Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 16 Δεκεμβρίου 2019
Πολιτισμός Παραδοσιακές μορφές Τέχνης - Επαγγέλματα Ξυλογλυπτική Ήπειρος Μέτσοβο

Βημόθυρα Ωραίας Πύλης, Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Περιβλέπτου (1708-1724)
(Φωτογραφία: Τριαντάφυλλος Σιούλης)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Χάρτης Νομού Ιωαννίνων όπου αποτυπώνονται σημεία που υπάρχουν έργα Μετσοβιτών και Τουρνοβιτών ξυλογλυπτών
Χάρτης Νομού Ιωαννίνων όπου αποτυπώνονται σημεία που υπάρχουν έργα Μετσοβιτών και Τουρνοβιτών ξυλογλυπτών

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Πέτρα
Υφαντική
Ασημουργία
Ξυλογλυπτική
Αγιογραφία - Ζωγραφική
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Γοργοπόταμος
Μέτσοβο
Ξυλογλυπτική: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Αντιπροσωπευτικά έργα
Η ξυλογλυπτική του Μετσόβου
Η ξυλογλυπτική του Γοργοποτάμου

14/11/2006
Η κοινωνική τους θέση

Τριαντάφυλλος Σιούλης

© Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Σχετικά με την κοινωνική τους θέση, ειδικά των πρωτομαστόρων, μπορούμε να ισχυριστούμε βάσιμα ότι έχαιραν εκτιμήσεως απ’ όλους, ακόμη και τους Τούρκους, αφού είναι προσεχτικοί στην δουλειά τους, ευσυνείδητοι και καλοί επαγγελματίες. Αυτό το συμπέρασμα βγαίνει από περιπτώσεις σαν αυτή του Γιώργη Κ. Χρήστου, τον οποίο «διόρισαν οι Τούρκοι προϊστάμενο επί της δεκάτης (Μεμούρη) των χωριών Λισκατσίου, Τουρνόβου, Χιονιάδων και Πλικατίου. Εκαλείτο δηλαδή ο κατάλληλος άνθρωπος να εξασφαλίσει τόσον τα δικαιώματα της Τουρκικής Αρχής επί των ραγιάδων και την αποφυγήν διαπράξεως αδικιών εις βάρος των ραγιάδων». Τον διέκρινε δηλαδή φιλανθρωπία και αλτρουισμός, που εκτιμήθηκαν ανάλογα όταν αργότερα άλλαξε το φορολογικό σύστημα. Μάλιστα κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του που παραμένει στο χωριό του, αναλαμβάνει νέα καθήκοντα ως πρόεδρος της Κοινότητας, επίτροπος της Εκκλησίας και μέλος της εφορείας των Σχολείων.
Το ότι πληρώνονταν καλά και το βιωτικό τους επίπεδο και οι συνθήκες ζωής τους ήταν σίγουρα καλύτερα από των μαστόρων άλλων ειδικοτήτων, συμπεραίνουμε και από το ότι αυτοί είχαν τη δυνατότητα να δανείζουν και χρήματα, αφού μάλιστα είναι γνωστό ότι «από τους μαστόρους, οι ‘‘σκαλιστάδες’’ ή ‘‘ταλιαδώροι’’ αμοίβονταν καλά, γιατί εργάζονταν στα πλουσιόσπιτα και σαράγια μπέηδων και δεν έμεναν ποτέ χωρίς δουλειά».
Τα μέλη των συντροφιών ήταν πολύ δεμένα μεταξύ τους και κατέβαλαν κάθε προσπάθεια γι’ αυτό. Στη χαρά και στη λύπη ήταν πάντα μαζί και συμπαραστέκονταν ο ένας στον άλλο ή στα μέλη των οικογενειών τους. Οργάνωναν ετήσιες γιορτές, συνήθως στην τιμή του αγίου προστάτη τους και την τσικνοπέμπτη, ο μάστορας (τ’ αφεντικό) είχε ολοήμερο σχεδόν τραπέζι, όλους τους καλφάδες του, με αποτέλεσμα τα μέλη των οικογενειών των μαστόρων, καλφάδων, να γνωρίζονται καλύτερα και να συνδέονται στενότερα.
Όσον αφορά τον άγιο προστάτη των ξυλογλυπτών, παλαιός ξυλογλύπτης μας ανέφερε ότι παλαιότερα τιμούσαν τον ʼγιο Παντελεήμονα, ενώ σε επικοινωνία που είχα με το Σωματείο των ξυλογλυπτών στην Αθήνα, μου ανέφεραν ότι τιμούν την εορτή του Αγίου Πνεύματος.
Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν αγράμματοι ή ολιγογράμματοι και τις περισσότερες φορές δεν έβαζαν επιγραφές με τα ονόματά τους ή την καταγωγή τους στα έργα τους (αντίθετα απ’ ότι συνέβαινε με τους έστω και ολιγογράμματους ζωγράφους). Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιοχές του Ελλαδικού χώρου, οι οποίες φανερώνουν και την μόρφωσή τους.
Δεν ήταν κανόνας η από πατέρα σε γιο παράδοση της τέχνης αυτής, αφού γνωρίζουμε ότι οι γονείς αγωνιζόταν να δώσουν και άλλο μέλλον, διαφορετικό, σε κάποια από τα παιδιά τους. Αυτό φαίνεται από τον Μετσοβίτη ταλιαδόρο Γ. Μέρανο, ο οποίος έκανε τον ένα του γιο, δάσκαλο. Πιθανόν να έπαιξαν ρόλο εδώ οι δύσκολες πράγματι συνθήκες δουλειάς των ταλιαδόρων. Δεν πρέπει πάντως να αποκλείει κανείς και την παράδοση που έχουν στα γράμματα ορισμένες περιοχές, καθώς και τον πόθο για εθνική προσφορά των γονιών, πρωταγωνιστές της οποίας ήταν οι δάσκαλοι.
Κάποιες χρονικές περιόδους, η έλλειψη δημιουργικότητας και ο στείρος μιμητισμός, φανερώνουν και τις δύσκολες συνθήκες της δουλειάς και της ζωής τους, οι οποίες θα οφείλονταν και σε γενικότερη πολιτική και οικονομική κρίση. Ιδιαίτερα για ορισμένες περιοχές της Ηπείρου, η έλλειψη ακόμη και απλών ξυλόγλυπτων έργων, φανερώνει ότι βρισκόμαστε σε εποχή παρακμής. Κάτι τέτοιο διαπιστώνουμε κυρίως από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα (1866) και μετά.
Όσον αφορά τους ξυλογλύπτες και την δουλειά τους, αυτοί « ...ήταν πολύ περήφανοι για την τέχνη τους και θεωρούσαν τους εαυτούς τους πολύ ανώτερους των μαραγκών, των ζωγράφων και των χρυσοχόων ακόμη, γιατί έβλεπαν αυτούς τους τελευταίους πολύ μικρότερους και τους ονόμαζαν ‘‘πραγματευτάδες’’ γιατί κατασκεύαζαν στολίδια για τις γυναίκες και μερικοί από αυτούς πήγαιναν να πουλήσουν το εμπόρευμά τους στα παζάρια ή στα πανηγύρια. Όσο για τους μαραγκούς, τους αποκαλούσαν ειρωνικά ‘‘λασπάδες’’ όχι μόνο γιατί θεωρούσαν το επάγγελμά τους κατώτερο, αλλά και γιατί αυτήν την περίοδο οι μαραγκοί ήταν ταυτόχρονα και μπογιατζήδες σπιτιών και έβαζαν τα χέρια τους στη λάσπη και στα χρώματα. Όσο για τους ταγιαδόρους δεν ασχολούνταν ποτέ και με τίποτε άλλο, παρά με την ξυλογλυπτική». Έτσι «Με υπερηφάνεια διαλαλούσανε οι Μετσοβίτες σκαλιστάδες την τέχνη τους και αντικρίζανε περιφρονητικά όλους τους άλλους τεχνίτες, χωρίς να εξαιρέσουνε τους χρυσικούς, που τους θεωρούσανε σαν κατώτερους ‘‘πραματευτάδες’’, όπως λέγανε» και με βάση την καλή τους φήμη «μονάχα μεγάλες παραγγελίες αναλαμβάνανε για τις εκκλησίες και τ’ αρχοντόσπιτα και μάλιστα για όσα απ’ αυτά είχανε πλούσια και περίπλοκα σκαλίσματα, όπως περίπου με τα τέμπλα, και ποτέ δεν αναλαμβάνανε ξυλοτεχνική δουλειά, δουλειά δηλαδή του μαραγκού. Σαν σκαλίζανε μάλιστα, δεν αφήνανε να τους παρακολουθεί κανένας, πολλές φορές δε σκαλίζανε το ξύλο στο σπίτι τους, κι έτσι η μετσοβίτικη ξυλογλυπτική μπορεί να θεωρηθεί και σαν σπιτίσια τέχνη, που έμεινε πάντα στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής δουλειάς, για έργα που γίνανε με τη γνησιώτερη αγάπη και τιμιότητα».
Τα συνεργεία των ξυλογλυπτών, ένιωθαν την ανάγκη να τιμήσουν όχι μόνο την καταπληκτική πρόοδο της τεχνικής, την τελειοποίηση των εργαλείων, τους νέους ρυθμούς και τα νέα ρεύματα, αλλά ακόμη και την αξία της τεχνογνωσίας και της επιδεξιότητας που έχει το ανθρώπινο χέρι, της ευκολίας με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να εκμεταλλεύεται όλες τις ιδιότητες του ξύλου. Την ίδια στιγμή διαπίστωναν ότι άρχιζε να αναδύεται ένα είδος αριστοκρατίας της χειρωνακτικής εργασίας. Οι καινοτομίες ξεπηδούσαν μέσα από τα συνεργεία που οι επιτροπές των Εκκλησιών και οι άρχοντες καλούσαν για κάποιο χρονικό διάστημα να κατασκευάσουν διάφορα έργα. Μετά το πέρας των εργασιών σ’ έναν απ’ αυτούς πήγαιναν κάπου αλλού. Τα συνεργεία κατ’ αυτόν τον τρόπο γινόταν πιο επιδέξια, συναγωνίζονταν το ένα το άλλο κυνηγώντας νέες μεθόδους και νέους τύπους. Αυτοί οι πλανόδιοι τεχνίτες μετακινούνται απαλλαγμένοι από τους καταναγκασμούς των συντεχνιών, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν από αισθητικής απόψεως τις προτιμήσεις τους με την επιρροή που ασκούν. Κάτι ανάλογο παρατηρούμε στη Δύση, σε πολλές μορφές της τέχνης, ήδη από τον μεσαίωνα. Η φήμη έφερνε δουλειά στους ξυλογλύπτες. Για το λόγο αυτό φρόντιζαν και οι ίδιοι, πολλές φορές με υπερβολή, να διαφημιστεί η δουλειά τους υπερηφανευόμενοι για τα έργα τους, τα οποία και μεγαλόπρεπα ήταν και επιβλητικά. Όμως το ότι αποκαλούσαν τους τεχνίτες των άλλων ισναφιών ‘‘πραματευτάδες’’, ‘‘λασπάδες’’ κ.λ.π., είναι μάλλον περιπτωσιακό αν όχι υπερβολικό, αφού όπως φαίνεται στα συμφωνητικά τα οποία υπόγραφαν για να αναλάβουν κάποιες δουλειές, οι ίδιοι αναλάμβαναν και τις μαραγκοδουλειές και τις λασποδουλειές, ακόμη και το χρύσωμα πολλές φορές αλλά και το ζωγράφισμα.

Σχετική Βιβλιογραφία