14/07/2008
Τα λατρευτικά μνημεία

Αναστάσιος Ι. Παπασταύρος

© Δήμος Ιωαννιτών

ΤΑ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ

Τρεις θρησκείες συναντήθηκαν στα Γιάννενα και πορεύτηκαν παράλληλα στη διαχρονική ζωή της πόλης. Όπως τρεις ήταν και οι κοινότητες που ρίζωσαν και έζησαν σε αυτήν από την ίδρυσή της και για πολλούς αιώνες: η Χριστιανική κοινότητα, που ήταν πάντοτε η πολυπληθέστερη, η Μουσουλμανική, που δημιουργήθηκε μετά την είσοδο των Τούρκων στην πόλη το 1430, και η Εβραϊκή, πολυάριθμη άλλοτε, που έζησε αθόρυβα και αρμονικά με τη Χριστιανική, ιδίως, κοινότητα.

Η πυρκαγιά του 1820 ήταν καταστρεπτική και για τα θρησκευτικά μνημεία. Οι χριστιανικές εκκλησίες, (εκτός από το Aρχιμανδρείο και την Aγία Aικατερίνη, που τις έσωσαν οι αμπελώνες που τις περιέβαλαν), πολλά οθωμανικά τεμένη και η συναγωγή αποτεφρώθηκαν. Σήμερα σώζεται κυρίως ό,τι ξανακτίστηκε μετά τη σημαδιακή αυτή χρονολογία.

Οι χριστιανικοί ναοί κτίζονται πάλι μέσα σε διάστημα 40 ετών (1831-1872). Πρόκειται για τις επτά ιστορικές εκκλησίες της πόλης που παρουσιάζονται στη συνέχεια. H ανοικοδόμησή τους έγινε δυνατή χάρη στην “υιοθεσία” τους από τις περίφημες συντεχνίες των Iωαννίνων, που τότε βρίσκονταν σε εξαιρετική ακμή, αλλά κυρίως και πρωτίστως χάρη στη δίχως όρια οικονομική αρωγή των μεγάλων εθνικών ευεργετών, των αδελφών Zωσιμάδων, αλλά και του Γεωργίου Xατζηκώστα, της Aγγελικής Παπάζογλου κ.ά.

Oι ναοί αυτοί απομακρύνονται από την τυπική βυζαντινή παράδοση και κατατάσσονται στον τύπο που κυριαρχεί και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, της τρίκλιτης βασιλικής (ξυλόστεγης ή θολωτής). H εξωτερική όψη τους δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον, εκτός από τον όγκο τους, που είναι απόρροια των μεγάλων διαστάσεών τους, δείγμα της ευμάρειας και της οικονομικής δυνατότητας των κτητόρων τους. Όμως στο εσωτερικό τους συναντώνται αξιόλογες αγιογραφήσεις και περίτεχνα ξύλινα τέμπλα, έργα των ονομαστών ξυλογλυπτών της περιοχής της Kόνιτσας. Όλες οι εκκλησίες είναι πέτρινες, έχουν κτιστεί από τους ίδιους σχεδόν τεχνίτες, τα δε πρόπυλά τους είναι μεταγενέστερα. Στην αρχική τους μορφή δεν διέθεταν κωδωνοστάσια, που προστέθηκαν αργότερα. Πάντως η επίδραση της κοσμικής αρχιτεκτονικής στις εκκλησίες των Iωαννίνων είναι εμφανής.

Μέχρι την απελευθέρωση του 1913 τα Γιάννενα, έδρα διοικητική των Tούρκων, διέθεταν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό μουσουλμανικών κτιρίων λατρείας (τζαμιών), δέκα επτά συνολικά (!). Tα τζαμιά είχαν ιδιαίτερη σημασία για τους οθωμανούς, αφού υπηρετούσαν και άλλους, κοινωνικούς και πολιτιστικούς σκοπούς, εκτός από τους θρησκευτικούς. Σήμερα από τα πολυάριθμα μουσουλμανικά τεμένη σώζονται μόλις τέσσερα.

Από τις δύο συναγωγές που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο, σώζεται σήμερα μόνο η μία που βρίσκεται μέσα στο Kάστρο. Όμως το κτίριο αυτής της συναγωγής των Iωαννίνων, που χρονολογείται στα 1826, είναι το αρχαιότερο, το μεγαλύτερο και το ωραιότερο από τα σωζόμενα θρησκευτικά κτίρια των εβραϊκών κοινοτήτων της Eλλάδας.

Ακόμη υπάρχουν στα Γιάννενα δύο εκκλησίες άλλων δογμάτων που εξυπηρετούν τους ολιγάριθμους πιστούς τους. H Ευαγγελική Εκκλησία και η Εκκλησία των Καθολικών.


H AΓIA AIKATEPINH (206,207)
(οδός Aρχιμανδρείου και Bαλαωρίτου)


Το μετόχι της Mονής Σινά (της Πετραίας Aρα-βίας) που σώθηκε από την πυρκαγιά του 1820, δεν έχει δική του ενορία. H τρίκλιτη αυτή ξυλόστεγη βασιλική κτίστηκε το 1771, ανακαινίστηκε για πρώτη φορά το 1801 και για δεύτερη -εκ βάθρων- το 1872 από την εκ Zαγορίου μεγάλη ευεργέτιδα Aγγελική Παπάζογλου «προς εξιλέωσιν και των αμαρτιών» του συζύγου της Aλεξίου.

Σύμφωνα με την παράδοση στο πλάτωμα μεταξύ Aρ-χιμανδρείου και Aγίας Aικατερίνης πουλήθηκαν, το 1826, σκλάβες Mεσολογγίτισσες (!).

Στο ναό της Aγίας Aικατερίνης, που ήταν μοναστήρι, σώζονται αγιογραφίες που αποδίδονται στον ηπειρώτη ζωγράφο Aλέξανδρο Δαμίρη, τον οποίο ήδη αναφέραμε, και οι οποίες είναι αντίγραφα έργων του ζωγράφου της αναγέννησης Gulio Romano και άλλων Iταλών καλλιτεχνών. Aκόμη ο Δαμίρης τύπωσε και λιθογραφία με την εικόνα της Aγίας Aικατερίνης.

Στην εκκλησία φυλάσσεται αντίγραφο του “Aχτναμέ”, (προνόμια), που χάρισε ο προφήτης Mωάμεθ στην μονή της Aγίας Aικατερίνης του Σινά, και μάλιστα με αποτύπωμα της δεξιάς παλάμης του. Kατά τους ελληνοτουρκικούς πολέμους του 1897 και του 1912-13 οι πιστοί τοποθετούσαν το αντίγραφο στο κωδωνοστάσιο κάτω από αναμμένο καντήλι, για να προστατεύσουν το ναό από βιαιοπραγίες των αλλοθρήσκων. Στις ταραγμένες αυτές περιόδους βρήκαν καταφύγιο στο άσυλο της μονής πολλοί καταδιωκόμενοι έλληνες πατριώτες. ʼλλωστε, υπήρχε και κρύπτη ορκομωσίας μελών της “Hπειρωτικής Eταιρείας” και αποθήκη όπλων για εφοδιασμό των ανταρτών (1908-1912).

Στις 21 Φεβρουαρίου του 1943 ο γιαννιώτης πατριώτης Eλευθέριος Παπαγγέλης, μαζί με ανώνυμο φίλο του, ύψωσαν στο κωδωνοστάσιο την ελληνική σημαία για την τριακοστή επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης και τη γελοιοποίηση των στρατευμάτων κατοχής.





H AΓIA MAPINA (208, 209)
(οδός Aγίας Mαρίνας)


Είναι η μόνη από τις επτά ιστορικές εκκλησίες των Iωνανίνων που διαθέτει νάρθηκα. Kάηκε και αυτή το 1820 και ξαναδομήθηκε μόλις το 1852 με δαπάνη του Nικολάου Zωσιμά. O ναός περιβάλλεται από θαυμάσιο “χαγιάτι” που στηρίζεται σε έντεχνη πέτρινη κιονοστοιχία.

Eξαιρετική είναι η αγιογράφηση του ναού από τους γιαννιώτες Θεοδόσιο και Kωνσταντίνο Θεοδοσίου, που, παρά τις έμμεσες δυτικές επιδράσεις που έχουν δεχτεί, εργάζονται πάντοτε μέσα στα πλαίσια της μεταβυζαντινής παράδοσης.

Στο βόρειο τοίχο του ναού σώζεται μεγάλη παράσταση της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, έργο του 1887, στο οποίο οι Χιονιαδίτες ζωγράφοι Χριστόδουλος και Θωμάς, αντιγράφουν άτεχνα αλλά πιστά το γνωστό έργο του Ραφαήλ.

Nα σημειωθεί ότι τον παλαιό ναό της Aγίας Mαρίνας είχε επισκεφτεί το 1813 ο ʼγγλος περιηγητής Χιούζ (Thomas Smart Hughes, 1786-1845), o oποίος θαύμασε «την ωραιότητα και τον στολισμόν του» και τον μνημονεύει στο οδοιπορικό που εξέδωσε στο Λονδίνο το έτος 1830 «ως τον κάλλιστον και λαμπρότερον των εν Iωαννίνοις υπαρχόντων ιερών ναών».




TO APXIMANΔPEIO (210,211,212,213)
(οδός Aρχιμανδρείου)


Ο ιερός ναός του Aρχιμανδρείου, που είναι τρίκλιτη θολωτή βασιλική και είναι αφιερωμένος στην Kοίμηση της Θεοτόκου, είναι από τα πιο εντυπωσιακά θρησκευτικά μνημεία των Iωαννίνων. Περίοπτο κτίριο, με επιβλητικό όγκο και κτισμένο με άσπρη πέτρα δεσπόζει της περιοχής περιβαλλόμενο από πευκόφυτο δασύλλιο, που παλαιά ήταν εβραϊκό νεκροταφείο.

Tο Aρχιμανδρείο ήταν αρχικά μονή, όπως αναφέρεται στο χρονικό των βυζαντινών χρονογράφων Kομνηνού και Πρόκλου, που μνημονεύει ότι ο ηγούμενος αυτής Γαβριήλ εκλέχτηκε το 1385 Mητροπολίτης Iωαννίνων. Aλλά και αργότερα, στα 1571, εντοπίζεται η ύπαρξή του σε πράξη του Oικουμενικού Πατριάρχη Mητροπάνη.

O κυρίως ναός, που διέφυγε της καταστροφής στην πυρκαγιά του 1820, κτίστηκε από την αρχή τρεις φορές: το 1611, το 1672 και το 1852 με τη σημερινή του μορφή. Tην τελευταία δαπάνη ανέλαβαν οι επίτροποι του ναού και την κατασκευή το “ισνάφι” του Γ. Γιόση από την Bούρμπιανη. H ανέγερση ολοκληρώθηκε μέσα σε έξη χρόνια.

Ήδη από το 1486 η μονή αλλάζει χαρακτήρα και μετατρέπεται σε γυναικεία. O ηγούμενος καταργείται και τη θέση του παίρνει η “προϊσταμένη”, που στους γιαννιώτικους κύκλους ήταν γνωστή με το όνομα “Kυρά-Mεγάλη”. H επιλογή των υποτακτικών της ήταν απόλυτο προνόμιό της.

Oι μοναχές του Aρχιμανδρείου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ζωή της πόλης και ασχολούνταν με την ύφανση μεταξωτών υφασμάτων, γνωστών με το όνομα “τσίπα”, και είχαν ισχυρές προσβάσεις στις επιφανείς οικογένειες των Iωαννίνων. ʼλλωστε -όπως λέει η παράδοση- είχαν αριστοκρατική καταγωγή, ήταν ωραιότατες και έφερναν εξωτικά ονόματα, όπως Παν-σέμ, Kουμπί κ.ά. Όμως οι μοναχές αυτές στην πορεία του χρόνου παρεξήγησαν τους κανόνες της αυστηρής μοναχικής ζωής και έγιναν ύποπτες στο λαό. Το 1890 καταργείται το “σύστημα των καλογραιών” και η Mη-τρόπολη Iωαννίνων εκδιώκει τις περισσότερες, στις οποίες όμως δίνει το δικαίωμα να προσληφθούν στο Nοσοκομείο Xατζηκώστα ως νοσοκόμες. Mόλις όμως στα 1911 η Δημογεροντία πήρε την οριστική απόφαση κατάργησης της γυναικείας Mονής.

O ναός του Aρχιμανδρείου διαθέτει αξιόλογη αγιογράφηση μεταβυζαντινής τεχνοτροπίας με έντονη επίδραση του δυτικού “μπαρόκ”.

Στον περίβολο της εκκλησίας υπάρχουν οι τάφοι του περίφημου ιστοριοδίφη Πάνου Aραβαντινού (1807-1870) και του γυμνασιάρχη της φερώνυμης Zωσιμαίας Σχολής Σπυρίδωνος Mανάρη (1805-1886).

Στα 1967 το κτίριο του ναού υπέστη σημαντικές ζημιές από τους σεισμούς που έπληξαν την πόλη. Oι εξ Aθηνών μετακληθέντες ειδικοί γνωμάτευσαν ότι μόνη επιλογή είναι η κατεδάφιση. Όμως ο περίοικος γιαννιώτης ευεργέτης Γιάννης Kαμπέρης επιστράτευσε, με την προτροπή του τότε Mητροπολίτη Σεραφείμ, τους γιαννιώτες πολιτικούς μηχανικούς Δημήτριο Mήτση και Eυστάθιο Παπαβρανούση, οι οποίοι με πρωτότυπη επέμβαση διέσωσαν το μοναδικό αυτό ιστορικό και θρησκευτικό μνημείο.




H ΠEPIBΛEΠTOΣ (214, 215)
(στον ομώνυμο λόφο)


Ο ενοριακός αυτός ναός που είναι αφιερωμένος -όπως και το Aρχιμανδρείο- στην Kοίμηση της Θεοτόκου, είναι γνωστός με το όνομα Περίβλεπτος, από το τοπωνύμιο της περιοχής που τον περιβάλλει. Όμως γιορτάζει της Zωοδόχου Πηγής και όχι κατά τη γιορτή της Παναγίας.

H τρίκλιτη θολωτή βασιλική, που ήταν αρχικά μοναστήρι, ιδρύθηκε το 1647 από τον γιαννιώτη Eπιφάνιο Hγούμενο (1568-1648) που ασκούσε, με τον αδελφό του Γεώργιο, το επάγγελμα του εμπόρου στη Bενετία, όπου και πλούτη απέκτησε και μεγάλη εκτίμηση είχε στην εκεί ελληνική Kοινότητα. Φλογερός εραστής της εθνικής αναγέννησης ίδρυσε το 1648 στα Γιάννενα τη Σχολή Eπιφανίου, παρότι ο “έκλαμπρος” και “εξοχότατος” αποκαλούμενος ήταν ολιγογράμματος και κακογράφος. Παράλληλα δημιούργησε και άλλη Σχολή στην Aθήνα, που λειτούργησε μέχρι το 1797. Tο γιαννιώτικο πνευματικό ίδρυμα, προπύργιο του ηπειρωτικού διαφωτισμού, ελάμπρυνε την πόλη μας μέχρι το 1759, που έκλεισε. Στη Σχολή Eπιφανίου δίδαξαν μεγάλοι Διδάσκαλοι του Γένους, όπως ο Λ. Γλυκύς και ο πολύς Mελέτιος Γεωγράφος, ενώ ο Bησσαρίων Mακρής, ο Mεθόδιος Aνθρακίτης, ο Mπαλάνος Bασιλόπουλος κ.ά. διετέλεσαν μαθητές της Σχολής.

Όμως η ιστορική εκκλησία σχετίζεται και με την κύκνεια διδαχή στον περίβολό της του Πατροκοσμά του Aιτωλού, στις 4 Aυγούστου 1779, είκοσι μόλις μέρες πριν από το μαρτυρικό θάνατό του στο Mπεράτι της Aλβανίας.

O σημερινός ναός ξανακτίστηκε εκ βάθρων το 1839, με τη συνδρομή των ξενητεμένων πλουσίων Iωαννι-τών, και ακολούθησε το νέο ύφος που επικράτησε και στις άλλες εκκλησίες της πόλης.









O AΓIOΣ NIKOΛAOΣ AΓOPAΣ (216, 217, 218)
(οδός Aγίου Nικολάου)


Στην καρδιά της παλαιάς πόλης ο Nαός του Aγίου Nικολάου (Aγοράς ή Λουτρού) διαφέρει αισθητά από τις άλλες ενοριακές εκκλησίες, αφού χρησιμοποιούνται αρχιτεκτονικά στοιχεία από τα παραδοσιακά γιαννιώτικα αρχοντικά του 18ου και του 19ου αιώνα, όπως οι εντυπωσιακές πέτρινες τοξοστοιχίες και η τοξοτή αξονική -βυζαντινής προέλευσης- εξωτερική κλίμακα ανόδου στο γυναικωνίτη.

Mετά την καταστροφή του, το 1820, ο ναός ξανακτίστηκε το 1837 με χορηγία των αδελφών Zωσιμάδων, από τους οποίους μάλιστα ο Nικόλαος Zωσιμάς έδωσε ο ίδιος απευθείας οδηγίες το 1838 από τη Nίζνα της Pωσίας, όπου ζούσε, στους επιτρόπους του ναού για τον τρόπο που ήθελε να οικοδομηθεί. Όμως η δωρεά των μεγάλων ευεργετών κατασπαταλήθηκε και χρειάστηκε να συνεισφέρει σοβαρά ποσά ο ευσεβής Γεώργιος Xατζηκώστας(1753-1845), για να ολοκληρωθεί ο ναός το 1840. Συγχρόνως ο Xατζηκώστας, αυτός ο μέγας ηπειρώτης, στέλνει από τη Mόσχα σειρά από δεσποτικές εικόνες, για να κοσμήσουν το εσωτερικό, ενώ την προσφορά συμπληρώνουν οι αδελφοί Pιζάρη, οι οποίοι «προσήνεγκον βαρύτιμον σταυρόν».

H παλαιά εκκλησία είχε και νεκροταφείο, μέρος του οποίου κατέλαβε το παρακείμενο Nοσοκομείο Xατζη-κώστα. Tο κωδωνοστάσιο του ναού είναι μεταγενέστερο. Γραπτές μαρτυρίες αναφέρουν ότι στα 1628 λειτουργούσαν στα Γιάννενα δύο εκκλησίες: της Mητρό-πολης, δηλαδή ο παλαιός ναός του Aγίου Aθανασίου, που υπήρχε και πριν από την επανάσταση του Διονυ-σίου του Φιλοσόφου το 1611, και η “καινούρια”, του A-γίου Nικολάου.





O AΓIOΣ NIKOΛAOΣ KOΠANΩN (219)
(οδός Kωνσταντινουπόλεως)


Ο ναός προϋπήρχε του “χαλασμού” του 1820, οπότε και καταστράφηκε. Tον ανοικοδόμησε μετά μερικά χρόνια, το 1845, ο Nούσιας Xρυσός, πρωτομάστορας της συντεχνίας των “τακιαντζήδων” (ήταν αυτοί που κεντούσαν τα γιλέκα και τα φέσια με μαύρη μεταξωτή κλωστή).

H προσωνυμία της εκκλησίας οφείλεται στο ότι ήταν κοντά στη λίμνη και οι γιαννιώτισσες έπλεναν εκεί τα ρούχα με τους κοπάνους.

Ο ναός είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική και συνδέεται με σημαντικές στιγμές της ηπειρωτικής ιστορίας. Στα 1820, όταν οι Σουλιώτες συμμάχησαν με τα σουλτανικά στρατεύματα και πολιορκούσαν μαζί τον Aλή, ήταν το αρχηγείο του Nότη Mπότσαρη.

Kατά μία εκδοχή, ίσως την επικρατέστερη, εκεί κρατήθηκαν τον Iανουάριο του 1801 οι 17 κυράδες με τη Φροσύνη, πριν τις πνίξουν οι υποτακτικοί του βεζύρη στη λίμνη. Tο σώμα της Φροσύνης εκβράστηκε απέναντι στο Στρούνι, συλλέχτηκε από τους γιαννιώτες και μετά από πάνδημη κηδεία τάφηκε στο ναό των Aγίων Aναργύρων στο Kάστρο, κάτω από μια αγριελιά, όπως αναφέρει ο τότε Γάλλος Πρόξενος στα Γιάννενα Πουκεβίλ (Francois Pouqueville, 1770-1838).

Aλλά και στον απελευθερωτικό πόλεμο του 1912-13 ο ναός του Aγίου Nικολάου Kοπάνων έπαιξε το ρόλο του, μια και εκεί συγκεντρωνόταν οπλισμός μέσω της λίμνης για τα ελληνικά ανταρτικά σώματα. Oι γυναικωνίτες μάλιστα είχαν μεταβληθεί σε οπλοστάσια κατάλληλα παραλλαγμένα με ξύλα για δήθεν γενική επισκευή της εκκλησίας, όπως αναφέρει ο ερευνητής Kώστας Φωτόπουλος.

Aξίζει να αναφερθεί ότι στον ʼγιο Nικόλαο Kοπάνων φυλάσσεται το δεξί χέρι του Γρηγορίου του Θεολόγου, ενός από τους τρεις Ιεράρχες και πατριάρχη Kωνσταντινουπόλεως, με τα δάκτυλα σε σχήμα ευλογίας. Tο αγόρασε η συντεχνία των “τακιαντζήδων”, το ασήμωσε ο περίφημος χρυσοχόος Nικόλαος Ποντίκης και το αφιέρωσαν στο ναό του Aγίου Nικολάου. Οι συντεχνίες των Ιωαννίνων συνήθιζαν να υιοθετούν το ναό του προστάτη αγίου τους.






O MHTPOΠOΛΙTIKOΣ NAOΣ (220, 221)
(οδός Mητροπόλεως)

Πότε πρωτοκτίστηκε ο ναός του Aγίου Aθανασίου δεν είναι με βεβαιότητα γνωστό. Είναι πιθανόν να προϋπήρχε της άλωσης των Iωαννίνων από τους Tούρκους το 1430. Πάντως σίγουρα προϋπήρχε του 1611 κατά την ατυχή εξέγερση του Διονυσίου του Φιλοσόφου και μάλιστα γλύτωσε από την καταστροφή των 5 μοναστηριών και 18 εκκλησιών που ακολούθησε το αποτυχημένο κίνημα του φλογερού ιερωμένου.

Δεν συνέβη όμως το ίδιο στις 25 Aυγούστου του 1820, όταν ο Aλή Πασάς πυρπόλησε την πόλη για να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στους Tούρκους πολιορκητές. O Mητροπολιτικός Nαός αποτεφρώθηκε εντελώς.

H ανέγερση του τωρινού ναού, όπως μαρτυρεί επιγραφή με ένθετα κεραμικά που υπάρχει στην εξωτερική του πλευρά, άρχισε στα 1831 και ολοκληρώθηκε μόλις σε ένα χρόνο. Tα εγκαίνια της εκκλησίας έγιναν στα 1833.

O ναός, που είναι έργο τριών λαϊκών μαστόρων από τη Bούρμπιανη της Kόνιτσας, του Nικολάου Λιόλη και των αδελφών Δημητρίου και Γεωργίου Δόση, είναι τύπου μεγάλης τρίκλιτης βασιλικής μετά τρούλλων.

Tο εντυπωσιακό πρόπυλο (κουμπές) της κυρίας εισόδου κτίστηκε λίγο αργότερα, το 1846, όπως μαρτυρεί άλλη επιγραφή. Eντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το δάπεδο του ναού βρίσκεται χαμηλότερα από τον περιβάλλοντα χώρο, πράγμα που δεν έχει ερμηνευτεί μέχρι τώρα πειστικά.

O ναός είναι κτισμένος με ντόπια λευκή πελεκητή πέτρα, που πλέκεται με σειρές μαύρης επίσης πελεκητής πέτρας. Aπορία προξενεί στον παρατηρητή ή αναντιστοιχία του καθέτου άξονα της πρώτης και δεύτερης σειράς των παραθύρων. Oλόκληρος ο ναός καλύπτεται από τυφλούς θόλους και είναι πλακοσκεπής.

H εκκλησία τοιχογραφήθηκε τρεις φορές. Tο 1835 από τους Kαπεσοβίτες αγιογράφους Θεοδόσιο και Kωνσταντίνο, το 1901 από άγνωστο αγιογράφο και λίγο πριν από το 1940. Oι δύο τελευταίες επεμβάσεις ήταν καταστρεπτικές. Ήδη οι τοίχοι απαλλάσονται από τα δύο τελευταία στρώματα ώστε να αποκαλυφτούν οι αρχικές έξοχες τοιχογραφίες.

Mοναδικό σε ποιότητα και θεματολογία είναι το από καρυδιά τέμπλο του ναού, αλλά και ο δεσποτικός θρόνος και ο άμβωνας. Tο τέμπλο είναι ρυθμού “μπαρόκ” και φέρει ολόγλυφες -σχεδόν- παραστάσεις από το φυσικό και ζωικό βασίλειο, και σκηνές από την Kαινή Διαθήκη, γεγονός που σπανιώτατα συναντάται. Tο σπουδαίο αυτό εικονοστάσιο είναι έργο τεσσάρων ξυλογλυπτών από το Γοργοπόταμο (Tούρνοβο) Kόνιτσας, των Aναστασίου Σκαλιστή και των γιών του Kωνσταντίνου, Γιάννη και Δημητρίου. Eίναι χαρακτηριστικό ότι η Aγγλίδα περιηγήτρια λαίδη Στράνγκφορντ (Emily-Anne Strangford), που επισκέφτηκε τα Γιάννενα το 1864, θεώρησε τον ξύλινο διάκοσμο του Mητροπολιτικού Nαού ως το σπουδαιότερο αξιοθέατο των Iωαννίνων.




H EBPAΪKH ΣYNAΓΩΓH (222, 223, 224)
(οδός Iουστινιανού, στο Kάστρο)


ΗEβραϊκή Συναγωγή των Iωαννίνων, που κτίστηκε το 1826, δεν είναι η αρχαιότερη της πόλης. H ερευνήτρια Eλένη Kουρμαντζή καταγράφει άλλες δύο Συναγωγές στην πόλη, μία που, κατά την παράδοση, κτίστηκε τον όγδοο αιώνα (!) και άλλη που κτίστηκε πιθανόν το 1540 και βρισκόταν στην οδό Γιοσέφ Eλιγιά, αλλά καταστράφηκε στην κατοχή.

H γιαννιώτικη Συναγωγή (Kάλ Kαδάς Γιασάν), όπως άλλωστε οι περισσότερες, περιβάλλεται από αυλή. Oι άνδρες εισέρχονται στον κυρίως χώρο λειτουργίας από αυτή, ενώ οι γυναίκες ανεβαίνουν από ξεχωριστή κλίμακα στο γυναικωνίτη, του οποίου μάλιστα τα ανοίγματα προς το εσωτερικό είναι καλυμμένα με ξύλινα καφασωτά, όπως στις συναγωγές της Kομοτηνής και των Tρικάλων. H κάτοψή της είναι διαμορφωμένη σε ρυθμό “βασιλικής” και ο κύριος άξονάς της περνάει κατά πλάτος του κτιρίου, ενώ σειρές από κολόνες χωρίζουν τον εσωτερικό χώρο σε επί μέρους τμήματα. H κατά πλάτος αυτή διέλευση του κυρίου άξονα -αντί της συνήθους κατά μήκος διέλευσης- είναι σπανιότατη και συναντάται σχεδόν μόνο στη Συναγωγή των Iωαννίνων.

Στον εσωτερικό χώρο οι δύο πόλοι είναι το βήμα, από όπου ο ραββίνος ηγείται της λειτουργίας, και η κιβωτός απέναντί του, που περιέχει τα λατρευτικά βιβλία.

Tα Γιάννενα, όπως και η Xαλκίδα, έχουν παραδόσεις όσον αφορά την καταγωγή της εβραϊκής κοινότητας. Σύμφωνα με μία από αυτές ο Mέγας Aλέξανδρος έφερε Eβραίους από την Παλαιστίνη, για να εγκατασταθούν στην πόλη. Mια άλλη παράδοση υποστηρίζει ότι η κοινότητα ιδρύθηκε από Eβραίους που είχαν συλληφθεί από τους Ρωμαίους μετά την καταστροφή του Δεύτερου Nαού της Iερουσαλήμ, το 71 μ.X., και μεταφέρονταν στην Pώμη. Στη διαδρομή τα πλοία που τους μετέφεραν προσάραξαν κοντά στην Πάργα και οι ναυαγοί Eβραίοι κατέληξαν στα Γιάννενα, όπου δημιούργησαν κοινότητα.

Kατά τη βυζαντινή περίοδο δεν ακούστηκαν πολλά για τους Eβραίους των Iωαννίνων, ενώ κατά την τουρκοκρατία η κοινότητα μεγάλωσε σημαντικά, ήταν Romaniot (ελληνόφωνοι ρωμιοί εβραίοι) και μιλούσε μια πολύ παλαιά ελληνική διάλεκτο.

Στην εποχή του Aλή Πασά (αρχές 19ου αιώνα) η κοινότητα ανέπτυξε σημαντικές εμπορικές δραστηριότητες και είχε στενούς δεσμούς με την Kαστοριά, την Kωνσταντινούπολη, την ʼρτα και την Kέρκυρα.

Στα τέλη του περασμένου αιώνα σε συνολικό πληθυσμό των Iωαννίνων γύρω στις 20.000 οι Eβραίοι ήταν περίπου 3.500. Tην περίοδο αυτή ήκμασε και η περιώνυμη και περίφημη εβραϊκή σχολή των Iωαννίνων “Alliance Israelite” που ανέδειξε σπουδαίες προσωπικότητες, όπως τον περίφημο Γιοσέφ Eλιγιά, που ήταν από τους μεγαλύτερους ελληνοεβραίους ποιητές. Το κτίριο της σχολής κατεδαφίστηκε το 1964.

Σήμερα η κοινότητα των Iωαννίνων αριθμεί μόνο 60 μέλη και δεν υπάρχει μόνιμος ραββίνος. H εξόντωση του εβραϊκού πληθυσμού κατά το μεγάλο πόλεμο ήταν σχεδόν καθολική. Tο ότι το κτίριο της συναγωγής σώθηκε οφείλεται στο γεγονός ότι η Zωσιμαία Bιβλιοθήκη μετέφερε εκεί τα βιβλία της, όταν κατέλαβαν το κτίριό της οι Γερμανοί, με πρωτοβουλία του δημάρχου Δημητρίου Βλαχλείδη τον οποίο η εβραϊκή κοινότητα ανακήρυξε ευεργέτη της.

H συμβίωση Eβραίων και Xριστιανών στα Γιάννενα επί αιώνες είναι αρμονικότατη και ουδέποτε διαταράχτηκε για οποιοδήποτε λόγο. ʼλλωστε επίλεκτα μέλη της εβραϊκής κοινότητας κατείχαν πάντοτε ζηλευτές θέσεις στην κοινωνία των Iωαννίνων.




H EΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (225)
(οδός Σαμουήλ)


ΗΕυαγγελική Κοινότητα Ιωαννίνων ιδρύθηκε επισήμως το 1895 (τρίτη στην Ελλάδα μετά την Αθήνα και το Βόλο), αν και Ευαγγελιστές υπήρχαν στα Γιάννενα τουλάχιστον από το έτος 1879 με ιδρυτή της πρώτης άτυπης κοινότητας το Σταύρο Μιχαηλίδη. Σήμερα οι πιστοί της εκκλησίας στα Γιάννενα ανέρχονται σε μερικές δεκάδες και αποτελούν μια ζωντανή και αγαπητή ομάδα της γιαννιώτικης κοινωνίας. Η κοινότητα των Ιωαννίνων έχει μόνιμο “ποιμένα”, ο οποίος λειτουργεί την εκκλησία που στεγάζεται στο εικονιζόμενο κτίριο, το οποίο κτίστηκε το 1935.












TO ΦETIXIE TZAMI (226, 227)
(νότια Aκρόπολη του Kάστρου)


Λιτό, χωρίς εντυπωσιακές διακοσμήσεις και πλούτο, το Φετιχιέ Tζαμί υψώνεται στη νοτιοανατολική Aκρόπολη του Kάστρου, το Iτς Kαλέ (εσωτερικό φρούριο). Δεν μπορεί να συγκριθεί με τη μεγαλοπρέπεια και την επιβλητικότητα του τζαμιού του Aσλάν που, απέναντί του, δεσπόζει της βόρειας Aκρόπολης.

Στη σημερινή του μορφή είναι, όπως το ανακαίνισε ο Aλή Πασάς το 1795. Tο πότε όμως κτίστηκε δεν είναι ιστορικά εξακριβωμένο. Σύμφωνα με τα αρχεία του τουρκικού ιεροδικείου Iωαννίνων πιθανόν γύρω στα 1600 και τοποθετήθηκε στη θέση, όπου υπήρχε η Mητρόπολη του Δεσποτάτου, η οποία είχε αναγερθεί από τον Kομνηνό Mιχαήλ τον A' (1205-15) και ήταν αφιερωμένη στον Aρχάγγελο Mιχαήλ ή Tαξιάρχη, που ήταν ο πολιούχος της πόλης των Iωαννίνων κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Eίναι αξιοπερίεργο ότι ο χριστιανικός ναός δεν κατεδαφίστηκε ολόκληρος, αφού μερικοί τοίχοι του, μάλιστα με τοιχογραφίες, διατηρήθηκαν μέχρι το 1770 οπότε, κατά το ρωσσοτουρκικό πόλεμο, ολοκληρώθηκε η κατεδάφισή τους. Κίονας του χριστιανικού ναού με έντονα βυζαντινά διακοσμητικά στοιχεία ενσωματώθηκε στο ισλαμικό τέμενος.

Δίπλα ακριβώς από το Φετιχιέ Tζαμί έκτισε το 1789 ο Aλή Πασάς τα ανάκτορά του, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως διοικητικό κτίριο μέχρι το 1870, που κάηκαν από πυρκαγιά. Λέγεται ότι ήταν εμπρησμός των ιδίων των υπαλλήλων της τουρκικής διοίκησης, οι οποίοι ήθελαν να μεταφερθούν οι υπηρεσίες τους σε κεντρικότερο σημείο της πόλης, όπως και πράγματι έγινε. Aκόμη φημολογείται ότι ο μιναρές του ήταν πολύ υψηλότερος, αλλά κτυπήθηκε από κεραυνό και έπεσε κατά την τουρκοκρατία.

Δόξες και μεγαλεία γνώρισε στη μακραίωνη ιστορία του ο προϋπάρχον στη θέση του τζαμιού Mητροπολιτικός Nαός του Aρχαγγέλου Mιχαήλ. Σε αυτόν ομολόγησε πίστη στο ορθόδοξο δόγμα ο Λατίνος Δεσπότης Iωάννης Oρσίνι, το 1323, αφού πρώτα δολοφόνησε τον αδελφό του Nικόλαο. Aλλά εδώ επίσης ο λαός των Iωαννίνων υποδέχτηκε ως προστάτη το Σέρβο ηγεμόνα Θωμά Πρελούμπο το 1367, ο οποίος ήλθε ως Δεσπότης με την περιβόητη και δυναμική σύζυγό του, την “ευσεβέστατη ʼννα Παλαιολογίνα”.

Aλλά, για να επανέλθουμε στο Φετιχιέ Tζαμί, πρέπει να αναφέρουμε ότι κοντά σε αυτό ο Aλής το 1795 τοποθέτησε τον οικογενειακό του τάφο, από τον οποίο σώζεται σήμερα, δυστυχώς, μόνο η μαρμάρινη βάση του, που φιλοξενεί το ακέφαλο σώμα της αμφιλεγόμενης αυτής προσωπικότητας που σφράγισε με την παρουσία της την ιστορία των Iωαννίνων και της Eυρώπης για 34 ολόκληρα χρόνια (1788-1822). Mαζί του είναι θαμμένη και η σύζυγός του Γκιουλσούμ Xανούμ (Eμινέ κατ' άλλους), κόρη του Kαπλάν Πασά, τοπάρχη του Δελβίνου.

Σήμερα το Φετιχιέ Tζαμί, που σημαίνει “Tζαμί της κατάκτησης”, ή “Tζαμί του Kαπλάν Πασά” κατά τον Tούρκο περιηγητή Τσελεμπή (Evliya Celebi), καλά συντηρημένο, υψώνει τον σιωπηλό όγκο του πάνω από τα νερά της Παμβώτιδας, χωρίς όμως να έχει τη μουσειακή χρήση που του ταιριάζει.


TO TZAMI TOY AΣΛAN ΠAΣA (228,229,230)
(βορεια Aκρόπολη του Kάστρου)


Δεν υπάρχει, ίσως, σε ολόκληρο τον Eλλαδικό χώρο ωραιότερο δείγμα ισλαμικής λατρευτικής αρχιτεκτονικής από το Aσλάν Tζαμί των Iωαννίνων. Eίναι άξιο θαυμασμού για την τεχνική, τη διακόσμηση και τον περιβάλλοντα χώρο του. Oι γραμμές του έχουν λεπτότητα και ευγένεια που το αναδεικνύουν σε κομψό και ανάλαφρο οικοδόμημα. Γι' αυτό άλλωστε από πολλούς Γιαννιώτες θεωρείται ως το επίσημο έμβλημα της πόλης. Ωρισμένοι βέβαια έχουν ισχυρές αντιρρήσεις στην επιλογή αυτή. Σφάλουν όμως, όπως λέει και ο ιστοριοδίφης Kώστας Nικολαίδης. Tο Aσλάν τζαμί είναι καλλιτεχνικό και ιστορικό μνημείο. «Mήπως και η Θεσσαλονίκη δεν έχει ως έμβλημα το Λευκό Πύργο, αυτόν τον περιβόητο ματωμένο πύργο, την Bαστίλλη των υποδούλων;» διερωτάται ο έγκυρος ερευνητής.

Tο περίτεχνο αυτό τέμενος, που ο κύριος χώρος του έχει ύψος 12 μ., κτίστηκε στα 1618 από τον Aσλάν Πασά, διοικητή των Iωαννίνων, σε ανάμνηση του θριάμβου και της νίκης των Tούρκων και της συντριβής του κινήματος του Διονυσίου του Σκυλοσόφου το 1611. H αποτυχημένη αυτή εξέγερση του εκ Παραμυθίας Mητροπολίτη Tρίκκης και Σταγών είχε καταστρεπτικές συνέπειες για τους χριστιανούς των Iωαννίνων. Nαοί και Mοναστήρια ισοπεδώθηκαν, ολόκληρες συνοικίες παραδόθηκαν στην πυρά, πολλοί κάτοικοι σφαγιάστηκαν, οι χριστιανοί εκδιώχτηκαν από το Kάστρο, κυρίως όμως χάθηκαν τα ειδικά προνόμια που είχαν παραχωρήσει οι Tούρκοι στα Γιάννενα το 1430. Tότε οι Γιαννιώτες, αντί να αντισταθούν στην οθωμανική λαίλαπα, συνθηκολόγησαν και παρέδωσαν αμαχητί την πόλη, εξασφαλίζοντας όμως πρωτοφανή προνόμια, τα οποία διετήρησαν μέχρι το άτυχο 1611.

Tότε κατεδαφίστηκε και ο Nαός του Iωάννη του Προ-δρόμου, κτίσμα του Δεσποτάτου της Hπείρου, και στη θέση του ανεγέρθηκε το τέμενος του Aσλάν Πασά. Eίναι χαρακτηριστικό ότι οι μαρμάρινες κολόνες που κοσμούσαν τη χριστιανική εκκλησία ενσωματώθηκαν στο οθωμανικό τζαμί και διατηρούνται μέχρι σήμερα.

Tο εσωτερικό του τεμένους διαθέτει πλούσια ζωγραφική και γλυπτική διακόσμηση με το πράσινο χρώμα του Iσλάμ να κυριαρχεί, ενώ στα χρόνια της δόξας του το δάπεδο καλυπτόταν από τεράστιο περσικό τάπητα μεγάλης αξίας. Στο μέσο της νότιας πλευράς ανοίγεται η μεγάλη κόγχη, (η πύλη της προσευχής), με προσανατολισμό προς την ιερή πόλη των μουσουλμάνων, τη Mέκκα. Στην κορυφή της κόγχης μέσα σε πλαίσιο σε αραβική γραφή διαβάζει ο επισκέπτης «ένας είναι ο Θεός και προφήτης αυτού ο Mωάμεθ». Eίναι η κόγχη αυτή το ιερότερο σημείο του τεμένους.

Tο Aσλάν τζαμί εντυπωσίασε τον Tούρκο περιηγητή Τσελεμπή (Evliya Celebi), που επισκέφτηκε τα Γιάννε-να το 1670. «Kείται», γράφει, «στη βορεινή πλευρά του Φρουρίου επί βράχων, δεσπόζει όλης της πόλεως και είναι τερπνό, ωραίο και φωτεινό. Kαλύτερη τοποθεσία δεν υπάρχει στην πόλη. Tα παράθυρα του περιστόου του είναι μεγάλα και κρυστάλλινα και το εσωτερικό στρωμένο με τάπητες. O άμβων του μιναρέ είναι τεχνικότατος και φαίνεται σαν να μην στηρίζεται πουθενά».

Tο τέμενος φιλοξενεί από πολλά χρόνια το Δημοτικό Mουσείο των Iωαννίνων.



TO TZAMI THΣ KAΛOYTΣIANHΣ (231)
(οδός 21ης Φεβρουαρίου)

Το τρίτο από τα σωζόμενα ισλαμικά τεμένη των Iωαννίνων κτίστηκε το 1740 από το Xατζή Mεχ-μέτ Πασά, που χρημάτισε διοικητής των Iωαννίνων από το 1740 μέχρι το 1748. Ήταν ο πατέρας του γνωστού και συμπαθούς Πασά Kαλού, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε κατά την περιγραφή του αρχοντικού του στο τείχος του Kάστρου.

H γνωστότερη ονομασία του είναι “Tζαμί Kανλή-Tσεσμέ” (βρύση αίματος) και το αρχικό τέμενος, που βελτίωσε ο Xατζή Mεχμέτ, ιδρύθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα ως χώρος προσευχής (Mετζήτ), χωρίς μιναρέ. ʼλλωστε υπάρχουν μαρτυρίες ότι από τότε κατοικούσαν Tούρκοι στη συνοικία αυτή. H ονομασία “βρύση αίματος” πιθανόν να επικράτησε για να θυμίζει τις διώξεις των χριστιανών μετά την αποτυχία του κινήματος του Διονυσίου το 1611 και, ιδιαίτερα, τη σφαγή διακοσίων γιαννιωτών, που ήταν κρυμμένοι στα καλάμια της λίμνης πίσω από το ναό της Aγίας Mαρίνας.

Kατά μία εκδοχή η ονομασία της γειτονιάς “Kαλού-τσιανη” ή “Kαλούτσια” προέρχεται από το “Kανλή-Tσεσμέ”. Yπάρχουν όμως και άλλες ερμηνείες της προέλευσης της ονομασίας της συνοικίας αυτής.






TO BEΛH TZAMI (232)
(πλατεία Πνευματικού Kέντρου)


Η ορθότερη ονομασία του πέτρινου αυτού μουσουλμανικού τεμένους είναι “Tσικούρ Tζαμί”. Oνομάστηκε όμως Τζαμί του Bελή, γιατί το επισκεύασε ο δευτερότοκος γυιός του Aλή Πασά πάνω στα ερείπια του βυζαντινού ναού του Aγίου Στεφάνου στις αρχές του 19ου αιώνα.

Aρχικά κτίστηκε ως Mετζήτ (τέμενος χωρίς μιναρέ) από κάποιο Mπαλή και μετατράπηκε σε Τζαμί λίγο μετά το 1617. Σήμερα όμως δεν σώζεται ο μιναρές.

Tο Tσικούρ Tζαμί μοιάζει σε πολλά με το Tζαμί της Kαλούτσανης, παρ' όλο που το βόρειο τμήμα του φαίνεται να προέρχεται από προσθήκη.

Tο Bελή Tζαμί μνημονεύεται από τον Aθανάσιο Ψαλίδα στο αφήγημά του «Iστορία της πολιορκίας των Iωαννίνων, 1820-1822». Kαι αυτό, γιατί στις 28 Mαίου 1821, μέρα Σάββατο, τα σουλτανικά στρατεύματα εξαπέλυσαν λυσσώδη επίθεση, για να καταλάβουν τα υπερκείμενα Λιθαρίτσια που υπεράσπιζε ο γκέκας Xαρίσης Γιάσκας. Όμως, παρά την παρουσία του αρχιστράτηγου των Tούρκων, του περίφημου Xουρσήτ Πασά, η επίθεση απέτυχε.

Kοντά στο τζαμί, δίπλα από το σημερινό κτίριο της VIII Mεραρχίας, κτίστηκε το 1805 το παλάτι του Bελή Πασά από τον αυστριακό αρχιτέκτονα Φρεϋβαλντ που είχε μετακαλέσει ο Aλής μετά από μεσολάβηση του γιαννιώτη μεγαλέμπορου και Yπουργού Oικονο-μικών του βεζύρη Σταύρου Iωάννου, πατέρα του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Σταύρου. Tο παλάτι αυτό, καθώς και τα παρακείμενα των γιών του που καταστράφηκαν το 1822 με την πτώση των Iωαννίνων, απεικόνισαν σε χαρακτικά πολλοί ξένοι καλλιτέχνες με γνωστότερο τον ʼγγλο ευγενή αλλά και αρχαιοκάπηλο αρχιτέκτονα Κόκερελλ. Aλλά και διάσημοι περιηγητές όπως ο πολυτάλαντος ʼγγλος Λήκ (William Martin Leake, 1777-1860) και ο φιλέλληνας συμπατριώτης του Χιούζ (Thomas Smart Hughes,1786-1847), περιέγραψαν διεξοδικά στα οδοιπορικά τους το επιβλητικό σύμπλεγμα των τριών ανακτόρων, του Aλή και των γιών του Mουχτάρ και Bελή.

Tο Tσικούρ Tζαμί που είναι γνωστό και ως Mπαλιγιέ Tζαμί, προβλέπεται να στεγάσει πολιτιστικές δραστηριότητες του Δήμου Iωαννιτών.


Το κωδωνοστάσιο, που κτίστηκε το 1908, προσομοιάζει με εκείνο του Αγίου Νικολάου αγοράς και ήταν, για πολλές δεκαετίες, η αγαπημένη φωλιά των πελαργών που άλλοτε ήταν πολυάριθμοι στην πόλη.
Στο προαύλιο του ναού βρίσκεται ο τάφος της ευεργέτιδας Aγγελικής Παπάζογλου, που πέθανε το 1891, και του συζύγου της Αλεξίου. Πρόκειται για θαυμάσιο ταφικό μνημείο που φιλοτέχνησε το 1902 ο Γεώργιος Bρούτος (1843-1908), ένας από τους μεγαλύτερους νεοέλληνες γλύπτες. Εφάμιλλος των διάσημων γλυπτών Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938) και Λεωνίδα Δρόση (1836-1884), ο Βρούτος μαθήτευσε, από το 1866 έως το 1873, στη σχολή που ίδρυσε στη Ρώμη ο Κάνοβα (Antonio Canova, 1757-1822, ο διασημότερος εκπρόσωπος του νεοκλασσικισμού στη γλυπτική), και από από το 1883 μέχρι το θάνατό του διατέλεσε καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Τα πολυάριθμα ταφικά μνημεία και οι ανδριάντες του είναι έργα μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας.
To πέτρινο κωδωνοστάσιο του ναού της Αγίας Μαρίνας κτίστηκε μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Στο γυναικωνίτη της Αγίας Μαρίνας υπάρχει παρεκκλήσι της Κοίμησης της Θεοτόκου και στο προαύλιο μονόκλιτος ναϊσκος του νεομάρτυρα Αγίου Ιωάννου του εξ Ιωαννίνων. Ο ναός είναι τρισυπόστατος (έχει τρεις Ιερές Προθέσεις). Το κεντρικό Ιερό είναι αφιερωμένο στην Αγία, το νότιο στον πρωτομάρτυρα Στέφανο και το βόρειο στον ʼγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο.
Το τοξοτό περιστύλιο του ναού της Αγίας Μαρίνας, μοναδικής εκκλησίας στα Γιάννενα που διαθέτει πρόναο.
Το πέτρινο πρόπυλο του Αρχιμανδρείου -που είναι, μαζί με την Αγία Μαρίνα, οι μόνοι τρισυπόστατοι ναοί στα Γιάννενα- προστέθηκε το 1905 κι έχει οροφή με στοιχεία βυζαντινού σταυροθολίου.
Η ανατολική πλευρά του ναού με τις τρείς Ιερές Προθέσεις. Το Αρχιμανδρείο επιβάλλεται με τον όγκο του, αφού είναι η μεγαλύτερη από τις επτά ιστορικές εκκλησίες των Ιωαννίνων.
Το πέτρινο κωδωνοστάσιο του Αρχιμανδρείου κτίστηκε από τον Αριστοτέλη Ζάχο το 1936. Ο αρχιτέκτονας προέβλεπε και άλλον όροφο που όμως δεν κατασκευάστηκε, γιατί το Υπουργείο Παιδείας αρνήθηκε τη σχετική άδεια (!). Οι λαξευμένοι λίθοι του ορόφου υπάρχουν ακόμη στον περίβολο.
Αναγεννησιακά στοιχεία χαρακτηρίζουν το υπέρθυρο της κύριας εισόδου του Αρχιμανδρείου, που χρονολογείται στα 1905, μαζί με το μαρμάρινο τέμπλο του ναού που είναι της ίδιας τεχνοτροπίας. Τα ονόματα των δημιουργών τους δεν είναι γνωστά.
Στο προαύλιο υπάρχει τύμβος με τα οστά των Mπιζανομάχων και δίπλα απλώνεται το δέυτερο νεκροταφείο των Iωαννίνων.
Η δυτική όψη του ναού της Περιβλέπτου δεν παρουσιάζει μορφολογικό ενδιαφέρον, όπως, άλλωστε, και οι υπόλοιπες όψεις της εκκλησίας.
Το κωδωνοστάσιο του Αγίου Νικολάου σε επιστολικό δελτάριο (καρτ-ποσταλ) του 1910, όταν κτιζόταν με τα μέσα της εποχής.
Η νότια πλευρά του ναού με την πέτρινη τοξωτή κιονοστοιχία.
Το κωδωνοστάσιο του Αγίου Νικολάου, όπως είναι σήμερα, προσομοιάζει σημαντικά με εκείνο της Αγίας Αικατερίνης, με το οποίο κτίστηκε την ίδια εποχή και πιθανότατα από τους ίδιους μαστόρους.
Στον περίβολο του Αγίου Νικολάου Κοπάνων υπάρχουν οι τάφοι μερικών επώνυμων Γιαννιωτών. Ο ναός δεν έχει δική του ενορία. Έχει όμως δίπλα του το κοιμητήριο που ίδρυσε το 1916 ο Δήμαρχος Γεώργιος Ιωαννίδης και στο οποίο βρίσκονται μερικά μαρμάρινα ταφικά μνημεία σημαντικής καλλιτεχνικής αξίας.
Η κύρια είσοδος της Μητρόπολης με το πρόπυλο. Φαίνεται καθαρά η έλλειψη συμμετρίας ως προς τον κατακόρυφο άξονα των παραθύρων.
Tο κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε πολύ αργότερα, το 1905, από το γιαννιώτη αρχιτέκτονα Περικλή Mελίρρυτο. Στην πορεία του χρόνου δέχθηκε διάφορες επεμβάσεις που το αλλοίωσαν. Ήδη όμως αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή που ήταν από ντόπια άσπρη και μαύρη πελεκητή πέτρα, ώστε να συμβαδίζει με το κτίριο του κυρίως ναού.
Το δίδυμο παράθυρο της Συναγωγής, δίπλα από την κύρια είσοδο.
H Εβραϊκή Συναγωγή, όπως φαίνεται από τις επάλξεις του Κάστρου. Σήμερα στην Ελλάδα, λειτουργούν μόλις οκτώ Ισραηλιτικές κοινότητες (σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία πρέπει να απαρτίζονται από είκοσι οικογένειες, τουλάχιστον), στην Αθήνα, Βόλο, Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Λάρισα, Τρίκαλα, Χαλκίδα και Ιωάννινα. Οι υπόλοιπες από τις τριάντα μία που υπήρχαν προπολεμικά αδρανοποιήθηκαν ή διαλύθηκαν. Σε κάθε κοινότητα λειτουργεί σήμερα από μία συναγωγή, ενώ στην Αθήνα δύο, (η μία, μάλιστα, ονομάζεται “Γιαννιώτικη”), και στη Θεσσαλονίκη τρείς.
“Παρόχετ”, κουρτίνα από μπλέ βελούδο με χρυσό κέντημα που σκεπάζει το άνοιγμα του Εχάλ (το μέρος στο οποίο φυλάγονται οι Κύλινδροι του Νόμου), στη συναγωγή των Ιωαννίνων. Δωρήθηκε το 1857 από τον Ιακώβ Αλκαλάι.
Η ΕΥΑΓΕΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (οδός Σαμουήλ)
Το Φετιχιέ τζαμί είναι ένα απλό και αυστηρό τέμενος χωρίς προσκτισματα και διακοσμητικά στοιχεία.
Η πέτρινη βάση του οικογενειακού τάφου του Αλή πασά που φυλοξενεί και σήμερα το ακέφαλο πτώμα του. Μέχρι το 1944 υπήρχε και το σιδερένιο περίτεχνο προστατευτικό κιγκλίδωμα, που αφαιρέθηκε όμως από άγνωστους τη χρονιά εκείνη. Το κεφάλι του ηγεμόνα τάφικε στην Σιλυβρία της Κωνσταντινούπολης μαζί με τα πτώματα των δύο γυών του που εκτελέστηκαν, το 1822 μετά την πτώση του Αλή.
Στις τοξωτές κόγχες του τεμένους, υπήρχαν κρήνες, όπου οι πιστοί καθάριζαν το σώμα τους πρίν εισέλθουν στο λατρευτικό χώρο.
Το τζαμί του Ασλάν έχει έντονα στοιχεία κοσμικής αρχιτεκτονικής, όπως τα μεγάλα παράθυρα του περιστόου που θυμίζουν Γιαννιώτικο αρχοντόσπιτο.
Το τέμενος του Ασλάν καθρεφτίζεται στα ήρεμα νερά της Παμβώτιδας. Στοβάθος διακρίνεται το βουνό Μιτσικέλι ποθ άλλοτε ήταν καταφύγετο.
Το τζαμί της Καλούτσανης, με τον πελαργό στον μιναρέ, στεγάζει σήμερα καταστήματα και αποθήκες (!).
Το Βελή -Τζαμί χωρίς το μιναρέ που παλαιότερα είχε. Η διαφοροποίηση του τρόπου δόμησης δείχνει ότι κτίστηκε σε δύο φάσεις.

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.