30/10/2008
Γεφύρια στο Ζαγορίτη ποταμό

Αριστείδης Σχισμένος

© Δήμος Ιωαννιτών

ΓΕΦΥΡΙΑ ΣΤΟΝ ΖΑΓΟΡITH ΠΟΤΑΜΟ

Αφήνοντας το Μετσοβίτικο τμήμα του Αράχθου, ανηφορίζουμε συντροφιά με το Διπόταμο (Ζαγορίτη και Βάρδα) λίγα μέτρα αριστερά από το σημείο του
φιλιώματος και του αθόρυβου ανταμώματος, τελείως ξαφνικά, προβάλλει το γεφύρι του Καμπέραγα.

Από την πρώτη ματιά διαπιστώνει κανείς ότι, μόλις πάει να ανασηκώσει με επιβλητικό τρόπο τον κορμό του, απλώνεται το υπόλοιπο σώμα του - φαρδιά πλατιά- στις απέναντι όχθες, για να πυργωθεί με σιγουριά και ασφάλεια. Ο τρόπος με τον οποίο ζεύει την κοίτη του Ζαγορίτη, είναι ξεχωριστός και τελείως διαφορετικός από τον τρόπο των άλλων γεφυριών που γνωρίζουν να δένουν την κάθε περιοχή με ταιριαστά κομψά πέτρινα γεφύρια δένει αρμονικά με το φυσικό περιβάλλον, ικανοποιούσε όλες τις διακομιστικές ανάγκες της περιοχής.

Καλοδουλεμένες και προσεκτικά τοποθετημένες όλες οι πέτρες του σώματός του, στέρεα συνδεδεμένες με το μίγμα του περίφημου "κουρασανιού'" προσδίδουν μια αισθητική απόλαυση σπάνιας ομορφιάς. Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί, φέρουν χάρη και ομορφιά στο κτίσμα. Τα πλαϊνά προστατευτικά του καλντεριμωτού οδοστρώματος αποτελούνται από όμορφα χαμηλόσχημα πεζούλια, τα οποία ταιριάζουν απόλυτα με το υπόλοιπο σώμα του γεφυριού. Από την ιδιότητα αυτή δεν ξεφεύγουν και τα ανακουφιστικά ανοίγματα του γεφυριού, που συμβάλλουν και αυτά στην καλαίσθητη εμφάνισή του.

Ακόμη και το περιβάλλον βοηθάει στην ειδυλλιακή σύνθεση του τοπίου, με τη συνύπαρξη πολύδενδρης συστάδας από διαφορετικά είδη δέντρων, απαλλαγμένο από τα πρωτινά του καθήκοντα, περιθωριοποιημένο από διαβάτες και διερχόμενα ζώα, στέκεται στην άκρη του δρόμου, δίπλα από την τσιμεντένια γέφυρα, με καλαίσθητη ενδυμασία. Μια εμφάνιση που μαρτυρεί το αμείωτο ενδιαφέρον της πολιτείας, το σεβασμό των κατοίκων στο Ζαγορίτη ποταμό, στους Μηλιωτάδες στρίβουμε αριστερά,
περνάμε τις όμορφες Καρυές και φθάνουμε στο πρόσχαρο χωριό Καβαλάρι.

Ένα πανέμορφο καρπερό τοπίο με πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις στις όχθες του Ζαγορίτη, ευφραίνει τον επισκέπτη σαν φθάσει στο χωριό. Η θέα νεόκτιστων και καλαίσθητων σπιτιών, συντροφιά με την παλιά βρύση και την εκκλησία της Αγίας Τριάδας σε περίοπτη θέση, μας ξάφνιασε για την απρόσμενη ζωντάνια. Οι ευγενικοί κάτοικοί του μας ενημέρωσαν για την τοποθεσία του ονομαστού τους γεφυριού και μάλιστα προθυμοποιήθηκαν να μας συνοδέψουν. Στα έβγα του χωριού αφήσαμε τον κεντρικό δρόμο, κατευθυνθήκαμε δεξιά και ακολουθήσαμε ένα χωματόδρομο, ο οποίος μας οδηγούσε στην κοίτη του ποταμού.

Πριν από το γεφύρι, δεξιά καθώς κατηφορίζαμε, απαντήσαμε ένα μικρό ρεματάκι, που όμορφα το καβαλίκευε ένα μικρό μονότοξο πέτρινο γεφύρι, κατασκευή η οποία μας εντυπωσίασε ιδιαίτερα για τη γραφικότητά της.

Μετά από μια στροφή και σε μικρή απόσταση πρόβαλε με την επιβλητική του παρουσία το γεφύρι του Καβαλάρι. Από την αριστερή όχθη, λόγω της απότομης κλίσης του εδάφους, ξεπεταγόταν απρόσμενα, μετά δημιουργούσε μια μεγάλη ακανονιστόσχημη καμάρα, πατούσε γερά στο έδαφος, ξαναδημιουργούσε μια συνεχόμενη χαμηλή καμάρα κι εδραιωνόταν με σιγουριά στην ευρύχωρη απέναντι όχθη. Η τοποθέτηση στενόμακρων λεπτών λίθων (αρκάδων) στα πλάγια του γεφυριού. Η μη εξασφάλιση, μάλιστα, ομοιόμορφων σχημάτων στις αρκάδες και η λιγοστή διαφορά στο ύψος, επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την καλαισθησία του γεφυριού. Στο ανατολικό Ζαγόρι ήταν αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο η παρουσία αρκάδων στα πλαϊνά των γεφυριών, γεγονός που μετρίαζε το κόστος κατασκευής, γιατί τα γεφύρια με αρκάδες χτίζονταν πιο στενά από εκείνα που είχαν πεζούλια για προστασία και αφαιρούσαν βάρος. Οι ντόπιοι τεχνίτες φρόντιζαν περισσότερο για την εξασφάλιση στερεότητας του γεφυριού και λιγότερο για την καλαίσθητη εμφάνισή του. Στο συγκεκριμένο γεφύρι δημιούργησαν τεράστια καμάρα, με άκομψο σχήμα, για να μην τη φθάνουν τα πλημμυρισμένα νερά του Ζαγορίτη. Κάλυψαν έτσι το ρεύμα του ποταμού (τη λαμπάδα) και μετά συνέχισαν το γεφύρι με μικρότερη αλλά ωραιόσχημη καμάρα. Το άνοιγμα αυτό, που βρισκόταν έξω από την κυρίως κοίτη, ήταν βοηθητικό. Μόνο σαν πλημμύριζε ο ποταμός και τα νερά του καβαλούσαν τις όχθες της κοίτης, έβγαιναν και περνούσαν από τη βοηθητική δεύτερη καμάρα του γεφυριού, με τον τρόπο αυτό μείωναν το πεδίο αντίστασής του και προστάτευαν ολόκληρο το σώμα, έτσι ρυθμοποιούν τα γεφύρια για να περνοδιαβαίνουν στα κτήματά τους.

Επίσης δέχονται με ευχαρίστηση τους λιγοστούς περιηγητές και φυσιολάτρες που φθάνουν στην περιοχή, για να απολαύσουν τα κάλλη της φύσης και να περιεργαστούν τους πέτρινους θησαυρούς. Επιστρέφοντας στον κεντρικό δρόμο και ανηφορίζοντας πάντα, φθάσαμε στο χωριό του μεγάλου δασκάλου του γένους Μεθόδιου Ανθρακίτη, που η γενέτειρά του πήρε τιμητικά το επώνυμό του (παλιά λεγόταν Καμνιά). Ένας γραφικός οικισμός πνιγμένος στο πράσινο.

Λιγοστοί και ηλικιωμένοι οι κάτοικοι του χωριού, .αλλά ευγενικοί και προθυμότατοι να μας εξυπηρετήσουν. Ένας ηλικιωμένος κι ευγενικός κάτοικος, ο κύριος Αναστάσιος Βαρτζώκας, προθυμοποιήθηκε να μας συνοδεύσει, μας εξυπηρέτησε με καλοσύνη και με μεγάλη υπομονή. Αρχικά μας κατεύθυνε στην κοντινή τοποθεσία του χωριού "Τσιόνια'" όπου απαντήσαμε ένα μικρό χείμαρρο δαμασμένο από στερεόκομψο μικρό πέτρινο γεφύρι, όχι ιδιαίτερης αξίας και σπουδαίας κατασκευής. Απλούστατα οι άνθρωποι γεφύρωσαν τον κοντινό χείμαρρο, για να διέρχονται ακίνδυνα, ιδίως όταν ήταν θυμωμένος και γεμάτος νερά. Όπως μας πληροφόρησε ο κύριος Βαρτζώκας, το ρέμα αυτό έπρεπε να δαμαστεί, γιατί ήταν πολύ κοντά στο χωριό, σε συχνοπέραστο μέρος, κυρίως από τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν πολλές φορές την ημέρα. Για να το προστατέψουν οι άνθρωποι από τη μεγάλη διαβρωτική μανία του συχνοπλημμύριστου ρέματος, έστρωσαν την κοίτη του με τσιμέντο, όταν διαπίστωσαν την επικινδυνότητα του γεφυριού. Το μονότοξο αυτό γεφυράκι εξακολουθεί και σήμερα να ασκεί στο ακέραιο τα αρχικά του καθήκοντα, με λιγοστούς όμως διαβάτες, λιγότερα κοπάδια από γιδοπρόβατα και κυρίως με απουσία νέων ανθρώπων. Στη συνέχεια μας οδήγησε, από έναν άλλον αγροτικό δρόμο, στο βάθος μιας πυκνόδεντρης ρεματιάς, για να απαντήσουμε εκεί ένα ευρυκάμαρο πέτρινο γεφύρι. Επιβλήθηκε απόλυτα στον ποταμό κι ένωσε με μεγάλη σιγουριά τις δυο υψηλόσωμες όχθες του.

Πρόκειται για προσεγμένη κατασκευή, αρκετά επιμελημένη, στέρεα και κομψή. Δύο συνεχόμενες μεγάλες καμάρες που έχουν σχεδόν το ίδιο ωραίο σχήμα. Δείχνει λεπτόσωμο, γιατί στερείται αρκάδων και πλαϊνών προστατευτικών πεζουλιών. Το οδόστρωμά του, κάπως στενό, δημιουργεί φοβία και κίνδυνο πτώσης, γι' αυτό τοποθετήθηκαν σιδερένιοι πάσσαλοι και απλώθηκαν μερικές σειρές από σύρμα.

Το οδόστρωμά του δεν παρουσιάζει ανεβοκατεβάσμαrα και απλώνεται σχεδόν
σε ευθεία γραμμή, κάτι που δε συναντάμε σε άλλα γεφύρια πολύ συχνά. Ίσως οι ισοϋψείς όχθες να συνετέλεσαν στην ιδιομορφία αυτή του γεφυριού, γεγονός που το μειώνει αισθητικά. Και το γεφύρι αυτό του Βουδάση εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του, δέχεται τη φροντίδα της πολιτείας, τυχαίνει γέφυρα του Κουτσουλέκου. Πριν ξεκινήσουμε για το επόμενο γεφύρι, ο κυρ- Aναστάσιoς μας εξήγησε ότι το γεφύρι του Κουτσουλέκου που θα επισκεφθούμε, ανήκει στο χωριό Καλουτάς, αλλά εξυπηρετεί εξίσου τους κατοίκους του Ανθρακίτη.

Για να προσεγγίσουμε το γεφύρι, απαιτήθηκε να διανύσουμε κάμποσα χιλιόμετρα αγροτικού δρόμου, να παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας σε κάποιο πλάτωμα και μετά να πορευτούμε με τα πόδια. Ο γλυκομίλητος Αναστάσιος, αφού μας έδειξε από μακριά την περιοχή του γεφυριού, παρέμεινε στο αυτοκίνητο, γιατί δυσκολευόταν πολύ στην πεζοπορία. Η επίθεση μερικών σκύλων, που κυνηγούσαν στην ίδια περιοχή, μας ξάφνιασε και απαιτήθηκε η χρήση της γκλίτσας, για να συνεχίσουμε αβλαβείς την πορεία μας.

Αφού κατηφορίσαμε αρκετά, σε μια στροφή της κοίτης φάνηκε αρκετά μεγαλόπρεπο το γεφύρι του Κουτσουλέκου στον Καλουτά, παραπόταμο του Ζαγορίτη. Περιστοιχισμένο από πολλά δέντρα, αλλά απόλυτα κυρίαρχο στην περιοχή, έζευε σταθερά τις δυο ανισοϋψείς όχθες του ποταμού. Ξεκινούσε με μικρή καμπούρα προς το μέρος της υψηλότερης όχθης του, έσκυβε ομαλά το υπόλοιπο σώμα του και γαντζωνόταν στέρεα και ομαλά στην αντίπερα όχθη. Το όλο σώμα του, με επιμελημένη και αρκετά καλαίσθητη κατασκευή, υπερέχει πολύ από το γεφύρι του Βουδάση. Ωραιόσχημα και φροντισμένα τα ανακουφιστικά ανoίγματα, προσδίδουν χάρη και ομορφιά και, σε περίπτωση μεγάλης πλημμύρας, ανακουφίζουν το γεφύρι στο δύσκολο έργο του. Οι λιθόκτιστες πλαϊνές προφυλάξεις δένουν ταιριαστά με την υπόλοιπη κατασκευή και συγχρόνως παρέχουν ικανοποιητική ασφάλεια.

Μέσα σε κλίμα απόλυτης γαλήνης και μετά από ένα απολαυστικό πέρασμα στο οδόστρωμα του γεφυριού, πήραμε το δρόμο της επιστροφής, για να φθάσουμε στο σημείο που αφήσαμε το αυτοκίνητό μας και τον κύριο Αναστάσιο. Η ανηφορική διαδρομή πιο δυσκολοδιάβατη, αλλά η γλυκύτητα της φύσης, ο πεντακάθαρος δροσερός αέρας αποζημίωναν περίτρανα την προσπάθειά μας. Στην άκρη του πλατώματος, όρθιος και με αγωνιώδες βλέμμα, μας περίμενε ο κυρ Αναστάσιος, ρωτώντας να πληροφορηθεί αν βρήκαμε το γεφύρι και το λόγο της φασαριόζικης επίθεσης των σκύλων ειδικά στην περιοχή αυτή.

Μας παρότρυνε να απαλλάξουμε τους κυνηγούς από την ενοχλητική παρουσία όλων μας, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο κι επιστρέφοντας στο κέντρο του χωριού, για παραδοσιακό καφεδάκι. μιας σπάνιας αρχιτεκτονικής πέτρινης κατασκευής, που πραγματοποιούνταν φέρουσα, γιατί ο ανέλπιστος ουρανόσταλτος πληροφοριοδότης προθυμοποιήθηκε να μας συνοδέψει και στο διπλανό χωριό του Καλουτά, προκειμένου να ερευνήσουμε και άλλα γεφύρια, αλλά με τον όρο να τον ξαναφέρουμε πάλι στο χωριό του.

Μια ευγενική προσφορά ευπρόσδεκτη και μια συμφωνία που τηρήθηκε με θρησκευτική ευλάβεια κι έκφραση απέραντη ς ευχαριστίας.

Με ανανεωμένο το ενδιαφέρον και με αυξημένη περιέργεια, για την εμφάνιση και την κατάσταση του νέου γεφυριού, πήραμε το δρόμο που οδηγεί στον όμορφο οικισμό “Της Κολωτάς”. Και ο οικισμός αυτός έλαβε το όνομα του ιδρυτή της Μπουλουκμάση Κολωτά, γόνου αρχοντικής και ιστορικής οικογένειας των Ιωαννίνων, που άκμασε από το 1540και μετά.
Διανύοντας περισσότερο από το μισό της γραφικότατης διαδρομής, λίγο πιο πέρα από τη διασταύρωσή της με το δρόμο που οδηγεί στο χωριό Διπόταμος, στα δεξιά του, πρόβαλε εντυπωσιακά το περίφημο πολύτοξο γεφύρι του Μύλο. Αρκετά επιβλητικό με το μάκρος του σώματός του και εντυπωσιακό με τις πολλές καμάρες του, ιππεύει με σιγουριά την ευρύτατη κοίτη του Καλουτά. Το φθαρμένο καλντεριμωτό οδόστρωμά του ακολουθούσε πιστά το ύψος των διαδοχικών, αλλά ανισοϋψών, καμάρων με αποτέλεσμα το οδόστρωμα να παρουσιάζει εναλλάξ βαθουλώματα και κυρτώματα. Τα διαδοχικά αυτά ανεβοκατεβάσματα δίνουν μία φιδωτή σχηματική παράσταση στο οδόστρωμα, την οποία ακολουθούν πιστά και οι αρκάδες, παρέχοντας στο γεφύρι κάτι ξεχωριστό, κάτι το ιδιαίτερο, κάτι που δεν πολυσυναντάμε στα περισσότερα γεφύρια της περιοχής.

Το μεγάλο άνοιγμα της κοίτης, σε αυτό το σημείο του ποταμού, ανάγκασε τους έξυπνους κατασκευαστές του να προβούν στη ζεύξη της με πολύτοξο γεφύρι. Το σταυροδρόμι αυτό της ευρύτερης περιοχής υποχρέωσε τους κατοίκους των γειτονικών χωριών να αξιώσουν από τους μαστόρους την κατασκευή πέτρινου γεφυριού στον πολυδιάβατο αυτό χώρο.

Δικαιολογημένα, οι τεχνίτες αντιμετώπισαν το πρόβλημα της απλόχωρης κοίτης, με τη θεμελίωση πολυκάμαρης κατασκευής, προσέχοντας τη στέρεα κατασκευή της και αποδίδοντας λιγότερη σημασία στην αισθητική της εμφάνιση. Δραστηριοποιημένο με τους κοντινούς νερόμυλους ερειπωμένους, προκαλεί περισσότερο τον οίκτο, παρά τέρπει κι ευχαριστεί τον επισκέπτη. Αισθήματα μελαγχολίας αποπνέει και όχι υπερηφάνειας και γοητείας. "Καλωτάτες" που δεν είχαν σχολείο, ζήτησαν τη μεσολάβησή του, να γίνει γεφύρι κάτω απ' την "Καλωτά", στη θέση Μύλος, γιατί είχαν πνιγεί δύο άνθρωποι. Και ο ʼγιος τους επέπληξε, σύμφωνα με πληροφορίες του Λαμπρίδη (Αγαθοεργήματα σελ 116) με τα παρακάτω λόγια: "Ταλαίπωροι και ελεεινοί, περί σωτηρίας δύο ή τριών πατριωτών σας φροντίζοντες, λησμονείτε, ότι πάντες συν γυναιξί και παιδίοις άνευ σχολείων κινδυνεύετε να καταποντιστείτε...". Η τοποθεσία του γεφυριού είναι προνομιούχος τόπος, γιατί αποτελεί το σταυροδρόμι: Ανθρακίτης-Καλουτάς, Μανασσής, Καλουτάς-Διπόταμος.

Παλιότερα υπήρχαν νερόμυλοι και νεροτριβές δίπλα από το γεφύρι. περνούσε αρκετός κόσμος για το μοναστήρι του Βυσσικού, που ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, κι έφερναν τα αλέσματά τους πολλοί άνθρωποι από τα πέτρινων γεφυριών, παρόλο που μας πληροφόρησαν ότι ανεβαίνοντας προς τις πηγές του θα συναντούσαμε και άλλα γεφύρια. Επιστρέψαμε υποχρεωτικά στον Ανθρακίτη, αποβιβάσαμε τον "εξ ουρανού πεμψθέντα "κυρ Αναστάσιο και, αφού τον ευχαριστήσαμε εγκάρδια, κατευθυνθήκαμε προς την Μπαλντούμα.

Η κούραση φαίνεται ότι δε μας είχε καταβάλει ολοκληρωτικά, γιατί λίγο μετά τον Ανθρακίτη η ματιά μας έπεσε σε μια μικρή, αλλά γραφική καμάρα, που έχασκε λίγα μέτρα αριστερά από τον κεντρικό δρόμο.
Αμέσως παρκάραμε το αυτοκίνητό μας στην άκρη του δρόμου και σπεύσαμε στην ελκυστική πέτρινη καμαρίτσα, για να την περιεργαστούμε. Ίππευε αναπαυτικά μικρό παλιό λαγκάδι, το οποίο -αχρήστεψε μαζί με το πετρογέφυρο ο καινούργιος ασφαλτόδρομος.

Αφημένο παράμερα, μαζί με τον παλιό χαλικόδρομο, με όλες τις παλιές αρκάδες, χορταριασμένο και με μόνιμη εγκατάσταση θαλερών θάμνων στο σώμα του, διατρανώνει την ανθρώπινη αχαριστία κι επισύρει τη συμπόνια των περαστικών. Στη μια πλευρά του σώριασαν μεγάλες ποσότητες από χώματα, για να το θάψουν ζωντανό και να σβήσουν κάθε σημάδι μετά από λίγα χρόνια, αλησμονώντας την παλιά ευεργεσία και τις μεγάλες εξυπηρετήσεις. Τώρα γέρασε, πάλιωσε, πρέπει να πεθάνει, να σβήσει, να αφανιστεί. Κρίμα!!!!

Το γεφύρι του Μουσιοβιού.
Η διαδρομή στον ποταμό συνεχίστηκε από την ίδια διαδρομή: Μηλιωτάδεc;- Ανθρακίτηc;- Καλουτάc;. Πριν από το γεφύρι του Καλουτά, στρίψαμε δεξιά και ακολουθήσαμε το χωμάτινο δρόμο, που οδηγεί στρ απομονωμένο Διπόταμο. Σε μια μικρή καταπράσινη τοποθεσία, ανάμεσα σε δυο ποτάμια, επάνω σε γραφικό λόφο, μας ξάφνιασε το γαντζωμένο, σαν αετοφωλιά, χωριουδάκι του Διπόταμου. γεφύρι του Μουσιοβιού. Στα βορειοανατολικά του χωριού, σε μια πυκνόδεντρη κοιλάδα του Ζαγορίτη, είναι πυργωμένο το αεροκρέμαστο γεφύρι του Μουσιοβιού. Μόνοι, κυρίαρ- χος της ευφορότατης κοίτης του ποταμού ορθώνεται για να δαμάσει, με τις υψηλόκορφες καμάρες του, τις δυο ανισοϋψείς όχθες. Τα ευτραφή δέντρα, πλαισιωμένα από αναρίθμητους θάμνους, σφιχταγκαλιάζουν το γεφύρι, προσπαθώντας να το πνίξουν και να το αφανίσουν από τα μάτια των περαστικών. Δυσκολεύεται κανείς πολύ, για να διασχίσει την οργιώδη βλάστηση και να προσεγγίσει το γεφύρι, στο σώμα του οποίου έχουν φωλιάσει αναρίθμητοι θάμνοι.

Ξεκινάει με μεγάλο κύρτωμα από την απόκρημνη όχθη του, δημιουργεί την πρώτη μεγάλη καμάρα του, συνεχίζει να επιμηκύνει το σώμα του με δεύτερη, αλλά μικρότερη καμάρα, χαμηλώνοντας δε το υπόλοιπο σώμα του εδραιώνεται με ασφάλεια στην απέναντι ομαλή πλευρά της κοίτης του ποταμού. Μοιάζει με πελώριο σώμα γίγαντα να βρίσκεται σε θέση μόνιμης μακριάς επίκυψης. Τα πλαϊνά προστατευτικά του πεζούλια, ταιριαστά με το όλο σώμα του γεφυριού, προστατεύουν τους διερχόμενους.

Χωρίς να έχει απολέσει ολότελα τα αρχικά του καθήκοντα, καθώς διέρχονται μόνο λιγοστοί κτηνοτρόφοι, παρουσιάζει ωστόσο εικόνα περιθωριακού, λησμονημένου και καταφρονημένου ευεργέτη. Η αναδυόμενη γλυκύτητα της μαγευτικής κοίτης σε συνδυασμό με την απέραντη γαλήνη του τοπίου και τη συντροφιά που σου εξασφαλίζει το γλυκόηχο κελάρυσμα του νερού και η μεταφερόμενη ψυκτικότητα του μυρωδάτου αέρα, σε συγκρατεί, σε δένει και σε καθηλώνει, να μείνεις πολύ στην περιοχή, να παραμείνεις αμέτρητες ώρες.

Το γεφύρι του μύλου στο Διππόταμο.
Στα βορειοδυτικά του χωριού, ακολουθώντας έναν ελικοειδή χωματόδρομο, αφού παρκάραμε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, οδηγηθήκαμε δεξιά και κάτω, σ' ένα μονοπάτι, που σε μπάζει προς την κοίτη του ποταμού. αύλακα, τον οποίο ακολουθήσαμε, μας οδήγησε σε έναν παλιό νερόμυλο. Πριν από μια μικρή στροφή, ακούστηκαν γαυγίσματα τσοπανόσκυλων και κουδούνια γιδοπροβάτων, τα οποία σηματοδότησαν την παρουσία του επιβλητικού γεφυριού. Μια περίφραξη ενός κτήματος μας υποχρέωνε να ακολουθήσουμε τη μοναδική ελεύθερη πρόσβαση προς το γεφύρι.

Χρειάστηκε η γρήγορη διέλευσή του και η προσεκτική κάθοδος στην κοίτη, από την απέναντι πλευρά. Διακόψαμε την προσπάθεια, καλυφθήκαμε πίσω από τον κορμό ενός γέρικου πλατάνου και συνεχίσαμε, αφού απομακρύνθηκαν τα ζώα. Δυσκολοθώρητο το περισσότερο σώμα του γεφυριού από τον κισσό, ο οποίος το σφιχταγκάλιασε και απειλούσε να το πνίξει ντύνοντάς το στα καταπράσινα σάβανα. Ομοιόσχημο περίπου με το γεφύρι του Μουσιοβιού, με απότομο πέταγ μα του κορμού του στην υψηλότερη όχθη και με μεγάλη επίκυψη, κάθεται αναπαυτικά στην απέναντι όχθη.
Αρκετά φαγωμένο το οδόστρωμά του και με μικρά σκαλοπατάκια, για να αποφεύγονται τα γλιστρήματα, όλα σημάδια της γέρικης ηλικίας του. Στα πλαϊνά του οδοστρώματος ακαλαίσθητα χαμηλόσχημα πεζούλια προσφέρουν προστασία στους διερχόμενους διαβάτες και στα κοπάδια των κτηνοτρόφων. Οι πλάτανοι, οι φτελιάδες και οι αριές (είδος δρυός), δέντρα ανάμεικτα φυτρωμένα, σχηματίζουν αλλού προστατευτικό κλοιό και αλλού θηλιά περίσφιξης και πνιγμού, ενώ τα αγριόχορτα και οι μικροί θάμνοι, που κατά χιλιάδες απόκτησαν μόνιμη κατοικία.

Χωρίς να έχει απολέσει πολλά από τα συνηθισμένα καθήκοντά του, γιατί διέρχονται ακόμη από αυτό οι κτηνοτρόφοι με τα κοπάδια τους, παρουσιάζει όψη γέρικη, αρρωστιάρικη, με ανάγλυψα τα σημάδια της εγκατάλειψης . Μονάχα η μαγευτική εικόνα του θελκτικού τοπίου μας έδωσε κουράγιο κι ενθάρρυνση για περαιτέρω συνέχιση της προσπάθειάς μας. Το κυνήγι των γεφυριών στο Ζαγορίτη συνεχίστηκε στους, πανώριους Φραγκάδες. Μείναμε άφωνοι από την περίοπτη θέση του χωριού. Επίσης εντυπωσιαστήκαμε από την ύπαρξη πολλών αρχοντικών, ταιριασμένων με την πετρόκτιστη εκκλησιά και να αποτελούν ένα καταπληκτικό σύνολο απίστευτης καλλιτεχνικής ομορφιάς. Το μακρύκορμο χωριό περιβάλλεται με πλουμιστό φόρεμα, του οποίου τα πόδια πλένει και δροσίζει ορμητικός χείμαρρος. Στο βάθος, λοιπόν, της φαντασμαγορικής πλαγιάς έπρεπε να κατεβούμε, για να απαντήσουμε ένα ακόμη πέτρινο αριστούργημα. Με κατεύθυνση τη Λεπτοκαρυά, αφήσαμε πίσω μας τους Φραγκάδες και, μετά από διαδρομή τριών περίπου χιλιομέτρων, εγκαταλείψαμε τον κεντρικό δρόμο, στρίψαμε δεξιά και ακολουθήσαμε ένα χωματόδρομο, με πολλές στροφές, που μας έβγαλε κοντά στο χώρο του γεφυριού. Σταματήσαμε υποχρεωτικά σ' ένα πεταλόσχημο πλάτωμα, λίγο πιο πάνω και αριστερά του γεφυριού.

Από εκεί αντικρίσαμε το οδόστρωμα του γεφυριού, που έμοιαζε με ράχη καμήλας με πολλούς ύβους (καμπούρες), άκομψο και άχαρο. Το υπόλοιπο σώμα του το έκρυβαν πυκνόκλαδα δέντρα και φουντωτοί θάμνοι. Ακολουθώντας τα λιγοστά απομεινάρια παλιού καλντεριμωτού δρόμου, φθάσαμε στην αριστερή απόληξη του γεφυριού. ,'Εξω από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος ορθωνόταν κομψόσχημο εικονοστάσι, ο άγιος στον οποίο ήταν αφιερωμένο, και αποτελούσε τον προστάτη του γεφυριού. (Παρόμοια κατάσταση απαντήσαμε σε πολλά γεφύρια). Το γεφύρι για να δαμάσει αποτελεσματικά τον ατίθασο χείμαρρο της περιοχής, χρειάστηκε να κυρτώσει το σώμα του, ξαναδημιούργησε μικρότερη καμάρα και μετά ξάπλωσε άνετα στην απέναντι όχθη. Τα βάθρα, που ανέλαβαν την ευθύνη της στήριξης του σώματος του γεφυριού,δεν έχουν το ίδιο μπόι, συμφώνησαν με τα ανεβοκατεβάσματα του οδοστρώματος κι έδωσαν πολυκάμπουρο σχήμα στο γεφύρι. Φαίνεται ότι κι εδώ η διευρυμένη κοίτη υποχρέωσε τους μαστό ρους-στην κατασκευή πολύτοξου στέρεου γεφυριού, χωρίς την επίδειξη μεγάλου ενδιαφέροντος, για την καλή αισθητική του κτίσματος. Οι αψίδες, ωστόσο κτισμένες με πελεκητή πέτρα και με ιδιαίτερη προσοχή, προσθέτουν αισθητικό κάλλος. φροντισμένος στη δόμησή του, αλλά και στις επισκευές και συντηρήσεις που ακολούθησαν. Το ίδιο και το οδόστρωμα, που καλύπτεται με πέτρες: κατά μικρά διαστήματα έχουν τοποθετηθεί λεπτές κάθετες πέτρες σχηματίζοντας ολιγοϋψή την παρέμβαση της τοπικής κοινωνίας. Σήμερα δεν εξυπηρετεί την πολυσύχναστη πελατεία της μεταβυζαντινής εποχής, όταν αποτελούσε τμήμα μεγάλης εμπορικής οδού, αλλά παρέχει τις εξυπηρετήσεις του στην τοπική κοινωνία. Όλοι οι διερχόμενοι θαυμάζουν το καλαίσθητο γεφύρι και λένε πάντοτε έναν καλό λόγο για τον ευεργέτη και κατασκευαστή Θ. Πετσιώρη. Τελευταίος σταθμός στο Ζαγορίτικο ποτάμι ήταν η καταπράσινη και πολύνερη κοιλάδα της Λεπτοκαρυάς. Καρπερότατοι κήποι κατηφόριζαν, διαβρεχόμενοι δε από γηγενείς χείμαρρους προσέδιδαν παραδεισένια εικόνα στην περιοχή. Η ανάγκη γεφυροποίησης των ορμητικών χειμάρρων, κυρίως κατά την φπεριοχή των Κήπων θεωρείται ο τόπος των πολλών και μεγάλων γεφυριών.

Η συνάντησή μας, λίγο πιο έξω από το χωριό, για παροχή πληροφοριών, αποτέλεσε τη συγκυρία ή καλύτερα την καλή τύχη, για να γνωρίσουμε τα γεφύρια. Μας εξέπληξε η προθυμία του να μας καθοδηγήσει σωστά για την προσέγγιση του γεφυριού στο Μέγα Λάκκο και μετά να μας οδηγήσει στα υπόλοιπα διανύοντας ποδαρόδρομο πολλών ωρών.

Γεφύρι του Μέγα Λάκκου.
Από εκεί ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι με τμήματα παλιού καλντεριμιού και κατηφορίσαμε με πολλή προσοχή προς την κοίτη βαθύσκιωτης ρεματιάς, τις όχθες της οποίας έζευε με σιγουριά μονότοξο κομψό πέτρινο γεφύρι.
Από μακριά φάνταζε πανώριο, αεροκρέμαστο, φωτοστέφανο στο κεφάλι του Ζαγορίτη ποταμού.

Λουστήκαμε από ιδρώτα, μέχρι να φτάσουμε στην αριστερή όχθη του ποταμού, και ανταμειφτήκαμε με τη θωπευτική δροσιά του πολυνέρη ποταμού και τη μαγεία της απέραντη ς γαλήνης. Διανύσαμε αργά το πέτρινο κλιμακωτό οδόστρωμά του και κατεβήκαμε στην κοίτη από την αντίπερα όχθη. Το γεφύρι, με λυγερή κορμοστασιά και στέρεα καθισμένο στις δύο όχθες, κυριαρχούσε απόλυτα στον τιθασευμένο παραπόταμο. Τα στοιχειά της φύσης το τίμησαν με καταπράσινο κισσοστέφανο για τη μεγάλη αντοχή του, τις πολλές του προσφορές και τη μεγάλη υπομονή πλευρά, του παρείχε μια ασυνήθιστη κομψότητα και συμμετρία, μεγάλη γραφικότητα. Εξίσου ωραίες και σε άριστη κατάσταση βρίσκονταν οι γρφικές αρκάδες του. Όλα σε αυτό το γεφύρι ήταν τέλεια. Η σύζυγός μου ενθουσιάστηκε και ζήτησε να φωτογραφιστεί με φόντο το φαρδύ οδόστρωμά του, το οποίο παρουσίαζε πρωτοτυπία (συνύπαρξη χαμηλόσχημου πεζουλιού και διπλής σειράς αρκάδων).

Γοητευμένοι κι ευχαριστημένοι αφήσαμε το απείραχτο από τους ανθρώπους και τα στοιχειά της φύσης, γραφικό πέτρινο στολίδι, δύσκολο έργο και πολύ κοπιαστικό, επιβράδυνε την επιστροφή μας και ανησύχησε τον ευγενικό κυρ Σταύρο. Μετά από έναν ανακουφιστικό καφέ σε διάλειμμα ξεκούρασης, συνεχίστηκε η προσπάθεια προσέγγισης και καταγραφής τοξοειδών κατασκευών και Η εκκίνηση έγινε από τις τρεις βρύσες του χωριού, όπου μια μονότοξη πέτρινη, καλαίσθητη κατασκευή, ίππευε μικρό λαγκάδι και απάλλασσε τους ανθρώπους και τα ζώα από τα ενοχλητικά νερά των πηγών και των βροχών. Εντυπσιακά και καλλίγραμμα τα δημόσια κτίρια, εκκλησιές, σχολεία, γραφεία, πλατείες κ.λ.π. όλα πετρόκτιστα, καλοδουλεμένα και κομψά, μαγνητίζουν το βλέμμα του επισκέπτη και προκαλούν το θαυμασμό όλων. Σταματήσαμε για λίγο σε μια πετρόκτιστη καμάρα, γνωστή με το όνομα "Λάκκος της Τσούλας": πιθανότατα να αναφέρεται σε κάποιο γεγονός "ελεύθερης" και κακόφημης γυναίκας. Στη συνέχεια εφοδιασμένοι με αγκλίτσες, τόσο για στήριγμα στην ανώμαλη κατηφόρα που μας περίμενε, όσο και για αμυντικό όπλο σε πιθανές επιθέσεις αγρίων ζώων, ακολουθήσαμε κολοπέραστα μονοπάτια.

Πορευτήκαμε σε γραφικά τοπία άλλοτε καλλιεργήσιμης και άλλοτε χέρσας έκτασης με αρκετές γρατσουνιές από τους αγκαθερούς θάμνους, που κυριάρχησαν απόλυτα στα άλλοτε όμορφα δρομάκια των χωραφιών.
Στα τρία ορμητικά ρέματα της φημισμένη ς κοιλάδας της Λεπτοκαρυάς απαντήσαμε τρία ομώνυμα γεφύρια. :

Το γεφύρι του Τσάμη.
Καβαλίκευε σαν ιππότης το μικρό, αλλά ορμητικό ρέμα του Τσάμη, ενώ αναρίθμητα δέντρα από όλες τις πλευρές έπνιγαν το γεφύρι στο πράσινο, δημιουργώντας ασφυκτικό κλοιό γύρω από το σώμα του. Σωρός τα χόρτα και οι μικροί θάμνοι, που φύτρωσαν ανάμεσα από τις ρωγμές και σχισματιές του πέτρινου κορμού του. Ο πυκνόφυλλος κισσός σε πολλησύστατη υπόθεση. Η όλη εμφάνισή του φανέρωνε πλήρη εγκατάλειψη, παραγκωνισμό και αδιαφορία, μια κατάσταση που απέπνεε μελαγχολικά αισθήματα.

Το γεφύρι του Μπιούτη.
Η ίδια και ίσως χειρότερη κατάσταση επικρατούσε και στο γεφύρι του ρέματος Μπιούτη. Στατευτικές αρκάδες (στενόμακρες, λεπτές πέτρες στα πλαϊνά του γεφυριού) αφαιρέθηκαν, εκτός από ελάχιστες, αλλά κι εκείνες μισές και κεκλιμένες, έτοιμες να πέσουν. Ο κορμός του σε πολλά σημεία με ουλές και ρωγμές. Μια απαράδεκτη κατάσταση, δείγμα αχαριστίας και αγνωμοσύνης, μας πλάκωσε την ψυχή και γρήγορα αναζητήσαμε αλλαγή σκηνικού.

Το γεφύρι της Ρωμιάς.
Αφού διασχίσαμε γραφική διαδρομή μέσα και κάτω από πολλά δέντρα και πυκνούς θάμνους, βγήκαμε σ' ένα ξέφωτο κι επίπεδο μέρος.
Καρπεροί κήποι μπουστανικών, οι οποίοι είχαν ρημαχτεί από επιδρομή Αρκούδας, αποτελούσαν σημάδι ύπαρξης ανθρώπων στην απόμακρη αυτή περιοχή, που άλλοτε έσφυζε από ζωντάνια. Ξαφνικά αχνοπρόβαλε μέσα στη ρεματιά το σχήμα μιας καμάρας γεφυριού, το σώμα του οποίου από πάνω, από το οδόστρωμα, μέχρι κάτω στα πέλματα, καλυπτόταν από πρασινωπό μανδύα. Εδώ ο κισσός δεν αρκέστηκε να το στεφανώσει στο επάνω μέρος, αλλά αγκάλιασε ότι είναι περιθωριοποιημένο, λησμονημένο και απαλλαγμένο από τα καθήκοντά του, γιατί δε δέχτηκαν πολλούς επισκέπτες, δε φωτογραφίστηκαν, δε σχολιάστηκαν και δεν προβλήθηκαν όσο άλλα γεφύρια της σειράς τους. Οι απόμερες τοποθεσίες και η εγκατάλειψή τους από τους ανθρώπους είχαν σαν συνέπεια να μείνουν στο περιθώριο, να μην προστατευτούν και να συντηρηθούν. Μια μεγάλη αδικία, η οποία πρέπει να αποκατασταθεί με την έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση των αρμόδιων υπηρεσιών και τη δραστηριοποίηση της τοπικής κοινωνίας. Όσο νωρίτερα υπάρξει παρέμβαση, τόσο αποτελεσματικότερη θα είναι η αποκατάσταση των φθορών. Κάνουμε έκκληση προς τους αρμόδιους τοπικούς φορείς και την τοπική κοινωνία για άμεση παρέμβαση.


Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.