Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 10 Δεκεμβρίου 2019
Πολιτισμός Παραδοσιακές μορφές Τέχνης - Επαγγέλματα Ξυλογλυπτική Ήπειρος Μέτσοβο

Ξυλόγλυπτη θύρα 1250 μ.Χ., Κόκκινη Εκκλησιά Βουργαρελίου
(Φωτογραφία: Πηγή: Ορλάνδος, ό.π., σ. 157-159)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Χάρτης Νομού Ιωαννίνων όπου αποτυπώνονται σημεία που υπάρχουν έργα Μετσοβιτών και Τουρνοβιτών ξυλογλυπτών
Χάρτης Νομού Ιωαννίνων όπου αποτυπώνονται σημεία που υπάρχουν έργα Μετσοβιτών και Τουρνοβιτών ξυλογλυπτών

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Πέτρα
Υφαντική
Ασημουργία
Ξυλογλυπτική
Αγιογραφία - Ζωγραφική
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Ήπειρος
Γοργοπόταμος
Μέτσοβο
Ξυλογλυπτική: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Αντιπροσωπευτικά έργα
Η ξυλογλυπτική του Μετσόβου
Η ξυλογλυπτική του Γοργοποτάμου

14/11/2006
Θρύλοι και παραδόσεις γύρω από τη δουλειά τους

Τριαντάφυλλος Σιούλης

© Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων
προεπισκόπηση εκτύπωσης

Πολλές φορές γύρω από τη ζωή φημισμένων αρχιταλιαδόρων έχουν δημιουργηθεί και ορισμένοι «μύθοι». Αυτοί έχουν να κάνουν κυρίως με το πάθος τους για τη δουλειά, τις άριστες γνώσεις τους, το ταλέντο και το μεράκι τους.
Για το τέμπλο του καθολικού της μονής Προφήτη Ηλία Παρνασσίδος (1834-1836) και τον τεχνίτη του έχει διασωθεί η εξής παράδοση: «Όταν ο τεχνίτης του τέμπλου ήλθε στο μοναστήρι για να το κατασκευάσει διαφώνησε με το ηγουμενοσυμβούλιο για την αμοιβή του και αναχώρησε. Φεύγοντας από το μοναστήρι εμφανίστηκε μπροστά του σεβάσμιος γέρων με λευκά γένια (ο Προφήτης Ηλίας) που τον ρώτησε γιατί δεν ανέλαβε την εργασία. Όταν ο τεχνίτης του είπε το λόγο ο γέρων τον προέτρεψε να επιστρέψει στο μοναστήρι και να αναλάβει το έργο, αμέσως δε εξαφανίστηκε. Πράγματι ο τεχνίτης ακολούθησε την συμβουλή του και κατασκεύασε το αριστούργημά του».
Συγκεκριμένα για τον ξυλογλύπτη Παναγιώτη Μπίμπου και την μεγάλη του αγάπη για την τέχνη αυτή, την οποία ακόμη και άρρωστος υπηρετούσε σε μεγάλη ηλικία, ενώ ο γιατρός του έλεγε να αποσυρθεί, γύρω στα 1923, αυτός «Σκάλιζε και χάιδευε τα ξύλα λέγοντας, ‘‘Εδώ πρέπει ναρθεί να με βρει ο Χάρος’’. Τόπε και τόκαμε …σωριάστηκε, σφίγγοντας στα χέρια του το σκαρπέλο. Πρόλαβε να πει στα μαστορόπουλα που τον συντρόφευαν, ‘‘Να πιστεύετε στο Θεό και να αγαπάτε την τέχνη παιδιά μου’’».
Για άλλη μια μυθική μορφή του χώρου, τον Γκαβοβασίλη από τη Μοσχόπολη, αναφέρεται ότι δούλευε νύχτα μέρα (α΄ μισό 18ου αιώνα) και όταν κουρασμένος αποκοιμιόταν αφήνοντας το κοπίδι πάνω στο ξύλο «ένας ουράνιος άγγελος κατέβαινε από τον ουρανό κι από τα θεϊκά παλάτια και συνέχιζε την εργασία. Έτσι το έργο με τη δύναμη και την πίστη του αυτοδίδαχτου ξυλογλύπτη Γκαβοβασίλη, μα και την θεόσταλτη αγγελική επέμβαση, απόχτησε όχι μονάχα εκλεκτή ανθρώπινη δομή, μα και αγγελική χάρη και προβολή». Αυτά έχοντας υπόψη του ο λογοτέχνης και δημοτικιστής Βλατσιώτης Θανάσης Τζιουβάρας, τα μεταφέρει στην αρχή του σπάνιου βιβλίου του «Θρησκευτικοί Θησαυροί» που πρωτοεκδόθηκε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας στα 1853 ως εξής: «Προσκυνητή, διαλαλητή, βγάλε φτερά και πέτα ψηλά στης Βλάστης τα βουνά στον ʼγιο Νικόλα. Γονάτισε, καμάρωσε μ’ ευλάβεια και πίστη το τέμπλο το αγγελοκόπιδο, τις θεοκόντυλες εικόνες ...».
Ανάλογος «μύθος» έχει δημιουργηθεί και γύρω από τη μορφή του φημισμένου Μετσοβίτη ξυλογλύπτη Αναστάσιου Μόσχου και το τέμπλο του ναού του Αγίου Νικολάου που φιλοτέχνησε στο Γαλαξείδι, το 1848. «Λέει η τοπική παράδοση για τον τεχνίτη του τέμπλου: ... Ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια ολάκερα πελεκούσε το καρυδόξυλο για το τέμπλο από το πρωί ως το βράδυ, φκιάχνοντας σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Σαν έφτανε το σκοτάδι κι άναβαν τα καντήλια της εκκλησιάς, καθόταν για λίγο στο στασίδι ή στο πέτρινο πεζούλι και συλλογιόταν. Έμοιαζε τότε σαν νάναι βυθισμένος σ’ όνειρο. Ύστερα κατέβαινε σε μια ταβέρνα να φάει και να πιει το κατοστάρι του το ντόπιο κρασί. ... Τα τελευταία χρόνια – έκανε λένε κάπου δέκα χρόνια να το τελειώσει – άρχισε να φοβάται πως δεν θα προλάβει να ολοκληρώσει το έργο. Η πολλή δουλειά θόλωσε τα μάτια του. ‘‘Να προλάβω να τελειώσω το τέμπλο, έλεγε συχνά. Ετούτο μονάχα συλλογιέμαι. Αυτό μονάχα έχω στο νου μου και τίποτ’ άλλο. Ν’ αφήσουν ο Θεός κι ο ʼη Νικόλας να τελέψω κι απέ ας κλείσω τα μάτια μου’’... ‘‘Δοξασμένος ο Θεός που μου δίνει κουράγιο ακόμα. Αποξεχνιέμαι πελεκώντας. Έτσι καθώς σκαλίζω το πρόσωπο του Χριστού και των Αγίων, μυρμηγκιάζει από τη συγκίνηση το κορμί μου. Αισθάνομαι σα να μιλάω με το Θεό κι αναπαύεται η ψυχή μου. Αν δεν είχα την πίστη και την τέχνη θάμουνα ένας ξοφλημένος άνθρωπος. Μα τώρα ξέρω καλά πως δεν είμαι’’. ...Τις τελευταίες μέρες πούφκιανε κάτι μικροσυμπληρώματα, κλείστηκε περισσότερο στον εαυτό του. ʼρχισε να μην κατεβαίνει ούτε στο μαγαζί. Οι πιο πολλοί ανησύχησαν, μα νόμιζαν πως θα περάσει η κακοκεφιά του. Κι όταν μια μέρα βρέθηκε θανάσιμα τραυματισμένος στο πλακόστρωτο, κανένας δεν μπόρεσε να ξεδιαλύνει, μέσα του, αν έπεσε με τη θέλησή του από τη σκαλωσιά ή γλίστρησε. Μερικοί υποψιάστηκαν και το βοηθό του, πως εκείνος τάχα ζήλεψε την τέχνη του και τον έσπρωξε από τη σκαλωσιά. Μα δεν έδωσαν καμία συνέχεια στις υποψίες αυτές. ʼλλοι έλεγαν πως αφού ολοκλήρωσε το έργο του, έτσι καθώς το κοίταζε, απολησμονήθηκε, παραπάτησε και σωριάστηκε άξαφνα στο δάπεδο». . Η ιστορία λέει ότι ο Αναστάσης Μόσχος, πέθανε ήρεμα, ικανοποιημένος για την τέχνη που άφησε, στο Μέτσοβο, σε μεγάλη ηλικία. «Μετά την κατασκευή του τέμπλου του καθολικού της μονής Προφήτη Ηλία Παρνασσίδος ο Αναστάσιος Μόσχος έφτιαξε το τέμπλο του Αιτωλικού (ο Πλατάρης δεν διευκρινίζει ποιο) και έπειτα επέστρεψε στη Μακεδονία για να φτιάξει τα τέμπλα στη Μολόβιστα, στην Οχρίδα και στο Κρούσοβο. Μετά την κατασκευή του τέμπλου του Αγίου Νικολάου Γαλαξιδίου πήγε στο Βουκουρέστι (1857) και στα 1863 βρισκόταν στο Μέτσοβο όπου πέθανε στα 1868 σε ηλικία περίπου 90 ετών».

Σχετική Βιβλιογραφία