζί με τη νύφη. ʼρχιζαν το χορό με το Συγκαθιστό («συγκαστό» το λένε οι Συρρακιώτες)
Η νύφη πιάνονταν με μαντήλι από το χέρι του γαμπρού. Οι άλλοι από έξω για να τους κάνουν να πιαστούν από τα χέρια τους, έπαιρναν το μαντήλι, αλλά η νύφη είχε μαζί της 5-6 μαντήλια.
Αφού χόρευαν όλοι οι συμπέθεροι έφευγαν και το γλέντι συνεχίζονταν μέχρι το πρωί.
Τα όργανα τα πλήρωνε και τα έστελνε στη νύφη ο γαμπρός.
Στο γλέντι της νύφης συνέβαινε και τούτο. Υπήρχε στην Πρέβεζα μια ομάδα νέων ανδρών που τους έλεγαν «ΕΟΚΑ», και συνήθως ήθελαν να φάνε. Πήγαιναν λοιπόν σε πολλούς γάμους, απρόσκλητοι. έξω από την «τέντα». Όταν κάποιος από μέσα τους αντιλαμβάνονταν ρωτούσε φωναχτά: «δεν ήρθε η ΕΟΚΑ;». Σφύριζαν αυτοί από έξω και ένας από μέσα, από τις χαραμάδες που είχε η τέντα , τους έδινε να φάνε και να πιούνε.

ΚΥΡΙΑΚΗ- ο γάμος
Ο γάμος γινόταν συνήθως μετά το μεσημεριανό, νωρίς το απόγευμα. Ένας λόγος ήταν ότι μετά θα γίνονταν τραπέζι στους προσκεκλημένους
Αργότερα γίνονταν το πρωί, μετά την εκκλησία. Ένας λόγος ήταν ότι είχε αρχίσει η «μόδα» να φεύγουν τα νιόπαντρα για νυφικό ταξίδι και δεν ακολουθούσε «τραπέζι»
Οι περισσότεροι γάμοι γίνονταν στη Μαργαρώνα και λιγότεροι στη Φανερωμένη, ενώ δεν έλειπαν οι περιπτώσεις που γίνονταν στέφανα και στο σπίτι.
Αν ο γαμπρός ήταν από μακριά τα στέφανα γίνονταν στο μέρος της νύφης.
Το πρωί της Κυριακής ετοιμάζονταν φαγητά για το μεσημέρι. Μετά τα όργανα πήγαιναν στο γαμπρό. Όλο μαζί το συμπεθεριό (του γαμπρού) με τα όργανα πήγαιναν στο νουνό για να τον πάρουν.

Όταν ντύνονταν η νύφη, πιο παλαιά, κρατούσε στην ποδιά της ασημένιο δίσκο. Ο πατέρας έριχνε στο κεφάλι της σταυρωτά λίγο κρασί. Μετά οι υπόλοιποι σταύρωναν με κέρματα το κεφάλι της και τα έριχναν στο δίσκο.
Έλεγαν και το τραγούδι, «ευχήσου με μανούλα μου τώρα στο στόλισμά μου…». Πιο παλαιά οι νύφες φορούσαν φορέματα κόκκινα ή μπλε. Όταν ήταν κόκκινο το φόρεμα φορούσε μπλε ποδιά κεντημένη με δαντέλα γύρω-γύρω και όταν ήταν μπλε το φόρεμα ήταν κόκκινη η ποδιά. Στην αριστερή πλευρά, 7-8 πόντους κάτω από τη μέση, καρφίτσωναν ένα τριγωνικά διπλωμένο μαντήλι. Το κρατούσε η νύφη ακουμπώντας το με τα δάχτυλα στην πάνω μεριά του. Στο κεφάλι φορούσαν Γιαννιώτικο μαντήλι μαύρο με «κλάρα», δεμένο «πεταλούδα». Το στερέωναν με καρφίτσες που είχαν μαύρο «κεφαλάκι». Φυσικά η νύφη είχε κοτσίδες μέχρι τη μέση και πιο κάτω. Στα πόδια φορούσαν κάλτσες αγοραστές και παπούτσια, άλλες με λουράκι και άλλες γόβα.
Στα μετέπειτα χρόνια, οι νύφες φορούσαν άσπρο φόρεμα, πέπλο, κραγιόν και τα μακριά μαλλιά που δεν τα είχαν κόψει ακόμα, τα μάζευαν μπούκλες γύρω στο δάχτυλο και τα έπιαναν με τσιμπιδάκι. Επίσης τα έκαναν ρολό.
Η νύφη τα βλέφαρα δεν τα σήκωνε και κοιτούσε όλο κάτω.

Ο γαμπρός φορούσε κοστούμι μπλε, ριγέ πουκάμισο και σκαρπίνια παπούτσια (παλιότερα δεν φορούσαν γραβάτα, η οποία προστέθηκε αργότερα).
Ένα αγοράκι 10-15 χρονών περίπου είχε ένα ασημένιο δίσκο στο κεφάλι και το κρατούσε με τα χέρια. Μέσα είχε τα στέφανα μέσα σε ρύζι και κουφέτα και ότι άλλο χρειάζονταν. Από πάνω ήταν σκεπασμέ'νο με φανταχτερό πανί. Ο γαμπρός πήγαινε στο τέλος του «συμπερθιακού» όπως το έλεγαν. Τα όργανα τραγουδούσαν στο δρόμο διάφορα τραγούδια. Όταν έφταναν στη νύφη έλεγαν το «Ξύπνα περδικ(λ)ομάτα μου κι ήρθα στο μαχαλά σου…». Ο «Βλάμης» που ήταν φίλος του γαμπρού έβαζε τα παπούτσια στα πόδια της νύφης.
Μετά πιάνοντας αγκαζέ τη νύφη από τη μία μεριά ο πατέρας και από την άλλη η μάνα έβγαιναν έξω από την πόρτα. Τότε γυρνούσε η νύφη προς την πόρτα και προσκυνούσε 3 φορές (έσκυβε λίγο). Η μάνα της έριχνε ρύζι και κουφέτα που είχε σ’ ένα πιάτο και το έσπαγε στο έδαφος.
Μετά την έπιαναν πάλι αγκαζέ 2 νέα άτομα, τα αδέλφια αν είχε ή στενός συγγενής. Τα όργανα έλεγαν το (αφήνω γεια μανούλα μου). Πολλοί έκλαιγαν γιατί έφευγε η νύφη από τους δικούς της. Όταν έφταναν στην εκκλησία την έπιαναν από δεξιά αγκαζέ ο γαμπρός και αριστερά ο νούνος. Αφού γίνονταν τα στέφανα ξεκινούσαν για το σπίτι του γαμπρού. Τα όργανα , τα νιόγαμπρα και όλοι οι συμπέθεροι.

Όταν έφταναν τα όργανα στο καινούριο σπίτι (του γαμπρού) έλεγαν το «έβγα κυρά-κυρά και πεθερά για να δεχτείς την πέρδικα…». Έβγαινε η πεθερά με ένα πιάτο που περιείχε ρύζι και κουφέτα, τα οποία έριχνε πάνω στα νιόγαμπρα. Η νύφη με το τακούνι έσπαγε το πιάτο και μετά έμπαινε μέσα. Μετά έβαζαν τη νύφη στο χορό. Στην παραδομένη διπλή σειρά με μέσα τις γυναίκες και έξω τους άντρες, ο γαμπρός χόρευε και κρατούσε για χορό όλους του άντρες και ανάλογα η νύφη τις γυναίκες. Κατόπιν οι συγγενείς της νύφης έφευγαν, για να γυρίσουν λίγοι από αυτούς (10 –15) το βράδυ να συμμετάσχουν στη «χαρά». Όποιος είχε την οικονομική άνεση κρατούσε τα όργανα και για το βράδυ. Αν δεν την είχε, συνεχίζονταν το γλέντι με γραμμόφωνο, ηλεκτρόφωνο και «με το στόμα».
Όπως γίνονταν το γλέντι στη νύφη το Σάββατο το βράδυ τα ίδια γίνονταν και στο γαμπρό την Κυριακή το βράδυ.
Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια του γλεντιού δίπλα από τη νύφη κάθονταν πάντα μια γυναίκα, που μπορεί να ήταν η αδερφή της (αν είχε) ή κάποια ξαδέρφη της.
Τη Δευτέρα «έστρωναν το κρεβάτι» και τακτοποιούσαν τα πράγματα στις θέσεις τους.
Μόλις έστρωναν το κρεβάτι έριχναν πάνω ένα αγοράκι μικρό για να κάνει η νύφη αγόρι.
Τα πιο πολλά δώρα του γάμου ήταν χαλκώματα. Ταψί, κατσαρόλα, νταβάς, σουρωτήρι (κυψέ), γκιούμι (σκεύος με χερούλι με κάλυμμα για νερό) – κανάτα (βλαχ. ουάλα) και γυαλικό.
Στους αυστηρά προβλεπόμενους άγραφους κανόνες, ιδίως σε ότι αφορούσε, στη νύφη περιλαμβάνονταν και ο τρόπος που εκφωνούσε τους καινούριους συγγενείς.
«Πατέρα» τον πεθερό, «μάνα» τη νύφη, «αφέντη» όλους τους άρρενες, «κυρά» όλες τις γυναίκες.
Απαντούσε πάντα με το «όρσε» (ορίστε) όταν την καλούσαν και απαγορεύονταν να περάσει μπροστά από τους καθιστούς άντρες.