Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 14 Οκτωβρίου 2019
Πολιτισμός Μουσικοχορευτική παράδοση Οι άλλες πληθυσμιακές ομάδες Η μουσικοχορευτική παράδοση των Συρρακιωτών της Πρέβεζας Χοροί και στοιχεία της παράδοσης Ήπειρος Νομός Πρεβέζης

Γλέντι Συρρακιωτών στην Πρέβεζα
(Φωτογραφία: Αρχείο Γ. Πουλιάνου)
Μπροστά, Α Γάτσιος, Αν Πουλιάνου, Αγ Μπάσμπα, Στ Βαγγέλης, Αθ Βαγγέλη, Αλ Γάτσιου, Γι Πουλιάνος , Πίσω Όλ Βαγγέλη, Όλ Μπάσμπα
(Φωτογραφία: Αρχείο Γ. Πουλιάνου)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Εισαγωγή
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Νομός Πρεβέζης
Χοροί και στοιχεία της παράδοσης: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

11/12/2007
Πανηγύρια των Συρρακιωτών στο Συρράκο και την Πρέβεζα και τα γενικά χαρακτηριστικά του χορού σε αυτά

Αρχείο Ελληνικού Χορού

© Αρχείο Ελληνικού χορού
προεπισκόπηση εκτύπωσης

του Ηλία Χ. Γκαρτζονίκα
Kαθηγητή Φυσικής Αγωγής


«Πήρε ο Απρίλης, δώδεκα, Παναγιωτούλα μου, κι ο Μάης δεκαπέντε,
βήκαν οι βλάχοι στα βουνά, Παναγιωτούλα μου, βήκαν κι οι βλαχοπούλες...»

Πρόκειται για ένα από τα αγαπημένα τραγούδια του Συρρακιώτη ποιητή του «Βουνού και της Στάνης» Κώστα Κρυστάλλη, ο οποίος περιγράφει με τον παρακάτω τρόπο τα πανηγύρια που έπονταν της ανόδου των βλάχων Συρρακιωτών στο χωριό τους.

«… ράβουνε καινούργια ρούχα και στολίζονται κι όθε απαντηθούν φιλιούνται και αγκαλιάζονται.
Σήμερα στα μεσοχώρια όλα αστράφτουνε εμορφάδες και στολίδια, κι ολ’ αντιλαλούν από τα γλυκά τραγούδια πού χορεύουνε.

Ροβολούν τα παλικάρια, λεβεντόπαιδα μ' άρματ' αργυρά στη μέση και με χαϊμαλιά, ροβολούν κι οι μαυρομάτες, ρούσες κι έμορφες, λυγερές σαν κυπαρίσσια, σαν μηλιές γλυκείες, σαν Ξωθιές και σαν Νεράιδες, πού λαμποκοπάν….
Πιάνοντ' όλοι χέρι χέρι. Τα τραγούδια τους και τες πέτρες ζωντανεύουν.

Γύρου οι γέροντες καθισμένοι αράδα - αράδα τους κοιτάζουνε και γλυκά τους καμαρώνουν και κρυφά κρυφά ζευγαρώνουν κάθε νιο με κάθε κόρη τους.
Κι ο χορός και το τραγούδι παν αδιάκοπα.
Λυγερές και παλικάρια σειούνται και λυγούν και στους κύκλους οπού πλέκουν αγναντεύονται και κρυφά γλυκοτηριούνται και γνωρίζονται, κάβε κόρη τον καλό της, κάβε νιος τη νια. Όλες οι ματιές ταιριάζουν, κι όλες οι καρδιές ώρα με ώρα ζευγαρώνουν και κρυφομιλούν. Κι ο χορός και το τραγούδι πάν στρωτά - στρωτά…»
(Κ. Κρυστάλλη «Ο χορός της Λαμπρής»)

ΣΤΟ ΣΥΡΡΑΚΟ…
Τα πανηγύρια μαζί με τους γάμους ήταν και στο Συρράκο, από τις σημαντικότερες εκφάνσεις του βίου της παραδοσιακής κοινωνίας .
Επρόκειτο για μια κοινωνική λειτουργία η οποία στηρίζονταν στα πρότυπα και τις προτεραιότητες που έθεταν οι γενιές τις κάθε περιόδου αλλά κυρίως αυτές που προϋπήρξαν.
Ήταν μια διαδικασία που στηρίζονταν σε συγκεκριμένους κανόνες και τελετουργικό ενώ οι εξωτερικές επιρροές και ο τρόπος που επηρέαζαν την κοινότητα κάθε περίοδο μας οδηγούν πολλά χρόνια πίσω.
Ο γάμος και το πανηγύρι ήταν από τους ελάχιστους τρόπους διασκέδασης και ψυχαγωγίας της παραδοσιακής κοινωνίας του Συρράκου, ιδίως όσων αφορά στις γυναίκες.
Αλλά και για τους «Κτηνοτρόφους» με το αέναο ανεβοκατέβασμα των κοπαδιών και τις πολλές στερήσεις, καθώς και για τους ξενιτεμένους «Ραφτάδες», ήταν μια από τις ελάχιστες δυνατότητες γλεντιού και συνύπαρξης στον τόπο καταγωγής.

Γινόταν βασικά τέσσερα πανηγύρια, όλα τα καλοκαίρι, και τούτο γιατί μόνο τότε ανταμώνανε όλοι οι Συρρακιώτες στην πατρογονική γη.

Οι «Κτηνοτρόφοι» που γυρνούσαν από τα χειμαδιά και οι «Ραφτάδες» που επέστρεφαν από τις μεγάλες αγορές του εξωτερικού και της Ελλάδας όπου πουλούσαν τα εμπορεύματα τους.
Εκτός όμως της αυτονόητης ανάγκης για ανανέωση των δεσμών, για συνύπαρξη και γλέντι, ένας ακόμη πολύ βασικός λόγος ήταν, ότι το πανηγύρι προσφέρονταν ως κοινωνική εκδήλωση για να προβληθούν οι νέοι και οι νέες που βρίσκονταν σε ηλικία γάμου.
ʼλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ήταν από τις ελάχιστες δυνατότητες που δίνονταν στις γυναίκες για διασκέδαση και διαμονή για αρκετή ώρα (ως τη δύση), εκτός οικίας.
Έτσι, πολλές φορές με το τέλος τους, γίνονταν τα προξενιά και σε σύντομο χρονικό διάστημα οι γάμοι αφού σε λίγο έπρεπε να φύγουν.

Το πρώτο πανηγύρι ήταν των Αγίων Αποστόλων (30/6), που στα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα διαρκούσε τρία βράδια στα καφενεία και δύο μέρες στο χοραστάσι.
Κατόπιν του Προφήτη Ηλία (Αι Λιός, 20/7), που διαρκούσε δύο βράδια και μια μέρα. Στο πανηγύρι αυτό υπήρχε μεγάλη συμμετοχή γιατί την εποχή αυτή «κόβαν» τις στάνες και πήγαιναν στα τυροκομεία.
Του Αι Λιός πραγματοποιούνταν και οι εξετάσεις των μαθητών.

Μετά, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα (του Σωτήρως 6/8) που διαρκούσε δύο βράδια και μία μέρα, ενώ υπήρχε μικρότερη συμμετοχή λόγω του ότι θα ακολουθούσε σε λίγες μέρες το μεγαλύτερο πανηγύρι, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (της Παναγίας 15/8).
Αυτό διαρκούσε τρία βράδια και δύο μέρες. Στις 14/8 το γλέντι γινόταν συνήθως στα μαγαζιά, ενώ 15 και 16/8 στο χοραστάσι, στον πλάτανο.

Στα χαρακτηριστικά του ήταν η παρουσία των γυναικών φορώντας τις καλές «σάρικες», τα σιγκούνια, τη δεύτερη μέρα και η ανάγνωση της διαθήκης ευεργετών που προίκιζαν ανύπαντρες και άπορες κοπέλες.
Του Αγίου Γεωργίου γινόταν πολλές φορές πανηγύρι «με το στόμα» στο τέλος της λειτουργίας έξω από την εκκλησία, στην θέση «Αλώνι».

Στον «Τσέλιγκα» του Μ. Περάνθη, όπου περιγράφεται ως μυθιστόρημα ο βίος του Κώστα Κρυστάλλη αναφέρεται σε ένα σημείο στα πανηγύρια και τους οργανοπαίχτες:
«Τα πανηγύρια ήταν ή άλλη χαρά του (εννοεί του Κρυστάλλη), έτσι καθώς έπεφταν μαζεμένα στο καλοκαίρι πού γιόρταζαν οι εκκλησιές τους, των Αγίων Αποστόλων, της ʼγια Παρασκευής, τ' ʼι-Λιός, της Παναγίτσας.

Μοσκοβολούσε ο τόπος απ' τα σουβλισμένα κριάρια και σειόνταν από τα όργανα και τα λαλούμενα και τους πήδους.
Τι λεβεντιές πού μαζεύονταν κι απ' τα δυο χωριά (ενν Συρράκο – Καλαρρύτες) και πώς φάνταζαν και λαμποκοπούσαν τα κορίτσια με τις μυριάδες τα χρώματα!
ʼλλες με φουστάνια ατλαζένια και λαχουρένια κι άλλες με τ' ακριβά κοντογούνια τους και τις σάρικες τις καλοραμμένες, με τα μαντίλια τους στο κεφάλι περικεντημένα με κόκκινα γαϊτάνια μεταξωτά και τις ποδιές τις υφαντές με τα χίλια μύρια χρώματα...

Κι όταν φούντωνε ο χορός κι ή χαρά και κόντευαν να σπάσουν τα όργανα, πάνω στο κέφι, έβγαζαν τα παλικάρια απ' τα δυο χωριά τα μαχαίρια τους κι άλλαζαν αίμα και γίνονταν μπράτιμοι κι αδερφοποιτοί...
ʼλλο πού δεν ήθελαν κι οι γύφτοι, να βγάλουν τον κόπο τους με τα φλουριά πού τους κολλούσαν στο κούτελο όσοι έρχονταν στα κέφια.

… ʼμα ξημέρωνε σκόλη και γιορτή, ήταν οι «βιολιτζήδες» — βιολί, κλαρίνο, σαντούρι.
Κι άμα περνούσαν οι σκολιανές, γύριζαν στ' αργαστήρι τους και ξεκούφαιναν τον κόσμο από τα χαράματα με τα σύνεργα τους.
Είχαν το σιδεράδικο τους στη βορινή άκρη του χωρίου κι ο Κώστας στέκονταν ταχτικά, κάθε πού διάβαινε για τη ρεματιά του μύλου.
Του άρεσε να χαζεύει με τις σπίθες πού ξαμολούσαν και με τα χωρατά πού πετούσαν ο ένας στον άλλον.

Καλώς το αφεντόπουλο, τον βλέπει ο ένας από τους γύφτους, εκείνος με τον καρούμπαλο στο ριζάφτι του.
—Τα 'μαθές ο ασίκης; λέει ο άλλος, ο κοντός, πού δουλεύει στο φυσερό και τις γιορτές παίζει κλαρίνο.
Απ' τα τώρα το λέει ή περδικούλα του.
Ρίχτηκε τις προάλλες στη βρύση κι έκλεψε το φιλί· ποια ήταν ορέ Κωστάκη; της κυρα-Δήμαινας;
—Μην το π'ράζεις ορέ το πιδί, μπαίνει στη μέση ή κυρα-Γιώργαινα.
Πιδί είνι, δεν είχε πουνηριά στου μυαλό
—Πονηριά ξεπονηριά, εμείς γάμους θέλουμε. ….»

Ενώ για τη λεβεντιά και την ομορφιά των κοριτσιών του Συρράκου σε άλλο σημείο αναφέρει:
«Δεν τον ένοιαζε (τον Κ. Κρυστάλλη) για τους δραγάτες· δεν τους φοβόταν. Αρβανίτες οι περισσότεροι, με διπλές αρμαθιές φουσέκια περασμένες στο στήθος τους, έμοιαζαν με καπεταναίους φοβερούς πού διαφεντεύουν τα χτήματα και τα δάση. Ήταν τα φυσεκλίκια πού τους έκαναν να φαντάζουν.

Δίχως αυτά, άμα τους έβλεπες στα πανηγύρια, γίνονταν άλλοι άνθρωποι, άπραγοι, μουδιασμένοι, πού μαζεύονταν παράμερα και κοίταζαν αμίλητοι από την άκρη τους. Και μόνο σαν έσερνε πρώτη το χορό καμιά Συρρακιωτοπούλα, έβλεπες τα μάτια τους πού γυάλιζαν καί μεγάλωναν. Το στόμα τους ξεκλειδώνονταν κι άκουες το χαλασμό πού γίνονταν μέσα τους:
—Για βιστό κούρμ', για βιστό τριμρί!...
(Για κοίτα κορμί, κοίτα λεβεντιά!)»

ΣΤΗ ΠΡΕΒΕΖΑ…
Τέτοια στοιχεία κράτησαν στη μνήμη και στην καρδιά οι Συρρακιώτες όταν η ζωή, οι ανάγκες και η εξέλιξη τους ανάγκασε να εγκατασταθούν μόνιμα στην Πρέβεζα και να συνεχίσουν εκεί, να αναπαριστούν στην αρχή, την εικόνα των πανηγυριών στο χωριό, μέχρι που έγινε και αυτό βίωμα και κομμάτι της ζωής.
Και μιας και η ζωή κάνει πάντα τον δικό της υπολογισμό και αυτά κάποια στιγμή σταμάτησαν, για να επιστρέψει η τάξη και τα πανηγύρια όλων των Συρρακιωτών της Ελλάδας, να επιστρέψουν στην αρχική τους βάση.
Στην Πρέβεζα γίνονταν όλα τα πανηγύρια που γίνονταν και στο χωριό, εκτός των Αγίων Αποστόλων, το οποίο τα τελευταία χρόνια δεν γίνεται ούτε στο Συρράκο.
Προστέθηκε όμως ένα ακόμα.

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ.
Την Κυριακή του Πάσχα το απόγευμα γίνονταν άρχιζε το πανηγύρι στην Αγία Φανερωμένη που διαρκούσε ως την Τρίτη. ʼρχιζαν τα όργανα στις δύο –τρεις μετά το μεσημέρι ώσπου νύχτωνε.
Δύο-τρία άτομα που θα διοργάνωναν το πανηγύρι φρόντιζαν για όλα. Καρέκλες, ούζο, λουκούμια, όργανα κλπ.
Τα υλικά στη Φανερωμένη μεταφέρονταν συνήθως με τη χαμάλα του μπάρμπα Θανάση Βαγγέλη.

Το βράδυ μετακινούνταν σε ένα από τα καφενεία των Συρρακιωτών.
Στο Μπαχλάβα ήταν το καφενείο του Βασίλη Βαγγέλη, στη «Μηχανική Καλλιέργεια ή Κεραμιδαριό» ήταν το καφενείο του Μήτρο Παπουτσή και του Σταύρου Ψώχιου.
Οργανωτές των πανηγυριών της Φανερωμένης ήταν οι: Γιώργος Μπέλλος, Μιχάλης Αυδίκος, Μήτσιος Μπέλλος, Γιώργος Μανίκης, Γιάννης Πουλιάνος, Τηλέμαχος Νταλίπης, Νίκος Πουλιάνος, Ηλίας Τέφας.

Αυτά που καταναλώνονταν ήταν: αναψυκτικά, ούζο, μπύρα, πορτοκαλάδα, γκαζόζες, μπυράμ (αναψυκτικό εποχής), λουκούμια, μεζέ, στραγάλια, βανίλια (υποβρύχιο).
Στις χαρακτηριστικές φιγούρες της εποχής συγκαταλέγεται και ο Κίτσος, που πουλούσε μαντολάτα και φώναζε «..μαντολάτα 3 στο χιλιάρικο», κάνοντας τα μικρά παιδιά να τον περιτριγυρίζουν.
Ο φωτισμός γίνονταν με ασετιλίνη «καρμπούρι» (ακετυλένιο). Σε ένα δοχείο τενεκεδένιο κυλινδρικό διαμέτρου 20 περίπου εκατοστών έβαζαν νερό και έριχναν τα κομματάκια της ασετιλίνης που έμοιαζαν με σταχτιές πέτρες. Παράγονταν τότε φυσαλίδες αερίου (μεθάνιο) που ήταν εύφλεκτο. Σκέπαζαν το δοχείο με ένα άλλο κυλινδρικό δοχείο ανάποδα βαλμένο που στο κέντρο της οροφής είχε ένα σωλήνα εξαγωγής. Στο σωλήνα αυτό προσαρμόζονταν λαστιχένιος ή χάλκινος σωλήνας που κατέληγε σε ένα ακροφύσιο (σωλήνας με μικρή τρύπα όπως τα γκαζάκια) το οποίο και άναβαν.

Χαρακτηριστικό των πανηγυριών της Φανερωμένης ήταν ότι εκεί γίνονταν τα περισσότερα προξενιά, αφού αυτοί που «ήταν για παντρειά» έμπαιναν στο χορό για να τους δουν.
Συγκεντρώνονταν ο πιο πολύς κόσμος από όλα τα άλλα και έρχονταν και από αλλού Συρρακιώτες, εκτός της Πρέβεζας (Γιάννενα, Φιλιππιάδα, ʼρτα). Συμμετείχαν («έβγαιναν»)και πολλοί κάτοικοι της Πρέβεζας, εκτός των Συρρακιωτών για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία και το πανηγύρι.

Στα χαρακτηριστικά επίσης είναι ότι το Πάσχα το απόγευμα, παράλληλα με τη λειτουργία, συνεχίζονταν το πανηγύρι στο προαύλιο κάτω από τα δέντρα, τα οποία ήταν μια σκαμνιά (μουριά) που υπάρχει ακόμα και σήμερα και μια μεγάλη αχλαδιά που το Πάσχα ήταν ανθισμένη και μοσχοβολούσε. Αυτή δεν υπάρχει σήμερα.
Στα ωραία δέντρα και φυτά που συνέθεταν το χώρο ήταν και μια χαρακτηριστική πικροδάφνη δεξιά και αριστερά της πόρτας της Φανερωμένης.

Οι Οργανοπαίχτες συνήθως ήταν οι κομπανίες του Λάζαρου (από τη Στεφάνη, «Κατζά»), του Τζάρα (από την Πρέβεζα), του Νταή (από το Μέτσοβο). Πληρώνονταν ένα ποσό από τους οργανωτές που συμπληρώνονταν από τους άντρες που χόρευαν. Για φαγητό το μεσημέρι τους έπαιρναν στα σπίτια οι διοργανωτές. Η διάταξη των χορευτών ήταν η πατροπαράδοτη. Κυκλικά μια σειρά αντρών εξωτερικά και 2-3 σειρές (κάγκελα) γυναικών εσωτερικά τους. Ο άντρας που χόρευε πρώτος ρωτούσε τις γυναίκες ποια τραγούδια να παραγγείλει. (ένα τσάμικο και ένα συρτό συνήθως), όπως: Πουλιά πετούμενα – Γενοβέφα – Βλαχοθανάσης – Κακιά γειτόνισσα – Τίνος καλύβα καίγεται- Τούτο καλοκαιράκι – Κορίτσια ανύπαντρα - Με τ’ άσπρα σ’ είδα σήμερα – Παπάκι πάει στην ποταμιά- Σιγαλά βρέχει ο ουρανός – Μηλίτσα – Για μια φορά είναι η λεβεντιά - Να ήμουν στην Αράχωβα κλπ.

Το πανηγύρι εξυπηρετούσε την ανάγκη για συνύπαρξη και γλέντι, αλλά κυρίως την «έκθεση» αυτών που ήταν έτοιμοι για γάμο ως τα τέλη περίπου της δεκαετίας του '60 (περίπου στο 1965).
Μεταγενέστερα, άρχισαν οι Συρρακιώτες να επισκέπτονται το ίδιο το Συρράκο.

Ο δρόμος καλυτέρεψε και απέκτησαν και αυτοί ιδιωτικά αυτοκίνητα.
Σε συνδυασμό με την τάση να μην ικανοποιούνται παντρεύοντας τις κοπέλες στην Πρέβεζα και την εκ νέου ενεργοποίηση του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου στο Συρράκο, άρχισαν όσοι είχαν κοπέλες για παντρειά και ήθελαν εποπτεία της ευρύτερης κοινότητας (Γιάννενα, ʼρτα, Φιλιππιάδα), να επισκέπτονται το χωριό κι έτσι εξασθένησε το πανηγύρι της Φανερωμένης.
Κάποιες προσπάθειες που έγιναν, ώστε να αναβιώσει το πανηγύρι στον καινούργιο χώρο, στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, που αντικατέστησε τη Φανερωμένη, απέτυχαν.

Η κοινότητα είχε ανοιχθεί στον περιβάλλοντα χώρο και οι βασικές λειτουργίες, που εξυπηρετούσε στη φάση της εγκατάστασης, διοχετεύθηκαν σε άλλα δίκτυα.

Αυτή την αποτυχημένη προσπάθεια περιγράφει μελαγχολικά τοπική εφημερίδα: «Η βλάχικη γιορτή έγινε στον χώρο της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης. Πέρασε πολύς κόσμος και συνεόρτασε μαζί τους (...). Η γραφικότητα της παλιάς γιορτής, όταν γινόταν στην Αγία Φανερωμένη, έλειψε. Δεν ξέρουμε τι ήταν αυτό που έδινε κάτι το ξεχωριστό σ' εκείνη την παλιά γιορτή. Το θαυμάσιο περιβάλλον ή μήπως οι βλάχικες στολές που φορούσαν οι νέοι και οι νέες».

ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ.
Το καλοκαίρι αφού σταμάτησαν πολλοί να πηγαίνουν στο Συρράκο, έκαναν τα πανηγύρια που γίνονταν στο χωριό, στα καφενεία του Ελαιώνα.

Τα πανηγύρια του Αι Λιος, του Σωτήρος και του Δεκαπενταύγουστου (μερικές φορές έγινε και των Αγίων Αποστόλων).
Γίνονταν πότε στο «Μπαχλάβα», στο καφενείο του μπάρμπα Βασίλη Βαγγέλη ή πότε στη «Μηχανική Καλλιέργεια ή Κεραμιδαριό» (σημερινή Αγία Ειρήνη) στο Μήτρο Παπουτσή ή Σταύρο Ψόχιο. Όργανα ήταν τα ίδια με τη Φανερωμένη με την προσθήκη και των «Γεροδημαίων», των κατ’ εξοχήν εκφραστών της μουσικοχορευτικής παράδοσης των Συρρακιωτών, των τελευταίων δεκαετιών.

Τραγουδούσαν και χόρευαν εκτός των παλαιοτέρων και πιο παραδοσιακών τραγουδιών και πιο νέα (μοντέρνα) όπως: Σήκω χόρεψε κουκλί μου (νινανάη) (λαϊκό), Φουστανάκι μου καρώ (λαϊκό), Φόρα τα μαύρα Γιαννούλα μου (νεοδημοτικό εποχής), Σε ένα δεντρί ακούμπησα (νεοδημοτικό εποχής) κ.α.
Σε όποιο καφενείο γίνονταν το απόγευμα το πανηγύρι συνεχίζονταν και το βράδυ με λιγότερο κόσμο. Φως και ρεύμα δεν υπήρξε και φώτιζαν με «λουξ» (μεγάλες λάμπες αμιάντου που έκαιγαν καθαρό πετρέλαιο) ή λάμπες ασετιλίνης.

Τα προϊόντα που πουλιόνταν ήταν ούζο, λουκούμια, μπύρα, πορτοκαλάδες, γκαζόζες, μεζέ, στραγάλια. Σε αυτά τα πανηγύρια πολλές φορές έπαιρναν οι πελάτες από το σπίτι τους αυγά, που τα έκοβαν οι σερβιτόροι και συνόδευαν τα ποτά.

ΣΗΜΕΡΑ
Η εξέλιξη και το πέρασμα των χρόνων, με ότι γεγονότα συνέβησαν στη διάρκειά τους, συνετέλεσαν ώστε πολλά σήμερα από αυτά που περιγράφονται παραπάνω να έχουν αλλάξει.
Κάτι που ως ένα σημείο είναι λογικό, αφού και αυτά ήταν αποτέλεσμα κάποιας άλλης εξέλιξης.
Το κυριότερο είναι ότι δεν γίνονται πια τα πανηγύρια των Συρρακιωτών στην Πρέβεζα, αλλά «επέστρεψαν» στο Συρράκο
Έτσι πολλοί προσπαθούν με κάθε ευκαιρία και ιδίως με αυτή των πανηγυριών να γυρνούν στα ευλογημένα χώματα και να ζουν έστω για λίγο, «σαν τον παλιό καιρό»

Εκεί παρατηρείται το φαινόμενο όπου και οι νέοι ακόμα, οι οποίοι δεν έζησαν καθόλου στην λεγόμενη «παραδοσιακή κοινωνία», στις ελάχιστες μέρες διαμονής τους, να αλλάζουν πολλά στοιχεία του συνήθη πιο ελεύθερου τρόπου συμπεριφοράς τους προκειμένου να συνυπάρξουν με τους άλλους.
Τηρώντας άγραφους παλιούς κανόνες συμπεριφοράς.
Ο σεβασμός και το μέτρο είναι δύο στοιχεία που απαντώνται σε μεγάλο βαθμό και στις νέες γενιές.

Δεν θα ξεχάσω δύο περιστατικά που συνέβησαν στις μέρες μας και είναι ενδεικτικά των πιο πάνω αναφερθέντων.
Σε ερώτησή μου σε πεντάχρονο Συρρακιώτη που μάθαινε χορό για το «ποιος είναι ο λόγος που τα κάνει αυτό», η απάντηση ήταν «και πως αλλιώς θα χορέψω στον πλάτανο στο Συρράκο το καλοκαίρι».
Και το δεύτερο, όταν ένας από τους καλύτερους χορευτές του χωριού είδε συμπατριώτη του να πιάνεται με τη σειρά των γυναικών, χάριν αστεϊσμού, έφυγε στενοχωρημένος που κάποιος παραβίασε τα παραδομένα, παρ’ ότι όλη τη χρονιά περίμενε τη στιγμή που θα χορέψει στο πανηγύρι.

Όσων αφορά στα πανηγύρια στο Συρράκο, καταρχάς διαπιστώνουμε ότι γίνονται και σήμερα διατηρώντας πολλά στοιχεία από την παλιά τους αίγλη, σε πείσμα των καιρών.
Ίσως να οφείλεται, εκτός των άλλων, και στο ότι οι κάτοικοι δεν έμειναν στο χωρίο ώστε τα πανηγύρια να εξελιχτούν μαζί τους και κάθε φορά που επιστρέφουν πιάνουν το νήμα από κει που το άφησαν πριν μερικές δεκαετίες, όταν τα πανηγύρια διακρίνονταν για την αγνότητά τους αλλά και το αυστηρό τελετουργικό και δυναμισμό τους.
Εκτός αυτού των Αγίων Αποστόλων, που δεν είναι σταθερό, τα άλλα γίνονται και σήμερα.

Η διάρκειά τους συνήθως είναι δύο μέρες, εκτός του Δεκαπενταύγουστου που είναι τρεις.
Τα τελευταία χρόνια γίνεται πανηγύρι στα καφενεία κατά τη γιορτή του πολιούχου του Συρράκου, Αγίου Νικολάου, ο οποίος είναι προστάτης του χωριού (6/12).
Είναι κάτι φυσιολογικό αφού εκτός από προστάτης των ναυτικών είναι και προστάτης των ταξιδεμένων και οι Συρρακιώτες ήταν τέτοιοι.

Στα επιμέρους στοιχεία τους , διαπιστώνουμε ότι διαρκούν πολλές φορές λιγότερες μέρες και αρχίζουν αργά το απόγευμα ή και το βράδυ.
Ο ρυθμός των χορών είναι πιο γρήγορος, ως αποτέλεσμα της εξέλιξης και της επαφής τους με μουσικές ιδιαιτερότητες άλλων ομάδων κατοίκων στους καινούριους τόπους μόνιμης διαμονής ή των ταξιδιών τους και συμμετοχής σε πανηγύρια άλλων περιοχών.
Φυσικά και της επιρροής που προέρχεται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι δεν υπάρχει πια ο αριθμός των πολύ καλών χορευτών που να μπορεί να χορέψει τα «βαριά» τραγούδια που απαιτούν ξεχωριστή δεξιότητα.
Τέτοιοι χορευτές ήταν πάρα πολλοί παλιότερα αφού πάνω σε αυτό το χορευτικό ύφος και τρόπο αξιολογούνταν από την τοπική κοινωνία.

Οι γυναίκες χορεύουν πιο ελεύθερα και φυσικά διασκεδάζουν και στα καφενεία. Κάνουν μικρές άρσεις των ποδιών, σηκώνουν το ελεύθερο χέρι, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που κάνουν και «αντρικές» φιγούρες (πχ. καθίσματα)
Στα καφενεία χορεύουν και σε μονό κύκλο.
Στο χορό μπαίνουν και οι μικρές ηλικίες.
Οι θεατές παραμένουν στα παλιά διαζώματα και έχουν και σήμερα κάποια αυστηρότητα στην κρίση τους, ενώ δύσκολα χειροκροτούν και επευφημούν.

Βασικοί χοροί και τραγούδια, του τοπικού ρεπερτορίου, όπως ο χαρακτηριστικότερος αυτών «Γιανν’ Κώστας», παραγγέλνονται όλο και λιγότερο.
Στα αρνητικά θα σημειώναμε και την παντελή απουσία ατόμων που να φορούν την παραδοσιακή φορεσιά, έστω τη μέρα του πανηγυριού.

Οι υπάρχοντες μουσικοί καταβάλουν προσπάθειες να διατηρήσουν αυτά που τους παραδόθηκαν αλλά καινούριοι που να γνωρίζουν το ρεπερτόριο και ειδικότερα, το ιδιαίτερα δύσκολο ύφος της περιοχής δεν παρουσιάζονται, με αποτέλεσμα να προσαρμόζονται οι χορευτές πάνω τους, αλλάζοντας αναγκαστικά το ρεπερτόριό τους με άλλα τραγούδια.
Η ροή δείχνει ότι σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει μουσικός να μπορεί να αποδώσει σωστά τον παραδομένο μουσικό τρόπο.

Επίσης στο όνομα «της εξέλιξης» προσθέτουν στη σύνθεση της κουμπανίας τουμπελέκια, αρμόνια, κιθάρες, ντραμς και άλλα «καινούρια» όργανα, ενώ όλο και λιγότερο ακούγονται τραγούδια στο βλάχικο γλωσσικό ιδίωμα (ιδίως το τελευταίο στοιχείο είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό).
Βέβαια πολλά από αυτά τα στοιχεία είναι αναπόφευκτο να αλλάξουν.
ʼλλωστε πολλά από τα τραγούδια δεν υπήρχαν πριν 100 χρόνια και πολλά από τα όργανα πριν από 200 χρόνια.
Αυτό όμως πρέπει να γίνει ομαλά και μόνο όταν υπάρξει σοβαρός λόγος.
Γάμοι στο Συρράκο δεν τελούνται, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων.

Στους σημερινούς τόπους διαμονής, επίσης δεν γίνονται με τον παραδοσιακό τρόπο Κρατούν όμως πολλά στοιχεία, ιδίως όταν πρόκειται για οικογένειες που έχουν κοινή καταγωγή από το χωριό.
Οι κατά τόπους σύλλογοι (όπως και της Πρέβεζας) διοργανώνουν χορούς και εκδηλώσεις (πχ Απόκριες) στους οποίους συναντούμε βασικά στοιχεία της μουσικοχορευτικής κληρονομιάς και διαπιστώνουμε προσπάθεια διατήρησής τους.

Παράλληλα στα τμήματα παραδοσιακών χορών και τραγουδιού του Συνδέσμων Συρρακιωτών Πρεβέζης, γίνεται μια αξιόλογη προσπάθεια εκμάθησης των χορών και τραγουδιών, ενώ σημαντική είναι η συμβολή τους στην προβολή της κληρονομιάς αυτής και του Συρράκου εντός και εκτός συνόρων της Ελλάδας.

Βέβαια οι γενιές αυτές δεν έζησαν την παραδοσιακή κοινωνία και είναι δύσκολο να «πατήσουν» ακριβώς πάνω στα παλιά ίχνη.
Παράλληλα η αναγκαστική εκμάθηση και χορών και από άλλες περιοχές λόγω του ευγενούς συναγωνισμού με συλλόγους της χώρας και του εξωτερικού, δυσκολεύει το έργο των δασκάλων.
Τέλος, από το 1998 ως το 2007, τα βλαχοχώρια των Τζουμέρκων (Συρράκο, Καλλαρύτες, Προσήλιο, Ματσούκι, Βαθύπεδο, Παλιοχώρι Συρράκου) διοργανώνουν εκ περιτροπής ανταμώματα ώστε όλοι μαζί να χορέψουν πάνω στους ρυθμούς και τα βήματα των προγόνων τους