Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 16 Δεκεμβρίου 2019
Πολιτισμός Έλληνες Ευεργέτες Εκδόσεις Δήμου Ιωαννιτών για τους Εθνικούς Ευεργέτες Καλούδης Γεώργιος Ήπειρος Ιωάννινα

Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή
Υπό κατασκευή

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Καλούδης Γεώργιος
Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων
Χρήστος Σούλης
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Ιωάννινα
Καλούδης Γεώργιος: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

08/07/2008
Η Πολιτική του Σταδιοδρομία

Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων
Πηγή: Σπύρος Εργολάβος, Γεώργιος Παπακώστας, Φρίξος Πούρλης, Κώστας Καραγιαννίδης
© Δήμος Ιωαννίνων
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Εκπαίδευση και πολιτική

Το σχολικό έτος 1923 – 1924 βρίσκουμε, για τελευταία φορά, το Γεώργιο Καλούδη, Γυμνασιάρχη στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων. Έτσι λήγει και η εκπαιδευτική του σταδιοδρομία στα Γιάννινα. Το 1924 αντικαθίσταται από τον Αλκιβιάδη Κυρούση. Κατά τη μακροχρόνια θητεία του στην Εκπαίδευση -πριν και μετά την Απελευθέρωση, στα Γιάννινα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας- είχε συνειδητοποιήσει ο Γεώργιος Καλούδης πως η εκπαίδευση και η πολιτική είναι δυο έννοιες που βρίσκονται σε άμεση σχέση και εξάρτηση μεταξύ τους. Η πείρα του στο σημείο αυτό ήταν αρκετά πλούσια.
Είχε ζήσει σε τοπικό επίπεδο, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όλες τις έριδες και τις διαμάχες ανάμεσα στα κόμματα που δρούσαν στην πόλη μας, στα πλαίσια της Κοινοτικής Οργάνωσης των Ιωαννίνων. Πολιτικά πρόσωπα, όπως είναι γνωστό, αποτελούσαν την Εφορεία των Σχολείων, η οποία καθόριζε και την εκπαιδευτική πολιτική. Τις συνέπειες απ' αυτές τις έριδες τις έζησε και ο ίδιος, ως γαμπρός των Κιγκαίων, με τις αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές του περιπέτειες. Είχε λάβει παράλληλα, ως καθηγητής πρώτα, και ως Γυμνασιάρχης έπειτα της Ζωσιμαίας, ενεργό μέρος σε όλες τις βασικές κοινωνικές και πνευματικές εκδηλώσεις της πόλης, που αποσκοπούσαν να ρίξουν, στα δίσεχτα χρόνια της σκλαβιάς, φως στις ψυχές των νέων ανθρώπων και να προετοιμάσουν το έδαφος για την εθνική μας αποκατάσταση.
Είχε ζήσει, σε εθνικό επίπεδο, πριν και μετά την Απελευθέρωση, όλες τις εξάρσεις και τις υφέσεις του εθνικού μας βίου. Το αίσχος του 1897, το διχασμό και τις συνέπειές του, τη Μικρασιατική Καταστροφή και το γενικότερο δράμα της φυλής μας, από το ένα μέρος. Την επανάσταση στη Μακεδονία (1904), την επανάσταση του Θερίσου (1905), το κίνημα στο Γουδί (1909), τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) και την πανελλήνια εκστρατεία του 1918-1920 που έφερε τη χώρα μας στα πρόθυρα της Μεγάλης Ιδέας, από το άλλο μέρος.
Είχε αποκομίσει, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, πλούσιε ς εμπειρίες από τη σύντομη μετεκπαίδευσή του (1891-92) στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε τις προσπάθειες των Γερμανών να μελετήσουν, με βάση τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα και τα κοινωνικά δεδομένα, τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού τους συστήματος και τη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής τους πολιτικής.
Όλες αυτές οι εμπειρίες είχαν πείσει το Γεώργιο Καλούδη, όπως αργότερα και το Χρίστο Σούλη, πως ο πραγματικός δάσκαλος και πνευματικός άνθρωπος χρειάζεται, ασφαλώς τη βαθιά φιλοσοφική παιδεία, τις πλούσιες γνώσεις. Χρειάζεται όμως εξίσου, για να μη πούμε περισσότερο, να αποχτήσει και τη βαθιά γνώση της εποχής 'του, να δου λευτεί με το πνεύμα του καιρού του και του τόπου του. Αυτά τα τελευταία εφόδια θα του δώσουν τη δυνατότητα να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν, να συγχρονίσει το παρελθόν με τους ανθρώπους του παρόντος. Κατάλαβε καλά ο Καλούδης πως όποιος δε συμμετέχει ενεργά σ' αυτό που γίνεται γύρω του, όποιος αδιαφορεί για τις κοινές υποθέσεις και δεν τις θεωρεί σαν να είναι και δικές του υποθέσεις, άδικα προσπαθεί να συλλάβει ο ίδιος και, στη συνέχεια, να μεταδώσει και στους άλλους, το μεγάλο μήνυμα που μας στέλνει, απ' την αρχαιότητα, ο Θουκυδίδης, όταν βάζει στο στόμα του Περικλή τη φράση:
«Τον μη των τοιούτων (των κοινών) μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλά αχρείον ηγούμεθα είναι».
Είχε εγκολπωθεί επίσης ο Καλούδης, σε μεγάλο βαθμό, τη βαθιά πεποίθηση του Πλάτωνα διατυπωμένη, με σαφήνεια, στην «Πολιτεία» του, σύμφωνα με την οποία:
«Εάν μη οι φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή οι βασιλείς τε νυν λεγόμενοι και δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε και ικανώς και τούτο εις ταυτόν συμπέση, δύναμίς τε πολιτική και φιλοσοφία ουκ έστι παύλα κακών εν ταις πόλεσι, δοκώ δε ουδέ τω ανθρωπίνω γένει».
Με απλά λόγια, ο Καλούδης είχε συνειδητοποιήσει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην πολιτική και πως μέσα από τη μια μπορούσε να υπηρετήσει και την άλλη. Αυτή η άποψη γίνεται σήμερα παραδεχτή: Και τούτο γιατί όλοι αναγνωρίζουμε πως εκπαίδευση είναι η οργανωμένη σε δημόσια -κρατικά ή ιδιωτικά- ιδρύματα παρεχόμενη μόρφωση των νέων' είτε αυτή αναφέρεται σε γενική θεωρητική κατάρτι- ση που αποσκοπεί στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης πνευματικώς προσωπικότητας, είτε αυτή αναφέρεται σε μια ειδική -πρακτική- κατάρτιση που αποβλέπει στην απόχτηση των αναγκαίων προσόντων με τα οποία ο νέος θα ανταποκριθεί αργότερα στις απαιτήσεις της ζωής. Αναγνωρίζουμε επίσης πως πολιτική σημαίνει ένα ολοκληρωμένο και συνειδητό πρόγραμμα δράσης και μαζί μ' αυτό μια σχεδιασμένη τακτική για την πραγματοποίησή του. Με αυτή τη σημασία οι δυο αυτές λέξεις -εκπαίδευση και πολιτική- συνυπάρχουν μέσα στην έκφραση «εκπαιδευτική πολιτική»: έκφραση που σημαίνει πως σε μια οργανωμένη κοινωνία οι νέοι εκπαιδεύονται, με την ευθύνη και με τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας. Αυτοί, λοιπόν, που θα αναλάβουν να καταστρώσουν την εκ- παιδευτική πολιτική σε μια χώρα -και αυτοί δεν είναι ασφαλώς οι κάθε λογής τεχνοκράτες, αλλά οι υπεύθυνοι πολιτικοί άντρες- πρέπει να διαθέτουν την ανάλογη δεξιότητα για την κατάστρωσή της και το ανάλογο πολιτικό θάρρος για την εφαρμογή της. Ας θυμηθούμε, άλλωστε, το γνωστό Αριστοτελικό ορισμό του ανθρώπου ως «ζώου πολιτικού» και ας συνειδητοποιήσουμε κι εμείς αυτό που πολύ πριν από μας συνειδητοποίησε ο Καλούδης: ότι δεν υπάρχει τίποτε σε μια οργανωμένη κοινωνία που να μην είναι πολιτικό, σύμφωνα με το γνωστό λεκτικό σύμπλεγμα: πόλη - πολίτης - πολιτική – πολιτεία.
Στο καταστάλαγμα αυτής της πολιτικής αντίληψης του Καλούδη και στον καθορισμό της πολιτικής του πορείας συνέβαλε αποφασιστικά η εμφάνιση, στο πολιτικό προσκήνιο της πατρίδας μας, της μεγάλης πολιτικής προσωπικότητας, του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Βενιζέλος
Και Καλούδης

Παρακολούθησε ο Καλούδης, ήδη από τα χρόνια της φοιτητικής τους ζωής, της πολιτικής σταδιοδρομία του Βενιζέλου. Τον είδε να αναμιγνύεται στην πολιτική από το 1886. Να εκλέγεται βουλευτής Κυδωνιών το 1887 και να αναδεικνύεται σε ηγετική πολιτική φυσιογνωμία. Να συμμετέχει στην επανάσταση των Κρητών στο Ακρωτήρι, το 1897, και να γίνεται μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου. Να γίνεται Σύμβουλος της Ανώτερης Διεύθυνσης Δικαιοσύνης, το 1899, με την άφιξη του πρίγκιπα Γεωργίου ως Υπάτου Αρμοστή Κρήτης. Να ηγείται της Επανάστασης του Θερίσου, το 1905, που ανάγκασε σε παραίτηση τον πρίγκιπα Γεώργιο. Να κηρύσσει, το 1908, την ανεξαρτησία της Κρήτης. Να εκλέγεται, το 1910, Πρόεδρος της Συνέλευσης και, λίγο αργότερα, Πρωθυπουργός. Να ψηφίζει το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας, το 1911. Να συγκροτεί, το 1912, τη συμμαχία των Βαλκανικών κρατών, να οργανώνει τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913, με τους οποίους διπλασίασε εδαφικά την Ελλάδα και μετάθεσε τα σύνορα, από τη Μελούνα στη γραμμή του Νέστου. Να διαφωνεί με την πολιτική της ουδετερότητας του Κωνσταντίνου, με την έναρξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, να ηγείται του κινήματος της Θεσσαλονίκης το 1916 και να μετέχει στον Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Συμμάχων. Να υπογράφει, το 1920, με τη λήξη του πολέμου, τις συνθήκες του Νεϊγύ και των Σεβρών, με τις οποίες δημιουργούνταν «η Ελλάς των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσώv». Να γίνεται, κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα, απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, στο σταθμό της Λυών, από δύο απότακτους Έλληνες αξιωματικούς. Να τον υποδέχεται με ενθουσιασμό η ελληνική πρωτεύουσα και η Βουλή των Ελλήνων να τον ανακηρύσσει «άξιον της πατρίδος». Γνωστό το ιστορικό εκείνο ψήφισμα:
«Η Βουλή των Ελλήνων έχουσα υπόψει την μετά της Τουρκίας συνθήκην της Ειρήνης, ανασκοπούσα και την όλην συντελεσθείσαν εθνικήν εργασίαν κατά την τελευταίαν δεκαετίαν, διερμηνεύουσα και την γνώμην και το αίσθημα του Ελληνικού λαού,
Ψηφίζει:
Κηρύσσει τον Ελευθέριον Βενιζέλον άξιον της Ελλάδος, ευεργέτην και σωτήρα της πατρίδος, και εντέλλεται όπως τιμητική στήλη, φέρουσα το ψήφισμα τούτο, ιδρυθή εν τη αιθούση των συνεδριάσεων της Βουλής, εις αιώνιον μαρτύριον του θαυμασμού και της ευγνωμοσύνης αυτής».
Τον είδε να χάνει, το Νοέμβριο του 1920, στις εκλογές, να ματαιώνεται το όραμά του για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας και να οδηγείται ο Ελληνισμός στο δράμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Να διορίζεται εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Διάσκεψη της Λωζάννης, να υπογράφει τη Συνθήκη Ειρήνης με την Τουρκία, το 1923, να περισώζει ό, τι ήταν δυνατό να περισωθεί και να προφυλάσσει την Ελλάδα από πολλά δεινά.
Όλα αυτά τα γεγονότα της εθνικής μας ζωής, συνδεμένα άρρηκτα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, έκαναν το Γεώργιο Καλούδη να τρέφει μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπό του και τον παρακίνησαν να αναστείλει, έστω και για λίγο, την εκπαιδευτική του σταδιοδρομία και να ασχοληθεί με την πολιτική.


Η κατάσταση πριν από την
Εθνοσυνέλευση του 1924

Η δεκαετία 1923 – 1924, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, βρήκε την Ελλάδα σε τραγική κατάσταση. Χάθηκε οριστικά, για τον Ελληνισμό, η Μικρά Ασία. Αναρίθμητα τα ερείπια , χιλιάδες οι πρόσφυγες, λείψανα ο στρατός, χαμένη η μεγάλη ιδέα. Εκεί οδήγησαν την πατρίδα μας τα λάθη της ηγεσίας και η κατάρα του διχασμού. Ήρθε, στη συνέχεια, η Επανάσταση που πάσχισε να βάλει κάποια τάξη στο χάος που επικρατούσε στην Ελλάδα. Η λαϊκή οργή για τους υπεύθυνους της μεγάλης καταστροφής ξέσπασε με τη δίκη και την εκτέλεση των Εξ στο Γουδί και την έκπτωση του Κωνσταντίνου από το θρόνο. Ο διχασμός είχε διαβρώσει τις ψυχές των Ελλήνων. Η Ελλάδα είχε χωριστεί στους Βενιζελικούς και στους Αντιβενιζελικούς. Οι τελευταίοι έβλεπαν πως η Επανάσταση του Πλαστήρα - Γονατά είχε γίνει για να επιστρέψει ο Βενιζέλος στην εξουσία.
Η Συνθήκη της Λωζάννης που υπογράφτηκε τον Ιούλιο του 1923, έγινε δεκτή στην Ελλάδα με ικανοποίηση. Η έντονη κριτική που άσκησαν σ' αυτή ο Πάγκαλος, ο Χατζηκυριάκος και ο Μεταξάς, δεν μπόρεσε να μεταβάλει τη γενική πεποίθηση ότι το δύσκολο έργο που είχε επιτελέσει ο Βενιζέλος και η Ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη ήταν αρκετά αξιόλογο. Με δεδομένες τις συνθήκες εκείνης της εποχής η συμφωνία της Λωζάννης δε θεωρήθηκε απλώς «έντιμη ειρήνη» για την Ελλάδα, αλλά η καλύτερη δυνατή. Αμέσως μετά το διακανονισμό της Λωζάννης η ηγεσία της Επανάστασης, ιδιαίτερα δε η μερίδα του Πλαστήρα - Γονατά, ευθυγραμμιζόταν με την πολιτική του Βενιζέλου για την επιστροφή της χώρας στην κοινοβουλευτική νομιμότητα. Ύστερα από αρκετές αμφιταλαντεύσεις, προσωρινά κινήματα που απέτυχαν, υπήρχε κοινή απαίτηση για την έξωση του Γεωργίου και την ανακήρυξη αβασίλευτου πολιτεύματος. Τελικά, το Νοέμβριο του 1923, ορίστηκε, με διάταγμα, η 16η Δεκεμβρίου ως ημερομηνία εκλογών για Συντακτική Συνέλευση.

Η προετοιμασία και διεξαγωγή
Των εκλογών στα Γιάννινα.
Ο Γ. καλούδης υποψήφιος των Φιλελευθέρων.

Το ίδιο κλίμα που επικρατούσε σε όλη την Ελλάδα, επικρατούσε και στην Ήπειρο. Η Ήπειρος, στην μεγάλη πλειοψηφία, ήταν Βενιζελική. Αρχηγός του στρατού της Ηπείρου, το 1913, ο βουλευτής Ιωαννίνων το 1915 και υπουργός των Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, μέλος της Τριανδρίας στο κίνημα της Θεσσαλονίκης το 1916, διατηρούσε όλη την αίγλη και έπαιζε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ηπείρου. Δεν έλειψαν, δυστυχώς, από την παράταξη αυτή οι άστοχες ενέργειες: κατασκεύασαν συνωμοσίες αξιωματικών, έδιωξαν το μητροπολίτη Σπυρίδωνα, υποκίνησαν μονόπλευρες λογοκρισίες. Στην ίδια την παράταξη υπήρξαν ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις. Η μια μερίδα, των «Φιλελευθέρων» με επικεφαλής το στρατηγό Δαγκλή, ακολουθούσε τη γραμμή Βενιζέλου, σύμφωνα με την οποία το πολιτειακό δεν έπρεπε να συνδεθεί με τις εκλογές, αλλά να κριθεί με δημοψήφισμα ύστερα από τις εκλογές. Η άλλη μερίδα της «Δημοκρατικής Ένωσης» υπό τον Αλ. Παπαναστασίου, υποστήριζε την άμεση εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας με τις εκλογές.
Στο ψηφοδέλτιο των Φιλελευθέρων συμμετείχαν οι:
Ελευθέριος Βενιζέλος, Π. Δαγκλής, Σπ. Σίμος, Δ. Μπότσαρης, Γ. Καγιάς, Γ. Καλούδης, Μ. Μίσιος, Π. Γιωτόπουλος, Αθ. Τραχήλης, Π. Γεωργίτσης, Π. Μπέμπης, Γ. Γκάλκος.
Στο ψηφοδέλτιο της Δημοκρατικής Ένωσης συμμετείχαν οι:
Π. Φλώρος, Κ. Κατσαδήμας, Αλ. Δούλης, Γ. Βηλαράς, Παπαδόπουλος, Αθ. Παπαθανασίου.
Από την προεκλογική εκστρατεία, όπως ήταν επόμενο, δεν έλειψαν και τα σχετικά έκτροπα τα οποία κατάγγειλε ο αντιπολιτευόμενος τύπος. Έτσι, σε εκλογική συγκέντρωση του κόμματος των Φιλελευθέρων, τρεις μέρες πριν από τις εκλογές, πήραν μέρος πολλοί μαθητές των σχολείων, και ιδιαίτερα της Ζωσιμαίας Σχολής, πράγμα το οποίο για τα δεδομένα εκείνης της εποχής ήταν απαράδεκτο.
Ο στρατηγός Δαγκλής, του οποίου η υγεία, στο μεταξύ, είχε κλονιστεί, είχε αναλάβει τη γενικότερη προεκλογική εκστρατεία του κόμματος στην Αθήνα και έστειλε εγκύκλιο προς τους εκλογείς του νομού Ιωαννίνων, στην οποία, ανάμεσα σε άλλα τόνιζε:
«Αγαπητοί συμπατριώται.
Η τιμητική θέσις, ην μοι έδωκε το κόμμα των Φιλελευθέρων και αι μεγάλαι εργασίαι της διευθύνσεως αυτού αφ’ ενός, η διαταραχθείσα υγεία μου αφ' ετέρου, μ’ εστέρησαν της ευχαριστήσεως να επισκεφθώ υμάς και να καταρτίσω μεθ’ ημών τον συνδυασμόν των υποψηφίων διά τας προσεχείς εκλογάς της Εθνοσυνελεύσεως.. Όθεν ηναγκάσθην, συλλέξας κατά το δυνατόν τας αναγκαίας πληροφορίας περί προσώπων, να καταρτίσω αυτόν εντεύθεν, προσπαθήσας να περιλάβω εις αυτόν πρόσωπα αξίας και ικανά να προασπίσωσι τα Ηπειρωτικά δικαιώματα και τας ανάγκας του τόπου μας εν τω Κοινοβουλίω. Δεν αμφιβάλλω ότι οι Ηπειρώται διακαώς πάντοτε επιθυμούντες ν’ αντιπροσωπεύωνται υπό ανδρών τιμώντων το Ηπειρωτικόν όνομα, θέλουσι ευχαρίστως αποδεχθή τα προτεινόμενα πρόσωπα και θέλουσι υπερψηφίσει αυτών».
Ο Συνδυασμός των Φιλελευθέρων, στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, όπως ήταν αναμενόμενο, υπερψηφίστηκε. Εκλέχτηκαν όλοι οι υποψήφιοι του ψηφοδελτίου Δαγκλή. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Γεώργιος Καλούδης, 4ος στη σειρά, μετά τον Ελ. Βενιζέλο, Δ. Μπότσαρη και Π. Δαγκλή. Ήταν η εκλογή αυτή του Καλούδη επιβράβευση των πολλαπλών υπηρεσιών τις οποίες είχε προσφέρει στα Γιάννινα.
Οι εκλογές, σ' ολόκληρη την Ελλάδα, έγιναν με αρκετή τάξη και νικητής αναδείχτηκε το κόμμα των Φιλελευθέρων. Σε σύνολο 398 εδρών πήρε 250 έδρες, έναντι 120 της Δημοκρατικής Ενώσεως και των Δημοκρατικών Φιλελευθέρων. Τα υπόλοιπα κόμματα έλαβαν τις υπόλοιπες -πολύ λίγες- έδρες. Τρεις μέρες αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1923, ο Γεώργιος έφυγε «προσωρινά» από την Ελλάδα, ώστε η παρουσία του να μην οξύνει την επίλυση της πολιτειακής εκκρεμότητας. Στις αρχές Ιανουαρίου 1924 ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Ελλάδα.

Η Δ΄ Συντακτική Εθνοσυνέλευση
Του 1924

Στις 2 Ιανουαρίου 1924 άρχισε τις εργασίες της η Δ΄ Συντακτική Εθνοσυνέλευση. Εθνοσυνέλευση, όπως είναι γνωστό είναι η συνέλευση των αντιπροσώπων του Έθνους που συνέρχεται για τη σύνταξη ή τη μεταρρύθμιση του πολιτεύματος. Γνωστές από την Ιστορία είναι οι Εθνοσυνελεύσεις που συγκροτήθηκαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και αμέσως μετά από αυτή (όπως είναι της Επιδαύρου, του ʼστρους, της Τροιζήνας κ.λ.π.). Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, όλες οι Εθνοσυνελεύσεις συγκροτήθηκαν εκεί. Η Α΄ Εθνοσυνέλευση ψήφισε το Σύνταγμα του 1844, η Β΄ Εθνοσυνέλευση ψήφισε το Σύνταγμα του 1864, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση που συνήλθε το 1920 διαλύθηκε από την Επανάσταση του 1922, η Δ΄ Εθνοσυνέλευση του 1924 ανακήρυξε τη Δημοκρατία.
Ο αρχηγός της Επανάστασης του 1922, Ν. Πλαστήρας, δήλωσε την προτίμησή του στο αβασίλευτο καθεστώς και προέβη στην κατάθεση της εξουσίας. Ο Ελ. Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση. Το κατ' εξοχήν πρόβλημα που απασχολούσε και δίχαζε τους πληρεξούσιους ήταν η μεθόδευση της κατάργησης του βασιλικού θεσμού και της εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας. Από τη μια μεριά, η αδιάλλακτη τάση με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, υποστήριζε την άποψη ότι τη Δημοκρατία έπρεπε να ανακηρύξει με ψήφισμά της η Εθνοσυνέλευση και, στη συνέχεια, να κληθεί ο λαός να επικυρώσει την πολιτειακή αλλαγή με δημοψήφισμα. Από την άλλη, ο Ελ. Βενιζέλος και οι μετριοπαθείς πλη ρεξούσιοι υποστήριζαν πως για την οριστική επίλυση του καθεστωτικού σκοπιμότερο ήταν να κληθεί ο λαός ανεπηρέαστος να αποφασίσει με δημοψήφισμα και να μην προηγηθεί απόφαση της Εθνοσυνέλευσης για την επιβολή της αβασίλευτης Δημοκρατίας. Τελικά επικράτησε η άποψη της παράταξη ς του Αλ. Παπαναστασίου. ο Ελ. Βενιζέλος παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία ο Γ. Καφαντάρης. Η προσπάθεια να βρεθεί συμβιβαστική λύση δεν τελεσφόρησε. Η κυβέρνηση Καφαντάρη ανατράπηκε και τη διαδέχτηκε, στις 12 Μαρτίου 1924, η κυβέρνηση Παπαναστασίου.

Η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας
Η κυβέρνηση Παπαναστασίου υπέβαλε στην Εθνοσυνέλευση σχέδιο ψηφίσματος με το οποίο καταργούσε το πολίτευμα της βασιλείας και εγκαθίδρυε το πολίτευμα της Δημοκρατίας. Ακολούθησε διεξοδική συζήτηση στην Εθνοσυνέλευση και υποβλήθηκαν αρκετές τροποποιήσεις στο αρχικό σχέδιο του ψηφίσματος. Χαρακτηριστικές ήταν οι τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού Αλ. Παπαναστασίου και του συναρχηγού της Επανάστασης του 1922, Στυλ. Γονατά κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1924.
Ο Αλ. Παπαναστασίου επισήμανε:
«Επαναλαμβάνω ότι η έξοχος πατριωτική στάσις της Εθνικής Συνελεύσεως πολλαπλασιάζει τας υποχρεώσεις της Κυβερνήσεως, η οποία δεν έχει τώρα πλέον να είπη τίποτε άλλο παρά ότι όλοι ημείς, ό, τι δήποτε και αν μας διαιρή εις τας λεπτομερείας, πρέπει να δώσωμεν τας χείρας διά να εξασφαλίσωμεν την μεγάλην λαικήν νίκην διά του δημοψηφίσματος. Η σημερινή ψηφοφορία είναι το πρώτον σάλπισμα το οποίον θα αντηχήση εις τα πέρατα της Ελλάδος. Αύριον θα συνέλθωμεν διά να ψηφίσωμεν το ψήφισμα της εκπτώσεως της Δυναστείας και της ανακηρύξεως της Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα). Είναι ευτυχής σύμπτωσις ότι αύριον είναι η επέτειος της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Εις το μέλλον θα εορτάση ο Ελληνικός λαός δύο εορτάς, την κατάλυσιν του ξένου τυράννου και την κατάλυσιν του απολυταρχισμού, την αποκατάστασιν εις τον Τόπον του ιθαγενούς πολιτεύματος της Δημοκρατίας, την εξασφάλισιν της Κυβερνήσεως του λαού από τον λαόν, η οποία είμεθα απολύτως βέβαιοι ότι θα εξασφαλίση την ευημερίαν και την πρόοδον της Πατρίδος μας.
Θα σας παρακαλέσω όπως αύριον μεταβώμεν εις τον Μητροπολιτικόν ναόν και πανηγυρίσωμεν την επέτειον του μεγάλου εθνικού αγώνος».
Και ο Στυλ. Γονατάς πρόσθεσε: «Η ομάς των επαναστατικών πληρεξουσίων αισθάνεται ιδιαιτέραν ηθικήν ικανοποίησιν διότι νομίζει ότι συντελεί και αύτη κάπως εις το να παρουσιάζηται σήμερον η ολό της σχεδόν των πληρεξουσίων αποδεχομένη την ευθείαν και συντομωτέραν οδόν προς επίλυσιν του δυναστικού και πολιτειακού ζητήματος. Αι γνώμαι της ομάδος είναι γνωσταί. Ήθελον την επίλυσιν των δύο τούτων ζητημάτων κυριαρχικώς και τελικώς διά της Συνελεύσεως. Εν τούτοις θέλει υπερψηφίσει του ψηφίσματος του υποβληθέντος παρά της Κυβερνήσεως και διότι ο τρόπος ούτος της επιλύσεως είναι ο τελειότερος προς τας απόψεις αυτής εκ των τρόπων οίτινες επροτάθησαν παρά των άλλων ομάδων της Συνελεύσεως και διότι έχει εμπιστοσύνην ότι η Κυβέρνησις θα διαχειρισθή καλώς το πρόγραμμά της. ʼλλως τε οι αποτελούντες την ομάδα θα ήσαν ασυνεπείς προς εαυτούς εφόσον έχοντες την γνώμην ότι η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας εν Ελλάδι θα αποτελέση ευτυχή ιστορικόν σταθμόν της πολιτικής σταδιοδρομίας αυτής και αφετηρίαν μιας νέας ακμής της Ελληνικής φυλής, εάν δεν συγκατελέγετο μεταξύ των ψηφισάντων την εγκαθίδρυσιν της Δημοκρατίας, και διά τούτο θα υποβάλω την γνώμην όπως η αποδοχή του ψηφίσματος της Κυβερνήσεως γίνη δι' ονομαστικής κλήσεως, ίνα παραμείνη εν τη ιστορία της Πατρίδος ημών ο κατάλογος εκείνων οι οποίοι εψήφισαν υπέρ της Δημοκρατίας και διά να καταστή γνωστόν ότι, αν την Γαλλικήν Δημοκρατίαν την εψήφισαν 253 κατά 252, την Ελληνικήν Δημοκρατίαν την εψήφισεν η ολότης των παρόντων πληρεξουσίων (Χειροκροτήματα)».
Τελικά, σε πανηγυρική συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης που έγινε στις 25 Μαρτίου 1924, ημέρα της Εθνικής Επετείου, οι 283 παρόντες πληρεξούσιοι ενέκριναν το τελικό σχέδιο ψηφίσματος «Περί εκπτώσεως της Δυναστείας και ανακηρύξεως της Δημοκρατίας», σύμφωνα με το οποίο:
«Η Δ Συντακτική των Ελλήνων Συνέλευσις, έχουσα προ οφθαλμών τα δεινά που επεσώρευσεν εις το Έθνος η Δυναστεία των Γλυξβούργων και με την πεποίθησιν ότι μόνον το Δημοκρατικόν Πολίτευμα, το ανταποκρινόμενον προς τον χαρακτήρα του Ελληνικού λαού, τας πολιτικάς του συνηθείας και την κοινοβουλευτικήν του ανατροφήν, δύναται να ασφαλίση τας ελευθερίας του και να βοηθήση να προαχθή ηθικώς, να αναλάβη οικονομικώς και να εξυγιάνη από πάσης απόψεως τον πολιτισμόν του.
Ψηφίζει
1) Κηρύττει οριστικώς έκπτωτον την Δυναστείαν των Γλ υξβούργων, στερεί όλα τα μέλη αυτής παντός δικαιώματος επί του Θρόνου και της Ελληνικής ιθαγενείας και απαγορεύει εις αυτά την εν Ελλάδι διαμονήν.
2) Αποφασίζει να συνταχθή η Ελλάς εις Δημοκρατίαν κοινοβουλευτικής μορφής, υπό τον όρον εγκρίσεως της αποφάσεως αυτής υπό του λαού διά δημοψηφίσματος, ούτινος αι λεπτομέρειαι, περιλαμβάνουσαι τον χρόνον, τον τρόπον της ενεργείας και τας εγγυήσεις της αμερολήπτου διεξαγωγής του, θέλουν κανονισθή διά Διατάγματος.
3) Επιτρέπει την αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν των κτημάτων των ανηκόντων εις τα μέλη της εκπτώτου Δυναστείας. Κτήματα περιελθόντα εις μέλη της εκπτώτου Δυναστείας εκ δωρεάς του Δημοσίου, δήμων, κοινοτήτων ή νομικών προσώπων ή αποκτηθέντα ή κατασκευασθέντα δι' εθνικών εράνων, περιέρχονται αυτοδικαίως, άνευ ουδεμίας απο- ζημιώσεως εις το Δημόσιον ή τους οικείους δήμους, κοινότητας ή νομικά πρόσωπα.
4) Ο Ναύαρχος Κουντουριώτης θέλει εξακολουθήσει να εκτελή, ως μέχρι τούδε, καθήκοντα ρυθμιστού του πολιτεύματος, μέχρι συντάξεως του δημοκρατικού Χάρτου της Ελλάδος». Ι
Εν Αθήναις τη 25η Μαρτίου 1924 Ι
Ο πρόεδρος
Κ. Ρακτιβάν
Το δημοψήφισμα διενεργήθηκε στις 13 Απριλίου 1924 και έδωκε ποσοστό 69,95% υπέρ της Δημοκρατίας.
Η ανακήρυξη της Δημοκρατίας έγινε δεκτή με ενθουσιασμό στα Γιάννινα. Στην κεντρική πλατεία της πόλης έγιναν δυο μεγάλες συγκεντρώσεις: η μια από το Δήμαρχο της πόλης Γ. Σταυρίδη και η άλλη από το στρατό. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά: τα δημοκρατικά Γιάννινα δεν μπορούσαν να μη πάρουν μέρος στη γιορτή της Δημοκρατίας. Αυτός ο ενθουσιασμός εκδηλώθηκε κατά τη διενέργεια του δημοψηφίσματος. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ηπειρωτών είπε ΝΑΙ στη Δημοκρατία.


Τα Εθνικά Κληροδοτήματα
Ένα άλλο βασικό - εθνικό πρόβλημα που απασχόλησε τη Δ' Εθνοσυνέλευση του 1924, ήταν αυτό των Εθνικών Κληροδοτημάτων. Ο πληρεξούσιος Αθηνών - Πειραιώς, Σκεύος Ζερβός, είχε συντάξει, ύστερα από μακροχρόνια μελέτη και έρευνα, μια εμπεριστατωμένη εργασία με θέμα «Εθνικά Κληροδοτήματα και δωρεαί», την οποία υπέβαλε στη Δ' Εθνοσυνέλευση. Στην εργασία του αυτή ο Σκεύος Ζερβός τόνιζε πως τα εθνικά κληροδοτήματα αποτελούν την πιο ευγενική εκδήλωση της φιλοπατρίας και της άφθαστης φιλαλληλίας της αθάνατης Ελληνικής ψυχής. Επισήμαινε επίσης πως πολλά απ' αυτά βρίσκονται στα χέρια ποικίλων εκμεταλλευτών και συνεπώς η Εθνική Αντιπροσωπεία έχει χρέος να ασχοληθεί επειγόντως για την ορθή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών, ώστε να εξευρεθούν οι απαραίτητοι πόροι για την επούλωση των πληγών και τη θεραπεία των ποικίλων εθνικών αναγκών.
Και έκλεισε την εισήγησή του με την παρακάτω διαβεβαίωση:
«Εις τον ορίζοντα των εθνικών μας ευεργετών θα αναφανώσι καταυγάζοντες το Ελληνικόν στερέωμα νέοι ήλιοι και τηλαυγείς αστέρες, οίτινες διά του εκτυφλωτικού απλέτου φωτός των και της ισχυράς θερμότητας της φιλοπατρίας των, της φιλογενείας και φιλανθρωπίας των θα φωτίσωσι πλήρως και θα ενισχύσωσι σοβαρώς τον εθνικόν μας οργανισμόν, θα προαγάγωσι σπουδαίως την μόρφωσιν και τον πολιτισμόν του λaού μας, ωθούντες αυτόν προς τα γράμματα, τας τέχνας και τας επιστήμας, διευκολύνο- ντες την πρόοδον και ανάπτυξιν τούτου, παραμυθούντες την δυστυχίαν αυτού, περιθάλποντες τας νόσους του και εκδιώκοντες την αμάθειαν και τας προλήψεις των λαϊκών μας μαζών.
Τα εθνικά ημών κληροδοτήματα και αι δωρεαί πιστεύω ακραδάντως ότι δεόντως διευθυνόμενα, εκτελούμενα επακριβώς και συμφώνως προς τους όρους των ευεργετών των, αδιαλείπτως δε και αυστηρώς επιτηρούμενα, θα παράσχωσιν ασφαλή και πλούσια τα μέσα διά των οποίων θα επιτευχθή πλnρης και ταχεία η αναμόρφωσις και αναγέννησις του Έθνους».
Δυστυχώς όμως πέρασαν από τότε 80 ολόκληρα χρόνια και η κατάσταση στο βασικό αυτό τομέα που σχετίζεται με τα Eθνικά μας Κληροδοτήματα, διαρκώς χειροτερεύει. Αυτή την κατάσταση διεκτραγωδεί με την από 25-6-1999 ομόφωνη εισήγησή της προς το Υπουργείο Οικονομικών -αρμόδιο, κατά νόμο για την πιστή εκπλήρωση της βούλησης των ευεργετών- η Ειδική Μόνιμη επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, επισημαίνει:
Γ. Τα σημαντικότερα των στοιχείων που προέκυψαν:
«1.Ο συνολικός αριθμός Κληροδοτημάτων είναι 9.203. Όμως, εξ αυτών τα 7.086 βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της εκκαθάρισης. Επίσης υπάρχουν 3.122 σχολικές κληρονομιές, εκ των οποίων 1251 στάδιο της έρευνας. Εκ του μεγάλου αριθμού των προς εκκαθάριση Κληροδοτημάτων καθίσταται προφανής η αδυναμία των αρμοδίων υπηρεσιών να ανταποκριθούν στο πρόβλημα της κατ' αρχήν έστω στοιχειοθέτησης και αποσαφήνισης του προβλήματος.
2. Ο έλεγχος και η εποπτεία του Κράτους είναι ανεπαρκέστατος. Οι ετήσιοι προβλεπόμενοι προϋπολογισμοί και απολογισμοί κατά το ν. 2039/39 δεν κατατίθενται από τι ς Διοικήσεις των Κληροδοτημάτων κανονικά κατ' έτος, αλλά και - όταν κατατίθενται- δεν ελέγχονται αποτελεσματικά, αφού η ειδική επιθεώρηση που διεξάγει τους ελέγχους δεν είναι στελεχωμένη».
Πρόκειται για εγκληματική αδιαφορία του Κράτους με σοβαρές συνέπειες για ολόκληρη την Ελλάδα, ιδιαίτερα δε για την πατρίδα των ευεργετών, την Ήπειρο.
Τα μετά τη Δ Εθνοσυνέλευση.
Το Μάιο του 1924 δημόσιοι υπάλληλοι και ένοπλες δυνάμεις έδωσαν όρκο πίστης προς το Δημοκρατικό πολίτευμα. Όμως η πολιτική κατάσταση δεν εξελίχτηκε ομαλά. Τον Παπαναστασίου διαδέχτηκε στην κυβέρνηση ο Καφαντάρης, τον Καφαντάρη ο Σοφούλης και το Σοφούλη ο Μιχαλακόπουλος. Την πολιτική αστάθεια συνόδευαν κοινωνικές αναστατώσεις και κι νήματα στο στράτευμα. Έτσι φτάσαμε, στις 25 Ιουνίου 1925, στη δικτατορία του Παγκάλου. Τον Πάγκαλο θα ανατρέψει, ένα χρόνο αργότερα (τον Αύγουστο του 1926) ο Κονδύλης. Μέσα σε κλίμα αναταραχής και σύγχυσης ο Κονδύλης διευκόλυνε την παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς. Οι εκλογές διενεργήθηκαν στις 7 Νοεμβρίου 1926 σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση και η νέα Βουλή ψήφισε το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το 1927. Τις διαδικασίες για την ψήφιση του Συντάγματος και την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής επιτάχυνε ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, προσωρινός πρόεδρος της Δημοκρατίας από το Μάρτιο του 1924, χρησιμοποιώντας, ως απειλή, την παραίτησή του από το προεδρικό αξίωμα.


Ο ΚΑΛΟΥΔΗΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΩΝ (1928-1932)
Από τη Δ’ Εθνοσυνέλευση του 1924
Στις εκλογές του 1928
Η εκλογή του Γεώργιου Καλούδη ως πληρεξούσιου στην Εθνoσυνέλευση του 1924
ξ,
υπήρξε το πρώτο στάδιο της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Ακολούθησε, την περίοδο (1925-1928) το τελευταίο στάδιο της εκπαιδευτικής του σταδιοδρομίας. Υπηρέτησε; όπως είδαμε, την περίοδο αυτή Γυμνα- σιάρχης στα Γυμνάσια Λεωνιδίου και Ναυπλίου. Δεν έπαψε όμως, και σ' αυτό το διάστημα, να ενδιαφέρεται για την πολιτική. Τα γεγονότα που σημάδεψαν την πολιτική ζωή της χώρας μας, μετά την Εθνοσυνέλευση του 1924 και ιδιαίτερα οι δύο δικτατορίες του
Παγκάλου (το 1925) και του Κονδύλη (το 1926), τον ανησυχούσαν, βαθύτατα. Προπαντός όμως τον ανησυχούσε η απουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου από την πολιτική ζωή της πατρίδας μας. Με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο Καλούδης είχε ταυτίσει την πολιτική του σταδιοδρομία, στον Ελευθέριο Βενιζέλο είχε εναποθέσει τις ελπίδες για μια πραγματική αναγέννηση της πατρίδας μας. Αυτή η αναγέννηση που ξεκίνησε το 1910, συμπληρώθηκε το 1912-13 και το 1918-1920, περίμενε, κατά τον Καλούδη, την ολοκλήρωσή της. Οι κυβερνήσεις υπό τον Αλ. Ζαίμη που σχηματίστηκαν, κατά την περίοδο που ακολούθησε την ψήφιση του Συντάγματος, δεν μπόρεσαν τελικά να επιβιώσουν. Η μια κρίση διαδεχόταν την άλλη. Από όλες τις πτέρυγες της πολιτικής ζωής άρχισε να προβάλλει, έντονα μάλιστα, το αίτημα της αλλαγής και το αίτημα αυτό, θα ενσαρκωθεί, για" μια ακόμα φορά, στο πρόσωπο του Ελευθέριου Βενιζέλου.
Η προεκλογική περίοδος Τον Απρίλιο του 1927 ο Βενιζέλος επέστρεψε 1927 -1928 από το εξωτερικό και είχε εγκατασταθεί στα Χανιά. . Προς όλους, όσοι συζητούσαν μαζί του, διαμήνυε ότι δεν είναι διατεθειμένος να ασχοληθεί με την ενεργό πολιτική. Όταν όμως, το Μάιο του 1928, ο πρωθυπουργός Ζαίμης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο Βενιζέλος άλλαξε γνώμη. Με ανακοίνωσή του προς τον Ελληνικό λαό γνωστοποιούσε την απόφασή του να επανέλθει στην ενεργό πολιτική τονίζοντας ότι:
«Καθήκον μου είναι να αναλάβω την θέσιν μου επικεφαλής κόμματος, το οποίον αποτελεί το κυριώτερον οχυρόν και κατά των καθεστωτικών κινδύνων και κατά της απειλής της διδακτορίας και κατά των εκ της ακυβερνησίας δυνάμεων να προκύψουν κοινωνικών διαταράξεων».
Μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαίμη, ο Βενιζέλος έλαβε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης υπό τον όρο να διαλυθεί η Βουλή και να προκηρυχθούν εκλογές με το πλειοψηφικό σύστημα. Οι εκλογές προκηρύχτηκαν για τις 19 Αυγούστου 1928. Μετά την προκήρυξη των εκλογών ο Βενιζέλος κατάρτισε τους συνδυασμούς των Φιλελευθέρων σε όλη τη χώρα. Παρ' όλο το φανατισμό που επικράτησε κατά την προεκλογική περίοδο, η προεκλογική εκστρατεία εξελίχτηκε, σε γενικές γραμμές, ομαλά, εκτός από ένα επεισόδιο στο νομό Ιωαννίνων.
Η προεκλογική περίοδος στα Γιάννινα
Η είδηση για την επάνοδο του Βενιζέλου στην πολιτική, αντιμετωπίστηκε από το Γιαννιώτικο τύπο κατά διαφορετικό τρόπο. Η εφημερίδα «ΚΗΡΥΞ» του Δ. Πανίδη, ημιεπίσημο όργανο του κόμματος των Φιλελευθέρων στα Γιάννινα, αντιμετώπισε με επιφύλαξη την ανάμιξη του Βενιζέλου με την ενεργό πολιτική, επισημαίνοντας ότι:
«Η επαναφορά του Βενιζέλου εις την πολιτικήν σημαίνει ανατροπήν ολοκλήρου συστήματος τάξεως πραγμάτων, που εδημιούργησεν η αποχώρησίς του, και τούτο δεν είναι γνωστόν έως πού θα εξυπηρέτει τα γενικά συμφέροντα, γνωστού όντος του πάθους που εις ολόκληρος πολιτικός κόσμος τρέφει εναντίον τοv».
Η εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ»θα επισημάνει ότι:
«Η ανάμιξις του κ. Βενιζέλου εις την πολιτικήν της χώρας ενέπλησε πάντας χαράς και ελπίδων διά την αναστήλωσιν της παλαιάς πολιτικής του Μεγάλου Δ ημιουργοι1».
Σκληρή, όπως πάντα, η εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΟΣ» του Γ. Χατζή θα στηλιτεύσει από τις στήλες της το Βενιζέλο, με τούτους τους οξύτατους χαρακτηρισμούς:
«ο ανήσυχος εκ Χανίων γέρων, αισθάνεται πείναν δεινήν εξουσίας. Και όταν ο πολιτικός στόμαχος του κ. Βενιζέλου κεντάται από τοιαύτας βουλιμίας, ο Kρόνος αυτός έχει πιστοποιήσει ότι αι σάρκες του οιουδήποτε Κρονίδου ή αντιπάλου δεν δύνανται να τύχωσιν ούτε οίκτου, ούτε ελέους».
Εξίσου οξείς ήταν και οι χαρακτηρισμοί της εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» του Χρηστοβασίλη, η οποία θα υπογραμμίσει:
«Ουδείς εκ της αντιβενιζελικής παρατάξεως έδωκε ποτέ πίστιν τινά εις τας δηλώσεις του επανακάμψαντος και ατυχώς διά την χώραν επικινδύνως αναμιγνυομένου εις την εσωτερικήν της πολιτικήν φιλομειδούς εκ Κρήτης Κατιλίνα και ουδείς ήλπισε ποτέ ότι θα έπαυε η γνώριμος κακουργία του γέροντος κακοποιού να απεργάζεται δεινά εις βάρος της πατρίδος του».
Πιο σκληρή ακόμα η εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», τον Αύγουστο του 1928, όταν ο Βενιζέλος ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση και να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Χαρακτηριστικός ο τίτλος του κύριου άρθρου της εφημερίδας: «Κατηραμένος ο ερχόμενος εν ονόματι του Διαβόλοv». Εξίσου χαρακτηριστικό το περιεχόμενο του άρθρου:
«Ήλθεν ο Λαοπλάνος ίνα και πάλιν διαβουκολήση τον Ελληνικόν λαόν με τας ψευδοεπαγγελίας του και επαναρχίση το απαίσιον έργον του. Ήλθεν ο πράκτωρ των ξένων, ο υποδουλώσας την Ελλάδα εις τα ξένα συμφέροντα. Ήλθεν ο καταλυτής παντός νομί- μου καθεστώτος και πάσης τάξεως πραγμάτων, ο εκθρονιστής του ελευθερωτού βασιλέως Κωνσταντίνου, ο αιμοδιψής άνθρωπος, ο μέγας ραδιούργος εναντίον των Ελληνικών συμφερόντων, ο απέχων και μη απέχων διάβολος της πολιτικής».
Οξύτατες ήταν και οι ενδοκομματικές -ανάμεσα στους οπαδούς του Καφαντάρη και στους οπαδούς του Βενιζέλου- αντιθέσεις. Ο Καφαντάρης έκανε, προεκλογικά, συνεχείς επιθέσεις εναντίον του Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος απέφευγε ν' απαντήσει σ' αυτές τις επιθέσεις και περιορίστηκε ν' αναπτύξει στους εκλογείς ένα πρόγραμμα εσωτερικής ανόρθωσης και εσωτερικής ειρήνης. Στα Γιάννινα η προεκλογική εκστρατεία σκιάστηκε από την απαγωγή των δυο υποψήφιων βουλευτών του Καφαντάρη, του Αλ. Μυλωνά και του Αλ. Μελά, από τους ληστές Κουμπαίους, το βράδυ της 4ης Αυγούστου 1928, ενώ ο Βενιζέλος βρισκόταν στα Γιάννινα για προεκλογική ομιλία. Τελικά οι δυο υποψήφιοι βoυλευτές αφέθηκαν ελεύθεροι, ύστερα από λίγες μέρες, αφού καταβλήθηκαν στους ληστές τα λύτρα που ζήτησαν. Οι Κουμπαίοι συνελήφθησαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Το γεγονός αυτό έδωσε αφορμή να οξυνθούν οι αντιπολιτευτικοί τόνοι ανά- μεσα στους υποψήφιους του" Βενιζέλου και του Καφαντάρη.
Την κατάσταση που επικρατούσε στα Γιάννινα, και στην Ήπειρο γενικότερα, κατά την προεκλογική περίοδο, την αποτυπώνει, σε σημείωμά του το οποίο έστειλε στην ηγεσία του κόμματος στην Αθήνα, ο Γεώργιος Καλούδης. Επισημαίνει ότι ο Μυλωνάς περιερχόμενος στα χωριά των Ιωαννίνων δίνει συνεχώς υποσχέσεις, τις οποίες οι εκλογείς τις ακούνε με ευχαρίστηση. Αυτό, σημειώνει ο Καλούδης, είναι φυσικό, γιατί οι άνθρωποι ζητούν την ισότητα όχι με την εξύψωση των κατώτερων τάξεων, αλλά με κατακρήμνιση αυτών που βρίσκονται σε υψηλότερη τάξη. Αποδίδει δε αυτή την τακτική στον έμφυτο, στην ανθρώπινη ψυχή, φθόνο.
Στη συνέχεια ο Καλούδης αναφέρεται στα κομματικά της Θεσπρωτίας και υποστηρί ζει ότι οι μουσουλμάνοι της Τσαμουριάς θα ψηφίσουν το Βενιζελικό κόμμα γιατί τρέφουν συμπάθεια προς το Λούλη. Τέλος, εκφράζει την άποψη ότι είναι συμφέρον να υπάρξει ένας βενιζελικός συνδυασμός, αλλά με τους όρους που προτείνεται ο συμβιβασμός, αυτό το βλέπει αδύνατο.
Η κατάρτιση των ψηφοδελτίων
Ο στρατηγός Δ. Μπότσαρης ήταν ο αρχηγός του συνδυασμού των Φιλελευθέρων στο νομό Ιωαννίνων. Σ' αυτόν ο Βενιζέλος είχε εκχωρήσει ευρύτατες δικαιοδοσίες για την κατάρτιση του συνδυασμού. Το πρώτο που φρόντισε να κάνει ο Μπότσαρης ήταν να αποκλείσει από το συνδυασμό των Φιλελευθέρων τους υποστηριχτές του Καφαντάρη, τον Αλ. Μελά, τον Αλ. Μυλωνά και άλλα στελέχη, με το πρόσχημα ότι η συνεργασία μαζί τους ήταν αδύνατη. Το ψηφοδέλτιο καταρτίστηκε στην Αθήνα, σύμφωνα με τις προτιμήσεις του Μπότσαρη. Αυτό το γεγονός επικρίθηκε δριμύτατα από τον τοπικό τύπο.
Η εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ» έκανε λόγο για «εμπαιγμόν της κοινής γνώμης».
Η εφημερίδα «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΗΧΩ» σε άρθρο της με τον τίτλο «Χωρίς τον ξενοδόχο'\!» επισημαίνει ότι «παρήλθεν πλέον η εποχή, καθ' ην οι συνδυασμοί συνεκροτούντο εν Αθήναις και ο Ηπειρωτικός λαός εψήφιζε, χωρίς να γνωρίζη ούτε κατ' όψιν τους αντιπροσώπους του. Ήδη αποκτήσας πολιτικήν συνείδησιν, έχει την αξίωσιν εις τον καταρτισμόν των διαφόρων συνδυασμών να ερωτάται και να εκφέρη την γνώμην του».
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και οι άλλες τοπικές εφημερίδες, διατυπώνοντας το παράπονο ότι για τον καταρτισμό των συνδυασμών δε ρωτήθηκε η βάση του κόμματος και ότι ο λαός θα κληθεί να ψηφίσει ανθρώπους που δεν τους γνωρίζει ούτε στην όψη. Πρόκειται όμως για μια τακτική την οποία εξακολουθούν να εφαρμόζουν τα κόμματα στην Ελλάδα, ακόμα και σήμερα, μολονότι πέρασαν 76 ολόκληρα χρόνια από τις εκλογές του 1928.
Στις εκλογές του 1928 κατέβηκαν, τελικά, τρία κόμματα, με πλήρεις συνδυασμούς: α) Το Βενιζελικό κόμμα με υποψήφιους τους: 1) Καλούδη Γεώργιο, 2) Κατσαδήμα Κων/νο, 3) Λούλη Αλκιβιάδη 4) Μίσιο Μιχαήλ 5) Μπότσαρη Δημήτριο, 6) Σταυρόπουλο Στ. 7) Φλώρο Παναγιώτη. β) Το κόμμα των Προοδευτικών με υποψήφιους τους: 1) Δημαράτο Βασίλειο, 2) Γούσια Νικόλαο, 3) Μελά Αλέξανδρο, 4) Μυλωνά Αλέξανδρο, 5) Χασιώτη Σπυρίδωνα, 6) Κονταξή Δημήτριο και 7) Μέρτζο Θεόδωρο. γ) Το Λα.ικό κόμμα, με υποψήφιους τους:


1) Γούδα Μιχαήλ. 2) Κιτσώνα Εμμανουήλ, 3) Κούρεντα Βασίλειο, 4) Κωνσταντινίδη Γεώργιο, 5) Σπέγγο Κων/νο, 6) Τζαβέλλα Γεώργιο και 7) Χρηστοβασίλη Χρήστο
Από το εκλογικό κέντρο του Βενιζελικού Συνδυασμού Ιωαννλινων κυκλοφόρησε, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές, «Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΨΗΦΟΦΟΡΟΥ» με τον οποίο γνωστοποιούνταν τα ονόματα των υποψηφίων βουλευτών του Συνδυασμού και τονιζόνταν η ανάγκη να ψηφιστούν και οι 7 υποψήφιοι, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο ψηφοδέλτιο, για να μπορέσει ο Βενιζέλος να διοικήσει την Ελλάδα αποτελεσματικά, όπως έκανε κατά΄την περίοδο 1910 – 1915.
Ο Βενιζέλος στα Γιάννινα.
Λίγες μέρες πριν από τις εκλογές έφτασε ο Βενιζέλος στα Γιάννινα να για την καθιερωμένη Προεκλογική του ομιλία. Ο ερχο-
τΓ'
μος του Βενιζέλου στα Γιάννινα δεν ήταν τυχαίος. Τα Γιάννινα ήταν, από παλιά, βενιζελικά. Αναγνώριζαν οι Γιαννιώτες, όπως, άλλωστε, όλοι οι Ηπειρώτες, ότι στο Βενιζέλο οφείλουν, βασικά, την απελευθέρωσή τους. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο, στις εκλογές του 1920, όταν ο Βενιζέλος είχε καταψηφιστεί σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, υπερψηφίστηκε μόνο στην Κρήτη και στην Ήπειρο. "Ηταν τότε που είχε κάνει τον περίφημο χαρακτηρισμό: «Αυτοί οι Ηπειρώτες, οι αιώνιοι Έλληνες».
«Ακρόπολιν του Βενιζελισμού» είχε χαρακτηρίσει, το 1916, με τηλεγράφημα το οποίο i έφερε σε Φως ο καθηγητής Ενεπεκίδης (4-3-1916), ο Αυστριακός Πρόξενος των Ιωαννίνων Χόρνμποστελ μαζί δε με το Γερμανό συνάδελφό του, υποστήριξαν, με χρηματικά ποσά, δυο εφημερίδες των Ιωαννίνων, προκειμένου να καταπολεμήσουν το ρεύμα του Βενιζελισμού.
Η άφιξη του Βενιζέλου στα Γιάννινα συνέπεσε με την αιχμαλωσία των δυο υποψήφιων βουλευτών του Καφαντάρη, του Μυλωνά και του Μελά. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες χρησιμοποίησαν υψηλούς επικριτικούς τόνους εναντίον του και τόνισαν πως η απαγωγή τους είχε γίνει για πολιτικούς λόγους.
Ο Βενιζέλος δεν έχασε την ευκαιρία από τον εξώστη του ξενοδοχείου «Αβέρωφ» που βρισκόταν στην κάτω πλατεία, μπροστά στους χιλιάδες Γιαννιώτες και κατοίκους των γύρω χωριών που τον επευφημούσαν, υποσχέθηκε πως η ληστεία θα παταχθεί στην Ήπειρο και η τάξη θα επιβληθεί. Ζήτησε να ψηφιστεί ολόκληρος ο Συνδυασμός των Φιλελευθέρων και να εκλεγούν και οι 7 υποψήφιοι βουλευτές Ιωαννίνων. Εξήγησε δε αυτή την αξίωσή του, με τούτες τις χαρακτηριστικές φράσεις:
«Διά να ανταποκριθώ επαξίως εις τον Ελληνικόν Λαόν και δυνηθώ να πραγματοποιήσω τας υποσχέσεις τας οποίας περιλαμβάνει το πρόγραμμά μου, έχω ανάγκην ισχυράς εις την Βουλήν πλειοψηφίας, την οποίαν μόνον η λαϊκή ψήφος μπορεί να μου δώση. Διά τούτο απευθύνομαι προς τους Ηπειρώτας και τους ζητώ να ψηφίσουν τον συνδυασμόν του Κόμματος των Φιλελευθέρων και αν ακόμη ωρισμένα πρόσωπα του συνδυασμού δεν τους είναι προσωπικώς άριστα. Η ψήφος που θα δώσουν υπέρ του συνδυασμού των Φιλελευθέρων είναι ψήφος που δίδεται υπέρ του Αρχηγού των Φιλελευθέρων. Διότι η ψήφος αύτη θα εξασφαλίση ισχυράν πλειοψηφίαν, της οποίας έχω ανάγκην διά την εφαρμογή ν του προγράμματός μου».
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι ο Βενιζέλος αναγνώρισε ότι στο ψηφοδέλτιό του «ορισμένα πρόσωπα δεν ήταν προσωπικώς άριστα». Ζήτησε όμως ι την υπερψήφισή τους με το αιτιολογικό ότι η ψήφος δινόταν υπέρ του κόμματος των Φιλελευθέρων και του αρχηγού του. Για το λόγο αυτό κατηγορήθηκε από τις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες ότι δεν ενδιαφέρεται για ανθρώπους ικανούς που θα υπηρετήσουν την Ήπειρο, αλλά για πρόσωπα που θα εκτελούν πιστά τις εντολές του.
Με εγκωμιαστικό τρόπο υποδέχτηκε το Βενιζέλο στα Γιάννινα η εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ», μολονότι υποστήριζε το ψηφοδέλτιο των Προοδευτικών. Την ημέρα της άφιξης του Βενιζέλου στα Γιάννινα έγραφε: :
«Έρχεσαι διά να μας χαιρετίσης και διά να σε χαιρετίσωμεν, συ μεν αποτεινόμενος Ι προς τους αιωνίους Έλληνας, ημείς δε προς τον λυτρωτήν μας».
Τα αποτελέσματα των εκλογών
Τα αποτελέσματα, τόσο σε πανελλήνια κλίμακα, όσο και σε τοπικό επίπεδο, ήταν αναμενόμενα. Το κόμμα του Βενιζέλου, μαζί με αυτούς που συνεργάστηκαν, κέρδισε τις 223έδρες, σε σύνολο 250. Σ' αυτό το θριαμβευτικό αποτέλεσμα βοήθησε, βέβαια, και το πλειοψηφικό σύστημα με το οποίο έγιναν οι εκλογές. Στην Ήπειρο όλες τις έδρες τις κέρδισε το κόμμα του Βενιζέλου. Στα Γιάννινα εκλέχτηκαν και οι 7 Βενιζελικοί, ανάμεσα σ' αυτούς και ο Γεώργιος Καλούδης. Τα Γιάννινα πανηγύριζαν, για μια ακόμα φορά, τη νίκη του Βενιζέλου. την πανηγυρική εικόνα που παρουσίαζε η πόλη μας δίνει, δύο μέρες μετά τις εκλογές, η εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ».
«Η πόλις καθ' όλην την χθες ημέρα ν είχεν όψιν εορτασμού. Οι Φιλελεύθεροι πολίται, με την χαράν ζωγραφισμένην εις τα πρόσωπά των, περιήρχοντο την πόλιν και εζητωκραύγαζον υπέρ του Βενιζέλου».
Ο Χρηστοβασίλης, υποψήφιος, όπως είδαμε, με το Λαϊκό Κόμμα, απέφυγε να αναφερθεί στην αποτυχία της παράταξής του. Περιορίστηκε μόνο να επισημάνει:
«Και τώρα εν αναμονή της εκπληρώσεως της υποσχέσεως του κ. Βενιζέλου ότι θέλει
καταστήσει την Ελλάδα αγνώριστον, περιοριζόμεθα από σήμερον εις τα στενά όρια του ελέγχου των κρατικών οργάνωv».
Γεγονός πάντως είναι ότι μια νέq περίοδος άρχιζε για την Ελλάδα κατά την τετραετία 1928-1932.

Η τετραετία του Βενιζέλου 1928-1932.
Ο Γ. Καλούδης βουλευτής Ιωαννίνων
Η νέα κυβέρνηση του Βενιζέλου που προήλθε από τις εκλογές της 19ης Αυγούστου έδωσε προτεραιότητα στη συγκρότηση των δύο σωμάτων που προβλεπόταν από το Σύνταγμα του 1927: του Συμβουλίου Επικρατείας και της Γερουσίας. Το Συμβούλιο Επικρατείας αποδείχτηκε θεσμός βασικός και δημιούργησε μια νέα εποχή στο δημόσιο βίο της χώρας. Βουλή και Γερουσία, σε κοινή συνεδρίαση, εξέλεξαν το ναύαρχο Π. Κουντουριώτη, μέχρι τότε προσωρινό πρόεδρο, οριστικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Μετά την εδραίωση του πολιτεύματος η κυβέρνηση επιδόθηκε με ζήλο στο έργο το οποίο είχε υποσχεθεί στον Ελληνικό λαό. Έχει δε να επιδείξει στο ενεργητικό της σημαντικά επιτεύγματα στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της εσωτερικής ανασυγκρότησης. Διασφάλισε, σε ικανοποιητικό βαθμό, την τάξη στο εσωτερικό της χώρας, με την εξόντωση της ληστείας, που επέτρεψε την εκτέλεση σοβαρών παραγωγικών έργων, την κατασκευή σύγχρονου οδικού δικτύου και την αύξηση της αγροτικής παραγωγής. Η προσπάθεια αυτή απέδωκε καρπούς στην Ήπειρο. Ήταν επόμενο η κυβέρνηση Βενιζέλου να δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Ηπειρωτικό χώρο. Οι «αιώνιοι Έλληνες», όπως είχαν αποκληθεί, το 1920, οι Ηπειρώτες από το Βενιζέλο, περίμεναν πολλά από την κυβέρνησή του. Ο ίδιος είχε υποσχεθεί κατά την προεκλογική ομιλία του στα Γιάννινα ότι «εις την θριαμβευτική αυτήν περίοδον η Ήπειρος θα είναι πρώτη».Έγιναν στην Ήπειρο, αυτή την περίοδο, ορισμένα έργα τα οποία όμως δε στάθηκαν ικανά να βγάλουν την Ήπειρο από την απομόνωση και την υποβάθμιση. Εκείνο που βοήθησε σημαντικά την περιοχή αυτή ήταν η εξάλειψη της ληστείας που επί χρόνια ταλαιπωρούσε τους Ηπειρώτες. Την προσφορά αυτή του Βενιζέλου την αναγνώρισαν οι Hπειρώτες. Αυτό φαίνεται σε ενυπόγραφο τηλεγράφημα Ηπειρωτών προς τον Βενιζέλο, με το οποίο εκφράζουν βαθύτατη ευγνωμοσύνη για την κατασύντριψη της ληστοκρατίας και την έναρξη έργων οδοποιίας. Παρακαλούν δε να συνεχίσει να δείχνει την ίδια ευμένεια προς την Ήπειρο και διαβεβαιώνουν ότι θα είναι αδιασάλευτη η αφοσίωσή τους προς Αυτόν.-
Γενικά η τετραετία 1928-1932 εναπόθεσε τη σφραγίδα της στην πνευματική και κοινωνική ζωή της πόλης μας. Δεν έγιναν όμως, αυτή την περίοδο, όσα έπρεπε να γίνουν για την Ήπειρο. Αυτό οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι συνεχίστηκαν και την περίοδο αυτή, με αμείωτο μάλιστα ρυθμό, οι γνωστές από το παρελθόν κομματικές διενέξεις και δίπλα σ' αυτές τα διάφορα σκάνδαλα -υπαρκτά και ανύπαρκτα- δεν άφησαν την πόλη και την περιοχή να ακολουθήσει την κανονική της πορεία. Η κατάσταση, άλλωστε, αυτή με τη σκανδαλολογία ήταν γενικότερη και βοήθησε την αντιπολιτευτική τακτική όχι μόνο των αντιβενιζελικών, αλλά και αυτών που είχαν συνεργαστεί με το Βενιζέλο. Ο Παπαναστασίου κατηγόρησε, μέσα στη Βουλή, το Βενιζέλο για ασύνετη οικονομική πολιτική που την απέδιδε στη μοιρολατρία του Πρωθυπουργού. Η άποψη αυτή του Παπαναστασίου προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Βενιζέλου ο οποίος, ένα μήνα πριν από την υποβολή της παραίτησής του -τον Απρίλιο του 1932- απάντησε στο χαρακτηρισμό που του απέδωσε ο Παπαναστασίου, με μια σύντομη, αλλά ιστορική αγόρευση, που θεωρήθηκε επικήδειός τoυ:
«Όταν αποθάνω –είπε ο Βενιζέλος- ο αρχηγός της Δημοκρατικής Ενώσεως θα αναγκασθή να με νεκρολογ ήση ως ακολούθως: Αγαπητοί φίλοι, ο προκείμενος νεκρός ήτο ένας αληθινός άνδρας, με μεγάλο θάρρος, με αυτοπεποίθησιν και δι' αυτόν και διά τον
λαόν, τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ίσως έκαμε πολλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν του απέλειψε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι δεν επερίμενε ποτέ από την μοίραν να ιδή την χώραν προηγμένην, αλλά έθεσεν εις την υπηρεσίαν αυτής όλον το πυρ το οποίον είχε μέσα του, κάθε δύναμιν ψυχικήν και σωματικήv».
Λόγια που δείχνουν ότι ο Βενιζέλος προέβλεπε ήδη πως ερχόταν το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας και της ζωής του. Δείχνουν επίσης την πικρία του για τις επιθέσεις που δεχόταν από τους πρώην συνεργάτες του διατηρούσε όμως την ελπίδα πως όταν τα πολιτικά λάθη κατασιγάσουν, οι Έλληνες θα τον θυμούνται με θαυμασμό και σεβασμό για τη γενικότερη προσφορά του προς την πατρίδα. Προσφορά που αναγνωρίστηκε σε πολλούς τομείς και μάλιστα στον τομέα της παιδείας.


Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929-1930.

Από όλους τους τομείς της κυβερνητικής δραστηριότητας, κατά την περίοδο 1928- , 1932, άξιο μνείας είναι το έργο που επιτελέστηκε στον τομέα της παιδείας. Την εποχή αυτή, με υπουργούς διαδοχικά τον Κ. Γόντι- κα και το Γ. Παπανδρέου, πραγματοποιήθηκε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που είχε σαν στόχο τον εκσυγχρονισμό της Εκπαίδευσης και την προσαρμογή της στα νέα δεδομένα.
Η προσπάθεια για μια ουσιαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δε γινόταν, για πρώτη φορά, από την κυβέρνηση του Βενιζέλου. Παρόμοια προσπάθεια είχε γίνει και το 1914. Πέρασαν όμως δεκαπέντε χρόνια και επανερχόταν στο ίδιο ακριβώς σημείο όπωςτόνισε στην εισηγητική έκθεση «επί των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων» ο υπουρ- γός Παιδείας Κ. Γόντικας «η Κυβέρνησις αισθάνεται εαυτήν ηναγκασμένην να ζητή και πάλιν σήμερον την ριζικήν ρύθμισιν των εκπαιδευτικών ημών πραγμάτων ως ασάλευτον βάσιν και απαραίτητον προϋπόθεσιν των γενικωτέρων αυτής ανορθωτικών προσπαθειών. Η Κ υβέρνησις των Φιλελευθέρων επανέρχεται μετά της αυτής στοργής και της αυτής πίστεως, προς την Παιδείαν, επιθυμούσα να δώση εις τον Ελληνικόν λαόν τα μέσα της εν ειρήνη πάλης, ως παρέσχεν αυτώ τοιαύτα κατά τους προσφάτους και νικηφόρους αγώνας».
Με τα εκπαιδευτικά νoμoσχέδια που έγι ναν νόμοι του κράτους:
• Το Δημοτικό Σχολείο έγινε εξαετές υποχρεωτικό, κοινό για όλα τα ελληνόπουλα, αγόρια και κορίτσια. Καταργήθηκαν τα τριτάξια Ελληνικά Σχολεία και μετατράπηκαν τα Γυμνάσια σε εξατάξια, ενώ ιδρύθήκαν και ξεχωριστά Γυμνάσια Θηλέων. Στα εξατάξια Γυμνάσια εγγράφονταν οι απόφοιτοι Δημοτικών Σχολείων, με εισιτήριες εξετάσεις.
* Ιδρύθηκαν κατώτερα επαγγελματικά Σχολεία - Γεωργικά - Εμπορικά - Βιοτεχνικά - Οικοκυρικά θηλέων, στα οποία εγγράφονταν απόφοιτοι των Δημοτικών Σχολείων, χωρίς εξετάσεις.
* Καθιερώθηκε ο θεσμός των εισιτηρίων εξετάσεων στα Πανεπιστήμια.
* Καθιερώθηκε η διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας και στα Γυμνάσια.
* Ανεγέρθηκαν εκατοντάδες νέα σχολικά κτίρια. Με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της τετραετίας 1928-1932, επιχειρήθηκε διοχέτευση μεγάλου αριθμού μαθητών προς τις Επαγγελματικές και Τεχνικές Σχολές και ο περιορισμός των Κλασικών Γυμνασίων, σε μια εποχή που υπήρχε πληθώρα αποφοίτων Κλασικών Γυμνασίων και πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών.
Η συμβολή του Καλούδη στην Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση
Σημαντική υπήρξε η συμβολή του Γ. Καλούδη στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της τετραετίας 1928-1932.
Διέθετε μακροχρόνιά εκπαιδευτική πείρα και είχε άμεση γνώση των μειονεκτημάτων τα οποία παρουσίαζε το εκπαιδευτικό σύστημα. Ήταν συνεπώς καθ' όλα αρμόδιος για να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαιδευτική προσπάθεια της κυβέρνησης.
Υπήρξε μέλος της επί της Παιδείας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, έλαβε μέρος στην Ι[κατάρτιση όλων των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων. Ιστορική υπήρξε η εισήγησή του κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου «περί διαρρυθμίσεως των Σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως». Επισήμανε την απόφαση της κυβέρνησης να προσαρμόσει τη Μέση Εκπαίδευση
στις νέες ροπές και ανάγκες και να ανοίξει καινούριους δρόμους με την ίδρυση των
Επαγγελματικών Σχολείων. Τόνισε την ανάγκη να αυξηθεί η υποχρεωτική εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων και να είναι τουλάχιστο οκταετής και όχι εξαετής που προβλέπεται για το νέο εξατάξιο Δημοτικό Σχολείο. Μίλησε για πληθωρισμό πτυχιούχων του Πανεπιστημίου οι οποίοι επιζητούν επίμονα θέση στο Δημόσιο και εισηγήθηκε αυστηρές εισιτήριες εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Διαφώνησε, μαζί με άλλα μέλη της Επιτροπής Παιδείας, για την απορρόφηση δύο τάξεων της Μέσης Εκπαίδευσης από τη Δημοτική, και τούτο διότι θεώρησε πως τα έξι χρόνια για τη Μέση Εκπαίδευση είναι ανεπαρκή.
Παραθέτουμε την εισήγησή του, όπως αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά της Βουλής κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιουλίου 1929:
Η εισήγηση του Καλούδη
Γ. ΚΑΛΟΥ ΔΗΣ. Δεν είχον σκοπόν ν' ανέλθω επί του βήματος πιστεύων, ότι η ηλικία μου ήτο κώλυμα να προσαρμοσθώ. Αφού όμως μου ανετέθη η εισήγησις επί του νομοσχεδίου των μεταρρυθμίσεων της Μέσης Εκ-παιδεύσεως εθεώρησα καθήκον μου να αναπτύξω τας γνώμας μου εν τη Βουλή. Δεν ήτο δυνατόν η Κυβέρνησις εν τω ανακαινιστικώ αυτής προ γράμμα τι να μη περιλάβη και τας μεταρρυθμίσεις τας εκπαιδευτικάς, αφού μάλιστα μετά τον πόλεμον νέα ρεύματα πανταχού ανεφάνησαν, ανατροπαί παλαιών δοξασιών επηκολούθησαν, είδωλα παλαιά κατασυνετρίβησαν. Προς τας νέας ταύτας ροπάς και ανάγκας έπρεπε βεβαίως να προσαρμοσθή και η εκπαίδευσις. Τούτο έπραξαν και άλλα Κράτη, μάλιστα δε αι νεαραί Δημοκρατίαι αι οποίαι μετά ζήλου επεδόθησαν εις την ανασύνταξιν του εκπαιδευτικού αυτών συστήματος και μετερρύθμισαν τούτο συμφώνως προς την νέαν κατάστασιν των πραγμάτων.
Τούτο εγένετο εν Ρουμανία και Αυστρία. Και αυταί μεν αι χώρα εσχημάτισαν πολυμελείς επιτροπάς αι οποίαι μετ' ενθέρμου ζήλου επεδόθησαν εις την εξέτασιν του ζητήματος τούτου εν συνειδήσει της σπουδαιότητος και κατέληξαν εις αποφάσεις, αίτινες ήδη μετεβλήθησαν εις νομοθετήματα.
Σοβαρωτάτη όντως νόσος είναι η αποστροφή προς την Γεωργίαν, η περιφρόνησις της χειρωνακτικής εργασίας, η υπέρμετρος προς την πνευματικήν μόρφωσιν. Έκαστος Έλλην έχει την μανίαν να βελτιώση την κοινωνικήν θέσιν του υιού αυτού παρασυρόμενος υπό της επιτυχίας και της λάμψεως ολίγων, των ευδοκιμούντων. Καταστρέφεται δε οικονομικώς, ίνα καμαρώση τον υιόν αυτού πτυχιούχον του Πανεπιστημίου. Η κατάστασις αυτή δεν ήτο δυνατόν να παραταθή και ορθότατα η Κυβέρνησις τέμνει νέας οδούς.
Προς τούτο ιδρύονται, προβλέπεται τουλάχιστον η ίδρυσις κατωτέρων επί του παρόντος γεωργικών σχολών και άλλων πρακτικών τοιούτων. Δεν με διέλαθε πόσον δυσχερές εί ναι το έργον και προ πόσων δυσχερειών θα ευρεθή η Κυβέρνησις, αλλ' η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.
Ήδη μεταβαίνομεν εις την εξέτασιν του νομοσχεδίου. Εις ακριβή κρίσιv αυτού αδυνατούμεν να προβώμεν, διότι το Νομοσχέδιον προβλέπει όπως όλαι αι λεπτομέρειαί του κανονιισθούν διά προεδρικών διαταγμάτων. Θα ήτο ευχής έργον αν ήτο δυνατόν να ομιλήση κανείς περί της πληθώρας των συγγραφέων η οποία ορίζεται εις την αυτήν τάξιv των Γυμνασίων, 8 - 9 συγγραφείς επιβάλλονται. Αν τις ήδη παραβάλη το πρόγραμμα των κλασικών γυμνασίων και των πρακτικών λυκείων θα ίδη ότι κατ' ουδέν διαφέρουν.
Βεβαίως κρίνει πας τις πού κείται η διαφορά. Η διαφορά κείται εις τας ώρας εργασίας. Αλλ' αν τις εξετάση απαραιτήτως το πρόγραμμα τούτο, θα ίδη ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει. Θα ήτο ευχής έργον να ηδυνάμεθα: να ασχοληθώμεν και εις λεπτομερειακήν εξέτασιν, αλλά δεν πρόκειται περί τούτου.
Ήδη μεταβαίνομεν εις το κείμενον: Εις την Μέσην Εκπαίδευσιν θα μεταβαίνωσιν, λέγει το Νομοσχέδιον, οι διανύσαντες τοv εξαετή κύκλον του Δημοτικού Σχολείου. Διά των εισιτηρίων εξετάσεων αι οποίαι επιβάλλονται εις τους μαθητάς τους αποφοίτους των Δημοτικών Σχολείων οίτινες θέλουν να φοιτήσουν εις τας σχολάς, καθίσταται η Δημοτική Εκπαίδευσις θεραπαινίς της Μέσης Εκπαιδεύσεως.
Aλλ’ ό, τι θεωρούμεν σοβαρόν μειονέκτημα εν τη διατάξει ταύτη εί ναι ότι βλάπτονται εκείνοι οίτινες είναι προωρισμένοι v' αποτελέσουν την ιθύνουσαν τάξιν. Αναγκάζονται ούτοι επί εξ έτη να μένωσιv εν τη Δημοτική Εκπαιδεύσει, ενώ η παιδαγωγική επιστήμη φρονεί, ότι μετά το 4 έτος οφείλει ο μαθητής να μεταβή εις την Μ. Εκπάιδευσιν, άλλως βλάπτεται η εξέλιξις αυτού. Ορίζεται διά την Μ. Εκπαίδευσιν εξαετής χρ6νος εντελώς ανεπαρκής.
Τούτο ομολογούν πάντες οι παιδαγωγικοί άνδρες εν Γερμανία, και εν τη εκθέσει μου αναφέρω την γνώμην του επικρατεστέρου πάντων των συγχρόνων παιδαγωδών του ………………..Ουδ' είδον πουθενά εις τας διαφόρους εφημερίδας, εις τα διάφορα πε- ριοδικά ν' αναφέρεται συγγραφεύς παιδαγωγός άξιος λ6γου ή και ανάξιος λόγου, ο οποίος να έχη αντίθετον γνώμην. Την γνώμην δε ταύτην την επιστημονικήν ακολουθούν και πάντες σχεδόν εν τοις Ευρωπαϊκοίς Κράτεσι. Τούτο συμβαίνει εν τη Γερμανία. Εκεί είναι 8 τάξεις της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως και 9 τάξεις της Μέσης εκπαιδεύσεως. Οι μαθηταί από της Τετάρτης του Δημοτικού μεταβαίνουν εις την Μέσην Εκπαίδευσιν. Εν τη Αυστρία μάλιστα περίπου η Μέση Εκπαίδευσις διαιρείται εις δύο στάδια.
Ενθυμίζει εις ημάς το Ελληνικ6ν Σχολείον. Τούτο γίνεται εν Αγγλία και Δανία. Εν Γαλλία είναι εναετής ο κύκλος. Η μόνη χώρα την οποίαν γνωρίζω εγώ ότι στηρίζει την εκπαίδευσιν αυτής την Μέσην εις την Δημοτικήν, είναι η Λιθουανία.
Δεν κάμνω λόγον περί της Σουηδίας, δι6τι εκεί τα εκπαιδευτικά πράγματα είναι εντελώς διάφορα των ιδικών μας.
Εκεί το Πανεπιστήμιον είναι επταετές και εν Αλβανία είναι εξαετής η Δημοτική Εκπαίδευσις. Ημείς μέχρι τούδε βεβαίως δεν δυνάμεθα να καυχηθώμεν, ότι ευρισκόμεθα εις διανοητικόν επίπεδον καλόν και άλλοι έκαμαν λόγον, τούτο και εγώ παρετήρησα εν τη πείρα δε δεν θα ετόλμων να αναφέρω εις την Βουλήν, αν μη έβλεπον και ανεγίνωσκον ότι εις εκ των επιφανεστέρων φιλολόγων, καθηγητής εν τω Πανεπιστημίω της Γερμανίας, εν τω συγγράματι το οποίον επιγράφει. . . . . . . . . λέγει: «η μέθοδος αυτή υπήρξεν ολεθρία, διότι κ.λ.Π. ». Εις την Πολωνίαν μόνον υπάρχουν ειδικά συστήματα, αλλαχού είναι επταετής της Δημοτικής και οκταετής της Μέσης, αλλαχού δε στηρίζεται η πενταετής Μέση Εκπαίδευσις επί οκταετούς Δημοτικής. Αλλ' εν τω Διεθνεί Συνεδρίω των λειτουργών της Μέσης Εκπαιδεύσεως του Βουκουρεστίου οι κ.κ. Μέγκαν και Λάραγγ έρριψαν την κραυγήν του κινδύνου. Λέγουν ότι καταστρέφεται η Μέση Εκπαίδευσις εάν αι κατώτεραι τάξεις αυταί προστεθώσιν εις τας ανωτέρας τάξεις της Δημοτικής. Και το συνέδριον του Βουκουρεστίου εδέχθη, 6τι πρέπει να είναι χωριστά τα Δημοτικά Σχολεία από των Γυμνασίων.
Εις λόγος κοινωνικ6ς ο οποίος επιβάλλει την τοιαύτην διάταξιν φρονώ ότι είναι ούτος: ότι νομίζουν, ότι οι μαθηταί δεν μεταβαίνουν εις Δημοτικά Σχολεία, αλλ' ακολουθούν το Ελληνικόν Σχολείον.
Τούτο δεν είναι καθ6λου αληθές, όπως δεικνύει η στατιστική, την οποίαν έλαβον εκ του εκπαιδευτικού συμβουλίου. Εάν δε προτιμώσιν οι χωρικοί να πέμπωσι τα τέκνα των εις τα Ελληνικά σχολεία, τούτο προέρχεται εκ της ποιοτικής διαφοράς του διδάσκοντος προσωπικού.
Πρέπει να γνωρίζετε, ότι δημοδιδάσκαλος μόλις απόφοιτος της πρώτης του Ελληνικού Σχολείου διδάσκει εις εξ τάξεις Δημοτικού Σχολείου.
Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ ( Υπουργός της Παιδείας ). Περί ποίων δημοδιδασκάλων ομιλείτε;
Διότι σκοπός του νομοσχεδίου και η όλη κατεύθυνσις είναι να εκκαθαρισθώσιν αυτοί.

Γ. ΚΑΛΟΥΔΗΣ. Αλλ' έχομεν τον πληθωρισμόν των αποφοίτων. Κατά του πληθωρισμού πρέπει βεβαίως να αντεπεξέλθωμεν, ουχί όμως διά βιαίων μέσων, αλλά παρεμβάλλοντες ανυπέρβλητα εμπόδια εις τους μαθητάς εκείνους, οι οποίοι δεν είναι υπό της φύσεως προωρισμένοι v' αποτελέσουν διδακτικόν προσωπικόν.
Τούτο δε θα γίνη αν μείνουν κλεισταί αι θύραι εις υπεραρίθμους, εάν υπάρχη αυστηρότης εις το Πανεπιστήμιον και κατά τας εισιτηρίους και κατά τας πτυχιακάς εξετάσεις. Η Μέση Εκπαίδευσις πρέπει να είναι αυστηρά των μελλόντων να φοιτήσωσιv εις αυτήν. ιΑυτή η αυστηρότης των εξετάσεων έδωκεν ήδη λαμπρά αποτελέσματα, διότι κατά το περυσινόν έτος έλαβον απολυτήριον Γυμνασίου 822 επί έλαττον του προηγουμένου έτους. Εις το Πανεπιστήμιον κατήλθεν εφέτος ο αριθμός των φοιτητών εις το ήμισυ περίπου.
Βλέπετε λοιπόν ποίαν σημασίαν έχει εις τον πληθωρισμόν η αυστηρότης των εξετάσεων. Πάντως οφείλω να ομολογήσω, ότι βραδυτέρα θ' αποβή η εκκαθάρισις, αλλ' ασφαλεστέρα και δημοκρατικωτέρα. Νόσοι μακραί χρήζουσι και μακράς θεραπείας, εί- πεν και ο αξιότιμος Πρόεδρος της Κυβερνήσεως. Αξιέπαινος είναι η σύνεσις ην εδείξατε, κ. υπουργέ, διότι η αθρόα κατάργησις Γυμνασίων θα επέφερε πραγματικήν θύελλαν. Συγκεφαλαιώ την γνώμην μου εις τρεις λέξεις. Πάντα τα του νομοσχεδίου έχουσι καλώς.
Αλλ' η απορρόφησις των δύο τελευταίων τάξεων της Μέσης Εκπαιδεύσεως υπό των δύο ανωτέρων της Δημοτικής θα είναι επιβλαβής και θα καταβιβάση πολύ το διανοητικόν επίπεδον του 'Εθνους, ενώ τουναντίον οφείλομεν πάση δυνάμει vα ανυψώσωμεν αυτό, εάν θέλωμεν να ίδωμεν τας μούσας επανακαμπτούσας εις την χώραν ήτις εθεοποίησεν αυτάς.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ο κ. Γ. Παπανδρέου έχει τον λόγον.
Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, η εισήγησις εις την οποίαν προέβη ο συνάδελφος εξ Ιωαννίνων, εξέφρασε μάλλον τας ατομικάς αυτού γνώμας και όχι τας γνώμας της Επιτροπής. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, ότι αι απόψεις τας οποίας εξέθεσε και τας οποίας άλλως τε συμμερίζονται πολλοί παιδαγωγοί παρ' ημίν, είναι απόψεις άξιαι πολλής προσοχής και η Επιτροπή ως τοιαύτας τας εξετίμησεν. Κατόπιν όμως μακρών συζητήσεων, κατά πλειοψηφίαν συνεμερίσθη τας απόψεις του κ. υπουργού της Παιδείας, και τας συνεμερίσθη διά τους ακολούθους λόγους. Θα τους εκθέσω συνοπτικώς, επειδή διά μακρώv ωμίλησα κατά την γενικήν εισήγησιv και επιθυμώ μόνον επί του σημείου αυτού να είπω ολίγας λέξεις.
Η υπό του προλαλήσαντος καταπολεμηθείσα αρχή, δηλ. η αρχή η δημοκρατική, κατά την οποίαν συνεκπαιδεύονται όλα τα τέκνα του Ελληνικού λαού εις την δημοτικήν εκπαίδευσιν, είναι αρχή ασφαλώς βασική και γόνιμος, αλλά δεν υπήρξεν η μόνη επί της οποίας εστηρίχθη το σύστημα των δύο εξαετών κύκλων της εκπαιδεύσεως. Οι πρόσθετοι λόγοι είναι οι ακόλουθοι. Εάν η δημοτική εκπαίδευσις δεν είναι εκπαίδευσις γενική, δεν είναι δυνατόν να έχωμεν πλήρη πεποίθησιν ότι η προσοχή του Κράτους και η προσοχή του λαού θα είναι αμέριστος, εις τρόπον ώστε v' αποτελέση ασφαλή και γόνιμον βάσιν εκπαιδεύσεως εν τω δημοτικώ σχολείω.
Δεν υπάρχει πλήρης εγγύησις ότι το δημοτικόν σχολείον θα οργανωθή εις τοιούτον βαθμόν, ώστε πράγματι να παρέχη πλήρη απόδοσιν. Δεύτερον, εάν θέσωμεν την αρχήν της εγκαταλείψεως του δημοτικού σχολείου από της τετάρτης τάξεως, θα υποχρεώσωμεν τα τέκνα των χωρικών, πρώτα, να λαμβάνουν προώρως απόφασιν, ενώ δεν γνωρίζομεν εάν μετά την εξαετίαν θα αποφασίσουν να ακολουθήσουν την μέσην εκπαίδευσιν ή την πρακτικήν σχολήν.
Δεύτερον, εάν αποφασίσωμεν να στείλωμεν τα τέκνα των χωρικών από της τετάρτης του δημοτικού εις την Μέσην εκπαίδευσιν, θα υποχρεώσωμεν τα τέκνα των, τα ηλικίας 10 ετών να εγκαταλείψουν το χωρίον των. Αυτό είναι ασύμφοφορον και προς αρχήν παιδαγωγικήν και προς τας οικονομικάς συνθήκας του τόπου μας, διότι παιδαγωγικώς μεν δεν είναι ορθόν εις ηλικίαν 10 ετών το παιδί ν' αποσπάται από τους κόλπους της οικογενείας του, οικονομικώς δε είναι επιζήμιον διότι η οικογένειά του θα έχει και διετείς προσθέτους δαπάνας.
Αλλ' εκτός τούτου, θα υπέβαλε το Κράτος εις υπέρογκα έξοδα.
Γ. ΚΑΛΟΥΔΗΣ. Εγώ θα εφρόνουν, ότι θα έπρεπε να καταταργηθούν σχολεία της Μέσης Εκπαιδεύσεως, ώστε το κέρδος το εκ της καταργήσεως να ισοφαρίση προς δαπάνας της Μέσης Εκπαιδεύσεως. Διότι ενθυμείσθε, ότι πολλάκις είπον ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, ότι εγώ περιμένω να μορφωθούν χαρακτήρες, όχι ημιμαθείς. Οι ημιμαθείς δεν είναι δυνατόν ποτέ να είναι χαρακτήρες.
Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατά την συζήτησιν του νομοσχεδίου περί στoιχειώδoυς εκπαιδεύσεως είπον ποία ήσαν τα ελαττώματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και ανέπτυξα κατά πόσον, όσον αφορά την στοιχειώδη εκπαίδευσιν, αίρονται τα ελαττώματα αυτά, κατά πόσον δηλ. ο επιδιωκόμενος σκοπός επιτυγχάνεται. Ετόνισα δηλ. ποία ήσαν τα χάσματα τα οποία δημιουργεί το οικονομικόν πρόβλημα όσον αφορά την στοιχειώδη εκπαίδευσιν, αλλά και την στοιχειώδη τεχνικήν εκπαίδευσιν. Ας έλθωμεν τώρα εις το νομοσχέδιον περί μέσης εκπαιδεύσεως, το οποίον αποτελεί την δευτέραν βάσιν του εκπαιδευτικού προγράμματος της Κυβερνήσεως. Είπομεν ότι ατέλεια του εκπαιδευτικού μας συστήματος όσον αφορά την μέσην εκπαίδευσιν ήτο η μονομέρεια της κατευθύνσεως, η κατεύθυνσις η μονομερής εις εγκυκλοπαιδικήν μόρφωσιν, η ατέλεια της εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως, η έλλειψις επαγγελματικής μορφώσεως. Ας ίδωμεν τώρα πώς διορθώνονται τα πράγματα διά του υπό συζήτησιν νομοσχεδίου. Μεταρρυθμίζεται το Γυμνάσιον. Μεταρρυθμίζεται από δύο απόψεων, αφ' ενός από της απόψεως των διδακτικών μαθημάτ ων. Είναι ανάγκη να εξετάσω κατά πόσον αυτή η μεταρρύθμισις είναι ικανοποιητική. Θα είπω πρώτον διάτα έτη της φοιτήσεως. Ο αξιότιμος εισηγητής της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής ετόνισεν ήδη, ότι, η μόρφωσις η οποία πρόκειται να δίδεται εις τα Γυμνάσια δεν είναι δυνατόν να είναι ικανοποιητική και παρεπονέθη ιδίως κατά της προσθήκης δύο τάξεων εις την στοιχειώδη εκπαίδευσιν υπό τον όρΟΥ αυταί αι δύο τάξεις ν' αποτελούν προβαθμίδα της Μέσης Εκπαιδεύσεως. Δεν έχω αντίρρησι ν να προστεθούν και δύο και τρεις τάξεις εις την στοιχειώδη εκπαίδευσιν, έχω όμως αντίρρησιν αποτελούν προβαθμίδα της Μέσης Εκπαιδεύσεως. Δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσω με τον αξιότιμον εισηγητήν της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, διά τους λόγους τους οποίους ανέπτυξεν ήδη ο Πρόεδρος της Κοινοβουλετικής Επιτροπής και κυρίως διότι εγώ νομίζω, ότι έχομεν απόλυτον ανάγκην ενός σχολείου στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, εις το οποίον οι μαθηταί πάσης τάξεως ν' αποκτούν μαζί όλας τας στοιχειώδεις γνώσεις αι οποίαι είναι απαραίτητοι διά κάθε πολίτην και στοιχειώδεις τινάς ικανότητας διά την βιοπάλην, διό τι κανείς δεν δύναται να γνωρίζη και εάν έχουν τα μέσα να εισέλθουν εις την πρώτην γυμνασιακήν τάξιν, κανείς δεν ημπορεί να γνωρίζη εάν θα είναι δυνατόν τα παιδιά αυτά εισερχόμενα εις το Γυμνάσιον να ακολουθήσουν μέχρι πέρατος τας γυμνασιακάς σπουδάς. Και εν τοιαύτη περιπτώσει θα είχομεν τον μέγαν κίνδυνον να δίδωμεν μόρφωσιν εις ένα μέγαν αριθμόν μαθητών, η οποία δεν θα ήτο χρήσιμος διά την βιοπάλην.
Επειδή λοιπόν ο μεγαλύτερος αριθμός τα 0.90 της μαθητιώσης νεολαίας θ' ακολουθήση σπουδάς μέσης εκπαιδεύσεως, είναι απόλυτος ανάγκη, επειδή κανείς δεν ημπορεί να γνωρίζη ποίοι θα είναι ικανοί να προχωρήσουν εις τας σπουδάς τας εγκυκλοπαιδικάς, είναι απόλυτος ανάγκη όλα αυτά τα παιδιά να λαμβάνουν στοιχειώδη εκπαίδευσιν. Δι' αυτόν τον λόγον δεν είμαι σύμφωνος με το παράπονον, με τας αντιρρήσεις του κ. Εισηγητού της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής όσον αφορά τας διατάξεις του δημοτικού σχολείου, τας οποίας πρέπει να διατηρήσωμεν και να φροντίσωμεν μόνον να είναι πραγματική αυτή η στοιχειώδης μόρφωσις εις τα δημοτικά σχολεία.
Διότι ό, τι γίνεται σήμερον πρέπει να ομολογήσωμεν ότι είναι μεταβατική περίοδος. Αυξάνονται αι τάξεις και βεβαίως γίνεται κάτι το πάρα πάνω, αλλά διατηρούνται τα σχολεία τα οποία λειτουργούν εις την Παλαιάν Ελλάδα. Αν θέλωμεν η στοιχειώδης εκπαίδευσις να αποδώση ους καρπούς τους οποίους θέλομεν να αποδώση, πρέπει να εξυγιανθή η διδασκαλία ποιοτικώς. Αλλ' ανεξαρτήτως τούτου είναι νομίζω εκτός αμφισβητήσεως, ότι η 6ετής μόρφωσις εις τα Γυμνάσια δεν είναι επαρκής.
Έχομεν ήδη εξαετούς φοιτήσεως γυμνάσια εις τας Νέας Χώρας. Ποίοι είναι οι καρποί τους οποίους απέδωσαν τα εξαετούς φοιτήσεως γυμνάσια εις τας Νέας Χώρας; Δεν είναι καθόλου ημπoρεί να είπη τις διάφοροι των καρπών τους οποίους δίδουν τα σχολεία εις την Παλαιάν Ελλάδα και είναι παραδεδεγμένον, ότι οι καρποί αυτοί είναι ήκιστα ικανοποιητικοί. Δηλαδή οι απόφοιτοι των Ελληνικών Γυμνασίων ευρίσκονται εις πολύ κατώτερον επίπεδο μορφώσεως από τους αποφοίτους των Γυμνασίων σχεδόν όλων των Ευρωπαίκών Κρατών.
Δεν υπάρχει λοιπόν καμμία πιθανότητα ότι με την εξαετή φοίτησιν είναι δυνατόν να έχωμεν αποφοίτους Γυμνασίων τυγχάνοντας αρίστης εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως: Η διόρθωσις νομίζω ανεξαρτήτως της ποιοτικής αποδόσεως του διδασκαλικού προσωπικού, η διόρθωσις πρέπει να επιδιωχθή με την προσθήκην ενός ακόμη έτους φοιτήσεως εις το Γυμνάσιον. Να φθάσωμεν δηλαδή και ημείς όσον αφορά την εγκυκλοπαιδικήν μόρφωσιν εις τα όρια της φοιτήσεως την οποίαν έχουν τα Ευρωπαϊκά Κράτη, δηλαδή η Γαλλία, η Γερμανία και η Αγγλία της 13ετούς τουτέστιν φοιτήσεως. Ο κ. υπουργός της Παιδείας θα είπη ότι σήμερον αυξάνομεν κατά 1 έτος τα έτη της παιδείας όσον αφορά την Π. Ελλάδα, και αργότερον είναι δυνατόν να αυξηθούν κατά 1 ακόμη έτος. Νομίζω ότι η αντίρρησις αυτή δεν είναι δυνατόν να είναι βάσιμος. Αφού δηλαδή προβαίνομεν εις μίαν μεταρρύθμισιν είναι ανάγκη χάριν της πνευματικής αναπτύξεως της Ελλάδος. Δεν πρόκειται σήμερον περί του μεγάλου αριθμού των Ελληνοπαίδων, τα οποία φοιτούν μόνον εις τα σχολεία της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως. Πρόκειται περί των 10% τα οποία ακολουθούν σπουδάς εγκυκλοπαιδικάς.
Έχομεν ανάγκην αυτοί να μη εξέρχωνται αμαθείς, Πρέπει να εξέρχωνται τόσον μορφωμένοι, όσον οι ανήκοντες εις τα Γερμανικά σχολεία ή εις τα Γαλλικά ή εις τα Αγγλι κά σχολεία διότι τότε και μόνον ημπορούμεν να ελπίσωμεν ότι αυτοί οι διανοούμενοι θα εκπληρώσουν τας λειτουργίας τας κοινωνικάς και τας οικονομικάς τας οποίας προσδοκά από αυτούς η κοινωνία και θα ημπορέσουν ακόμη περισσότερον να επιδοθούν, να ακολουθήσουν ευδοκίμως εις τας Ακαδημαίκάς σπουδάς.
Δεν είναι ορθόν το αναφερόμενον εις το νομοσχέδιον, ότι το Γυμνάσιον υπάρχει μόνον δι' εκείνους οι οποίοι θα υπάγουν εις το Πανεπιστήμιον. Το Γυμνάσιον είναι δι' όλους εκείνους οι οπoίοι θέλουν εγκυκλοπαιδικήν μόρφωσιν, διότι αυτή είναι αναγκαία.
Είναι δυνατόν ν' ακολουθήση αυτήν πας ο οποίος θέλει ν' ακολουθήση ανωτέρας σπουδάς. λοιπόν πιστεύω ότι η ατέλεια του νομοσχεδίου είναι αυτή, ότι δεν φροντίζει να δοθή πραγματικώς πλήρης εγκυκλοπαιδική μόρφωσις εις τα Γυμνάσια. Νομίζομεν, ότι με την εξαετή φοίτησιν είναι αδύνατον να γίνη διδασκαλία λογικής ή ψυχολογίας ή και στοιχειωδών ακόμη ιστορικών μαθημάτων τα οποία διδάσκονται εις τα Ευρωπαϊκά Γυμνάσια. Επίσης είναι αδύνατον να γίνη μία διδασκαλία της λογοτεχνίας. Δεν ημπορεί να θεωρηθή ένας άνθρωπος μορφωμένος, αν δεν έχη γνώσιν όχι μόνον της Ελληνικής κλασσικής φιλολογίας, αλλ' και των νεωτέρων φιλολογιών. Επίσης είναι ανάγκη να διδαχθούν στοιχεία πολιτικής οικονομίας. Η πολιτική οικονομία είναι σήμερον ένα μάθημα γενικής μορφώσεως, όπως επίσης είναι δυνατόν να είπη τις ότι η χημεία, η φυσική και όλα τα γενικά μαθήματα πρέπει να θεωρηθούν και αυτά γενικόν μάθημα, διότι χρησιμεύουν διά πάντα επιστήμονα, διά πάντα άνθρωπον. λοιπόν, αυτά τα μαθήματα είναι απαραίτητα.
Δεν θέλω να εισέλθω εις την λειτουργίαν των διδακτέων μαθημάτων, θεωρώ αναμφισβήτητον, ότι η εξαετής φοίτησις εις το Γυμνάσιον είναι απολύτως αδύνατον ν' αποδώση τους καρπούς τους οποίους προσδοκώμενο Αυτή δε είναι και η γνώμη πολλών λειτουργών της μέσης εκπαιδεύσεως, οι οποίοι έχουν πείραν, δηλαδή ότι σήμερον η επταετής εγκυκλοπαιδική μόρφωσις την οποίαν έχομεν είναι εντελώς ανεπαρκής. Αν υπολογίζωμεν να έχωμεν ενιαίον πρόγραμμα μιας διδασκαλίας εξαετούς, και πάλι ν είναι αδύνατον να φέρωμεν αποτελέσματα.
Επιμένω λοιπόν, ότι έχομεν ανάγκην της 7ετούς φοιτήσεως».
Οι προτάσεις του Καλούδη
ο Γ. Καλούδης είναι εκείνος ο οποίος κατά τις συνεδριάσεις της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας παρουσίασε τα βασικά μειονεκτήματα του εκπαιδευτικού συστήματος τα οποία συνόψιζε στα παρακάτω:
1oν. Το εκπαιδευτικόν μας σύστημα δεν ανταποκρίνεται προς τας ανάγκας της κοινωνίας μας, διότι έλειψεν η ενιαία μελέτη των αναγκών της και η ενιαία διοίκησις και κατεύθυνσις της παιδείας.
2ον. Το εκπαιδευτικόν μας σύστημα παρημέλησε την εκπαίδευσιν των μεγάλων λαϊκών μαζών, καταστήσαν την παιδείαν ημών ολιγαρχικήν.
3oν. Έδωσε μονομερή κατεύθυνσιν εις την παιδείαν, καθαρώς θεωρητικήν, παραμελήσαν την πρακτικήν μόρφωσιν προς βλάβην των πλουτοπαραγωγικών κλάδων.
4ον. ΙΙαρημπόδισε την επίγνωσιν των στοιχείων του νεοελληνικού πολιτισμού προς βλάβην και της πνευματικής και της υλικής του λαού ανυψώσεως.
5ον. Παρά τάς προόδους αίτινες εσημειώθησαν εις τον καταρτισμόν του διδακτικού προσωπικού, πολλά εισέτι υπολείπονται να γίνωσι διά την απόκτησιν αρτίων διδασκάλων ως και διά την βετίωσιν του υπάρχοντος προσωπικού, όπερ κρατείται αποκεκλεισμένον εν τη μορφώσει, ην έλαβεν εκ των πηγών της προελεύσεώς του.
6ον. Δεν μας έδωσε μέχρι τούδε υγιεινά και κατά τους κανόνας της Παιδαγωγικής ιδρυμένα διδακτήρια, και
7ον. Ελάχιστα προήγαγε την φυσικήν αγωγήν των Ελληνοπαίδων.
Σ' αυτόν δε οφείλεται το σχετικό άρθρο το οποίο προέβλεπε την ίδρυση, στις πρωτεύουσες νομών, θέσεων καθηγητών για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας και των Εκθέσεων.
Εισηγήθηκε – και έγινε δεκτή η εισήγησή του παμψηφεί από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας- την απόρριψη του σχεδίου νόμου περί κυρώσεως του από 29 Οκτωβρίου 1927 Ν.Δ. περί κυρώσεως του από 30 Απριλίου 1926 Ν .Δ. περί επεκτάσεως των διατάξεων του Καταστατικού Νόμου της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος επί της Μητροπόλεως Ιωαννίνων. Θεώρησε ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε κακό προηγούμενο και θα ήγειραν παρόμοιες αξιώσεις και άλλοι μητροπολίτες με άσκοπη σπατάλη χρήματος.
Πρωτοστάτησε, μαζί με άλλα μέλη της επί της Παιδείας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, στη διαμόρφωση και στην ψήφιση του νόμου 5019/1931 «Περί ιδρύσεως Σχολικών Ταμείων και Σχολικών Εφορειών». Στο άρθρο 22, παραγρ. 1, του νόμου αυτού ορίζεται:
«Εις τα διά του παρόντος νόμου συνιστώμενα σχολικά ταμεία μεταβιβάζεται παν ενοχικόν ή εμπράγματον δικαίωμα των ήδη υφισταμένων σχολικών ταμείων Εκπαιδευτικής Πρόνοιας. των πάσης φύσεως ακινήτων η μεταβίβασις της κυριότητας επέρχεται αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος νόμοv».
Στο νόμο αυτό περιλαμβάνονται και τα σχολικά κτίρια τα οποία προέρχονται από κληροδοτήματα. Ήξερε ο Καλούδης ότι τέτοια σχολικά κτίρια υπήρχαν αρκετά στα Γιάννινα, τα οποία όμως δεν είχαν περιέλθει στα Σχολικά Ταμεία Εκπαιδευτικής Πρόνοιας, σύμφωνα με τους νόμους 2508/1920 και 2442/1920. Για το λόγο αυτό φρόντισε:
α) Να προστεθεί παράγρ. 2 στο άρθρο 22 του ν. 5019/1931 στην οποία αναγράφεται:
«Εις την κυριότητα των Σχολικών Ταμείων μεταβιβάζεται η σχολική περιουσία η εκκαθαρισθείσα ή εκκαθαρισθησομένη, κατά τας διατάξεις του νόμου 2508/1920, παρέχεται δε προθεσμία ενός έτους διά τυχόν μη γενομένην εκκαθάρισιv».
β) Να προστεθεί στο άρθρο 26 του ν. 5019/1931 παράγραφος στην οποία ρητά αναφέρεται:
«Καταργείται πάσα διάταξις, αντικειμένη εις τον παρόντα νόμοv».
Τέτοιες διατάξεις που καταργήθηκαν με το νόμο 5019/1931, περιείχε το από 30-4-1926 διάταγμα της δικτατορίας του Παγκάλου, με το οποίο η πόλη των Ιωαννίνων εξαιρούνταν από τις διατάξεις του νόμου 2508/1920 και τη διαχείριση των σχολικών περιουσιών εξακολουθούσε να την ασκεί η Εφοροεπιτροπεία.
Και ο νόμος όμως 5019/1931 δεν εφαρμόστηκε στην πόλη των Ιωαννίνων. το θέμα των σχολικών περιουσιών εξακoλoυθεί μέχρι σήμερα, να βρίσκεται σε νομική εκκρεμότητα και αταξία.
Ενδιαφέρθηκε και πέτυχε την εφαρμογή του νόμου 4373/13-8-1929 «Περί μεταρρυθμίσεως των Σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως» σχετικού με την ίδρυση Γυμνασίων Θηλέων. Το αίτημα της ιδρύσεως Γυμνασίου Θηλέων στα Γιάννινα είχε υποβληθεί στο Γεώργιο Καλούδη από το Δημοτικό Συμβούλιο Ιωαννίνων, τα Επαγγελματικά Σωματεία και τους Συλλόγους της πόλης. Με κοινό ψήφισμά τους επισήμαιναν τις συνέπειες «από το κρατούν σύστημα συνεκπαιδεύσεως μαθητών αμφοτέρων των φύλωv» και διατύπωναν τις παρακάτω - παράδοξες οπωσδήποτε- απόψεις: «Διά της ιδρύσεως του Γυμνασίου Θηλέων θέλετε συντελέση εις την αρτιωτέραν μόρφωσιν των νεανίδων και εις την διατήρησιν των ελληνικών ηθών, εφ' ων θεμελιούται η οικογένεια. Η συνεκπαίδευσις ωθεί την νεολαίαν προς την ηθικήν διαστροφήν και εκφυλισμόν, κλονιζομένης δε της ηθικής διασείεται αυτή η ιδέα της οικογενείας και μετ' αυτής της θρησκείας και της πατρίδος και αναπτύσσεται ροπή προς τον κομμουνισμόν, ως ταύτα κατέδειξε πολυετής πείρα».
Ίσως η δημιουργία Γυμνασίων Θηλέων για τα δεδομένα εκείνης της εποχής να ήταν απαραίτητη, όχι όμως για τους λό γους που επικαλούνται ο Δήμος Ιωαννιτών και τα σωματεία της πόλης στο σχετικό ψήφισμα.
Το αίτημα της πόλης για τη μετατροπή του Β' Γυμνασίου σε Γυμνάσιο Θηλέων δεν ικανοποιήθηκε αρχικά για λόγους οικονομικούς, όπως αναφέρει το ιδιαίτερο γραφείο του Υπουργού Παιδείας προς το Γεώργιο Καλούδη. Έπειτα όμως από ενέργειες του Καλούδη, το Γυμνάσιο Θηλέων ιδρύθηκε και δόθηκε εντολή στο Γενικό Επιθεωρητή να κανονίσει τα της εγγραφής. Με πράξη που υπογράφηκε την 1-10-1931 το Β' Γυμνάσιο Ιωαννίνων μετονομάστηκε σε Γυμνάσιο Θηλέων Ιωαννίνων και ως τέτοιο λειτούργησε από το σχολικό έτος 1931-1932. Σε συνεδρίαση του Συλλόγου των Καθηγητών, την 1 Οκτωβρίου 1931, ο Γυμνασιάρχης Δημ. Σακελλαρίδης ανακοίνωσε τη μετατροπή του Σχολείου σε Γυμνάσιο Θηλέων και σε σύντομη εισήγησή του, επισήμανε τις υποχρεώσεις που δημιουργούνται από τα νέα δεδομένα. Είπε χαρακτηριστικά ο Γυμνασιάρχης:
«Νέαι άρα υποχρεώσεις αναμένουσιν ημάς. Οφείλομεν κατά ταύτα, συμφώνως προς το νέον περιβάλλον, τον νέον τούτον τύπον του Σχολείου ημών να κανoνίσωμεν και την περαιτέρω πορείαν ημών, τη τε τη Διοικήσει του Σχολείου και τη διδασκαλία. Επιβάλ λεται όθεν πάσιν ημίν να διάγωμεν και φερώμεθα προς τας μαθητρίας ημών μετ' ευγενείας και λεπτότητος. Και ο τρόπος της διδασκαλίας δέον να είναι ανάλογος προς την φύσιν των μαθητριών. Η Πολιτεία και η κοινωνία ευλόγως έχει απαιτήσεις παρ' ημών και αναμένει εκπλήρωσιν πόθων και ιδανικών της παρ' ημών. Εύχομαι να επιτύχωμεν άπαντες εις το νέον ημών έργον».
Ας μην ξεχνάμε ότι με τα δεδομένα της εποχής εκείνης (1931) η λειτουργία ενός Γυμνασίου Θηλέων ήταν «νέον έργον».
Δεν υπάρχει θέμα εκπαιδευτικό που να απασχόλησε τα Γιάννινα και την Ήπειρο γενικότερα, για το οποίο να μην έδειξε ενδιαφέρον ο Καλούδης και να μη βοήθησε στην προώθησή του.
Δεν υπάρχει θέμα εκπαιδευτικό που να απασχόλησε την κυβέρνηση Βενιζέλου, κατά την τετραετία 1928-1932, με το οποίο να μη συνδέεται ο Καλούδης και να μη διατυπώνει ευθαρσώς -άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε διαφωνώντας- τη γνώμη του. Γι' αυτό και η προσφορά του στα εκπαιδευτικά πράγματα της πατρίδας μας, κατά την περίοδο που ήταν βουλευτής, κρίνεται όλους σημαντική.
Με τη λήξη της θητείας της κυβέρνησης Βενιζέλου, το Μάιο του 1932, λήγει και η βουλευτική θητεία του Γ. Καλούδη. Και μαζί μ' αυτή και η ενεργός συμμετοχή του στην πολιτική.

Ο Καλούδης και η πολιτική. Αν η πολιτική είναι το σύνολο των μέσων που απαιτούνται για να εξασφαλίσει κανείς την εξουσία, να τη διατηρήσει και να επωφεληθεί απ’ αυτή, πως υποστήριζε ο Μακιαβέλι και όπως την αντιμετωπίζουν σήμερα αρκετοί πολιτικοί, τότε ο Καλούδης δεν είχε καμιά σχέση με αυτού του είδους την πολιτική.
Αν όμως η πολιτική είναι μια τέχνη, αντικείμενο της οποίας είναι ο άνθρωπος και σκοπός της «το κάλλιστον», όπως την αντιλαμβάνεται ο Πλάτων, αν ο σκοπός της πολιτικής ταυτίζεται με την ηθική τελείωση του ανθρώπου και με το «ευ ζην», όπως υποστήριζε ο Αριστοτέλης, αν η πολιτική δραστηριότητα συνδέεται με τα συλλογικά ιδανικά και τους ηθικούς σκοπούς με τους οποίους την ταύτισαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, και οι οποίοι συνιστούν την ουσία της, αν η πολιτική κατανοείται πλέον όχι ως αυτόνομη από την κοινωνία και τα συμφέροντά της λειτουργία, αλλά ως άμεση αντανάκλαση και ως αναγκαίο αποτέλεσμά της, όπως παραδέχονται και αυτοί οι οπαδοί της θεωρίας του Μαρξ, τότε αυτή είναι η πολιτική που ταίριαζε στον Καλούδη. Γιατί ο Καλούδης ήταν «πολιτικόν ον» κατά τη γνωστή Αριστοτελική άποψη. Δεν είδε ποτέ την πολιτική ως επάγγελμα, την είδε ως λειτούργημα. Δεν είδε την πολιτική ως μέσο επιβίωσης, την είδε ως μέσο, ως ευκαιρία προσφοράς. Ούτε ήταν, ως εκπαιδευτικός, ένας απλός τεχνοκράτης που πρόσφερε τις εξειδικευμένες γνώσεις του στην εκπαιδευτική πολιτική που άσκησε η κυβέρνηση Βενιζέλου, κατά την περίοδο που ήταν βουλευτής. Αυτό ο Καλούδης το θεωρούσε λάθος και ταυτόχρονα επικίνδυνο. Πίστευε πως σε κάθε τομέα της πολιτικής ζωής, τον εκπαιδευτικό, τον οικονομικό, το στρατιωτικό, χρειάζονται οι ειδικοί, οι έμπειροι και οι ενήμεροι, που συγκεντρώνουν τα απαραίτητα για κάθε θέμα στοι χεία, τα αναλύουν μεθοδικά και διατυπώνουν τις προτάσεις τους διαζευκτικά και με δυνατότητα πάντοτε εκλογής απ' τους υπεύθυνους, Αυτοί οι υπεύθυνοι είναι οι πολιτικοί' σ' αυτούς ανήκει η πρωτοβουλία και η υποχρέωση, σε μια ευνομούμενη δημοκρατική χώρα, να προβαίνουν στην οριστική σύνταξη και στην εφαρμογή ενός προγράμματος, Και για να το πετύχουν αυτό χρειάζεται δεξιότητα και θάρρος. Ο Καλούδης είχε το πλεονέκτημα να διαθέτει και τα δυο: εμπειρία και ενημέρωση γύρω από τα εκπαιδευτικά πράγματα ως εκπαιδευτικός με μακρόχρονη -και περιπετειώδη- θητεία στην εκπαίδευση, δεξιότητα και θάρρος ως πολιτικός, κατά τη σύντομη -αλλά σε κρίσιμες για την εθνική μας ζωή- πολιτική του σταδιοδρομία. Είχε επίσης την ευτυχία να συνδεθεί στη ζωή του με τη μεγάλη πολιτική προσωπικότητα που σημάδεψε, με την παρουσία του και τη δράση του, την εθνική μας ζωή, τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αυτού υπήρξε άμεσος συνεργάτης και θαυμαστής, αυτόν είχε ως πρότυπο στην πολιτική δράση του, για χάρη του υπέστη τις αλλεπάλληλες ταλαιπωρίες, επαγγελματικές και προσωπικές, στη ζωή του ταλαιπωρίες που κάθε άλλο παρά τον ενοχλούσαν αντίθετα τον γέμιζαν από χαρά και ικανοποίηση την οποία συχνά εκδήλωνε τους συνομιλητές του, επαναλαμβάνοντας τη φράση: «χαίρω πάσχων υπέρ τοιούτου μεγάλου ανδρός, του Ελευθερίου Βενιζέλου».
Βρήκε πολλές φορές τη ευκαιρία να εκδηλώσει το θαυμασμό του στο Βενιζέλο και να δείξει την αφοσίωσή του σ' αυτόν, Τον συγκλόνισε όμως η απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, τον Ιούνιο του 1933, στην Κηφισιά, Τότε έγραψε και τούτα τα γεμάτα πόνο και αγανάκτηση λόγια:
«Ευνόητος η ημετέρα αγανάκτησις, ευνόητος η ημετέρα φρίκη, ότε ανεγιγνώσκομεν σήμερον το άγγελμα της στυγεράς και μιαράς αποπείρας κατά του Μεγάλου Αρχηγού του Κόμματος των Φιλελευθέρων και της μεγάλης ευεργέτιδος, της εριτίμου αυτού συζύγου,
Αλλά τι έπταισε τέλος πάντων ο ανήρ ούτος; Εις τι έγκλημα υπέπεσεν, ώστε τρεις δολοφονικαί απόπειραι να εξυφανθώσι κατ' αυτού; Την περιφρονημένην Ελλάδα ενέδυσε πορφύραν ευκλείας, τα σύνορα από της Μελούνας μετέθεσεν εις τον Έβρον. δεν θέλω να αναφέρω την συνθήκην των Σεβρών, τα έλη επεχείρησε να αποξηράνη, τας τρώγλας των σχολείων μετέβαλεν εις σεμνοπρεπείς των Μουσών ναούς, μακραίωνας έχθρας και μίση κατεσίγασε, την ειρήνην εξησφάλισε διά των συμφώνων φιλίας μετά των γειτόνων λαών, το συγκοινωνιακόν δίκτυον επολλαπλασίασε, τι τέλος πάντων των δυνατών γενέσθαι δεν κατόρθωσε; Και όμως κατά του τοιούτου ανδρός ευρέθησαν χείρες απατρίδων εκφύλων να κενώσωσι τα όπλα αυτών. Επί τοσούτον λοιπόν τυφλώνει το μίσος, επί τοσούτον έκφρονας απεργάζεται τους υπ' αυτού κατεχομένους;
Αλλά και εάν πάντα ταύτα δεν ελάμβανον υπ' όψιν, δεν αντελήφθησαν καν οι αποτρόπαιοι ούτοι δολοφόνοι πόσον κρισιμώταται διά το οικονομικόν μέλλον του Έθνους είναι αι παρούσαι περιστάσεις; Δεν σκέπτονται πόσον ολεθρία ήτο εις τας ενεργείας της Κυβερνήσεως η ανοσιουργία αυτών; Ενώπιον της Κοινωνίας των Εθνών έπρεπε να φανή το Κράτος εν απολύτω ηρεμία και ησυχία. και όμως τα αποφώλια αυτά τέρατα ουδέν έλαβον προ οφθαλμών,
Έχω την ακράδαντον πεποίθησιν ότι διά το στίγμα τούτο το εγκολαφθέν εις το Έθνος μάλιστα θα λυπήται η Κυβέρνησις και θα προσπαθήση πάση δυνάμει να ανακαλύψη και παραπέμψη εις τας χείρας της Δικαιοσύνης τα βδελύγματα ταύτα τα οποία ηθέλησαν να δολοφονήσωσιν όχι τον Βενιζέλου, αλλά την οικονομικήν υποστασινημών.
Ας δοξάσωμεν τον μέγαν της Ελλάδος Θεόν διά την νέαν ταύτην εύνοιαν αυτού προς το Έθνος. Αυτός διά της πανσθενούς αυτού δεξιάς εκάλυψε τον Μέγαν Αρχηγόν και διέσωσεν αυτόν από των δολοφονικών σφαιρών. Είναι πεπρωμένον να εξακουλουθή να παρέχη ακόμη τας υπηρεσίας αυτού εις την πατρίδα και να ευεργετή αυτήν».
Με αυτά τα προσόντα, με αυτές τις αρχές και αξίες ο Καλούδης υπηρέτησε, σύντομα και περιστασιακά, την πολιτική. Ένιωθε γι' αυτή το ίδιο πάθος, την ίδια πίστη που ένιωθε και για την παιδεία. Αυτό το αποδεικνύει η ολόθυμη συμμετοχή του στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929-1930. Σ' αυτή τη μεταρρύθμιση ο Καλούδης, ως βασικός εισηγητής, εναπόθεσε την προσωπική του σφραγίδα, μαζί με τους δυο άλλους μεγάλους θιασώτες της Παιδείας, τον Ελ. Βενιζέλο και τον Γ. Παπανδρέου. Μέσα από τους αγώνες του για την πολιτική και εκπαιδευτική αναγέννηση της πατρίδας μας, στέλνει προς όλους μας τα ανάλογα μηνύματα μηνύματα διαχρονικά και αναλλοίωτα που διατηρούν μέχρι σήμερα, στο ακέραιο, την επικαιρότητά τους.
Ως πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του 1924 μας στέλνει το ηχηρό μήνυμα της Δημοκρατίας. Μας διαβεβαιώνει με το υπέροχο ψήφισμα που συνυπογράφει πως το «δημοκρατικόν πολίτευμα το ανταποκρινόμενον εις τον χαρακτήρα του Ελληνικού λαού, τας πολιτικάς του συνηθείας και την κοινοβουλευτικήν του ανατροφήν, δύναται να ασφαλίση τας ελευθερίας και να τον βοηθήση να προαχθή ηθικώς, να αναλάβει οικονομικώς και να εξυψώσει από πάσης απόψεως τον πολιτισμό του».
Ως βουλευτής του Κόμματος των Φιλελευθέρων σε μια κρίσιμη περίοδο εσωτερικής ανασυγκρότησης της χώρας και εξασφάλισης της εξωτερικής ειρήνης μας στέλνει ένα άλλο μήνυμα, εξίσου ηχηρό, εξίσου ωφέλιμο. Πως δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να υπάρξει ουσιαστική εθνική προκοπή, χωρίς να. δοθεί προτεραιότητα στην Παιδεία, χωρίς το εκπαιδευτικό μας σύστημα να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας, χωρίς την ενιαία μελέτη των αναγκών της και την ενιαία διοίκηση και κατεύθυνση της Παιδείας. Πιστός σ' αυτή την αντίληψη διαδραμάτισε πρωταρχικό ρόλο στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, διατύπωσε, με περίσκεψη και με αιδώ, τις απόψεις του και υπέδειξε τους τρόπους με τους οποίους η Παιδεία θα καταστεί υπόθεση πρωταρχική για τη ζωή του Έθνους.
Είχε ο Καλούδης το θάρρος να στηλιτεύσει την, ολέθρια για την ίδια και για ολόκληρο το Έθνος, τακτική της Ελληνικής οικογένειας να θέλει να καμαρώσει το παιδί της πτυχιούχο του Πανεπιστημίου, αδιαφορώντας για το παραπέρα δράμα του. Δεν ήταν αντίθετος με την επιθυμία των νέων να αποχτήσουν όσο το δυνατό μεγαλύτερη μόρφωση, να έχουν περισσότερα προσόντα για μια καλύτερη σταδιοδρομία. Ήθελε όμως η μόρφωση αυτή να είναι ουσιαστική και το πτυχίο μιας Ανώτατης Σχολής να μην είναι ένα στοιχείο τυπικό που οδηγεί απευθείας στην ανεργία, καλλιεργεί ένα πνεύμα απαισιοδοξίας σε όσους το κατέχουν και συντελεί στο μαρασμό ολόκληρης της κοινωνίας. Ήθελε η επιθυμία των νέων να είναι αντίστοιχη με τις ικανότητες τις δικές τους και με τις απαιτήσεις της κoινωνίας, ώστε να εξασφαλίζεται η σταδιοδρομία τους με την αξιοποίηση ι των προσόντων τους και την επικράτηση της αξιοκρατίας.
Είχε ο Καλούδης το θάρρος να επισημάνει το χαμηλό πνευματικό επίπεδο ενός σημαντικού μέρους του διδακτικού προσωπικού, με όλες τις ανυπολόγιστες συνέπειες, τόσο για τη δική τους αξιοπρέπεια, όσο και για τη μόρφωση της νεολαίας μας.
Είχε, τέλος, ο Καλούδης το θάρρος να επισημάνει προς τους αρμόδιους υπουργούς της κυβέρνησης -της κυβέρνησης στην οποία ο ίδιος ανήκε και την οποία με την ψήφο του στήριζε- τα αδύνατα σημεία της εκπαίδευσης, ιδιαίτερα δε της Μέσης Εκπαίδευσης, την οποία ο ίδιος, επί δεκαετίες, υπηρέτησε, και να υποδείξει τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να επιτευχθεί η εξύψωσή της.
Και αυτό το θάρρος το αντλούσε ο Καλούδης απ' το γεγονός ότι δεν ήταν ένας ευκαιριακός ή καιροσκόπος πολιτικάντης που είχε σαν στόχο τις επόμενες εκλογές αλλά ένας γνήσιος πολιτικός άντρας που διέθετε και το ανάλογο ήθος. Και όπως στάθηκε όρθιος, ως εκπαιδευτικός, σε όλη τη μακροχρόνια διάρκεια της σταδιοδρομίας του, έτσι στάθηκε όρθιος και ως πολιτικός κατά το σύντομο-διάστημα της ενεργού ενασχόλησής του με τα κοινά. Γι' αυτό πρωτοστάτησε στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που επιχείρησε, με όλα τα δυνατά μέσα, η κυβέρνηση στην οποία ανήκε. Μια μεταρρύθμιση, που τελικά «δεν έγινε» δηλαδή δεν ολοκληρώθηκε. Όπως δεν έγινε και η μεταρρύθμιση του 1913-1914, δεν έγινε η μεταρρύθμιση του 1964. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το δράμα της Παιδείας μας που είναι ταυτόχρονα και εθνικό δράμα. Αυτό το δράμα επισημαίνει, στα Απομνημονεύματά του, ένας άλλος γνήσιος υπηρέτης της Παιδείας, ο Παπανούτσος, με τούτα τα χαρακτηριστικά λόγια:
«Κάθε φορά που πάνε να ανοίξουν τα παράθυρα και να μπει λίγο φως και ανθρωπιά σ' αυτό το δύστυχο Υπουργείο Παιδείας, ξεσηκώνεται ο σχολαστικισμός και η στενοκεφαλιά, η πνευματική αρτηριοσκλήρωση και η πατριδοκαπηλία και σκληρίζει για να σπείρει τον πανικό στην Κοινή Γνώμη: Τρέξτε για να σώσουμε τη Γλώσσα, το Έθνος, τη Θρησκεία από τους υπονομευτές».
Και τις λίγες στιγμές των εξάρσεων και των ανατάσεων τις διαδέχονται οι -συχνά μακρόχρονες- στιγμές των υφέσεων και των στεναγμών. Αυτό έγινε και με τη μεταρρύθμιση του 1929-1930 στην οποία πρωταγωνίστησε ο Καλούδης. Τα χρόνια που ακολούθησαν, τα χρόνια της δικτατορίας, του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου, της έδωσαν τη χαριστική βολή. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Εκπαίδευση και σήμερα βρίσκεται στην κατάσταση που όλοι γνωρίζουμε. Και γι' αυτό το λόγο τα μηνύματα που μας στέλνει ο Καλούδης μέσα απ' την εισήγησή του είναι και σήμερα επίκαιρα, και αρκούντως διδακτικά για όλους μας.